Ανεβαίνουμε μια σκάλα που οδηγεί στον πρώτο όροφο του θεάτρου Αργώ, στο Μεταξουργείο, όπου βρίσκεται το καμαρίνι του. Σε λίγο θα μεταμορφωθεί στον αρχίατρο Νικολάγεβιτς που έπλασε με τη φαντασία του ο Σοβιετικός συγγραφέας Αλεξέι Αρμπούζοφ, του οποίου η μητέρα ήταν Ελληνίδα. Πρώτα προχωράω εγώ, εκείνος μετά. Καθόμαστε αντικριστά σε ένα μικρό τραπέζι. Ανάμεσά μας, το κινητό μου τηλέφωνο βρίσκεται ήδη σε λειτουργία μαγνητοφώνου.
Έχω περάσει, αρκετές μέρες πριν συναντηθούμε, διαβάζοντας συνεντεύξεις του ή παρακολουθώντας τον να απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφων στο YouTube. Δεν θέλω να πάρω απαντήσεις-κονσέρβα ούτε να του εκμαιεύσω δηλώσεις που θα μου δώσουν έναν εύκολο, πιασάρικο τίτλο. Του ζητάω να παίξουμε ένα παιχνίδι. Θα του λέω το όνομα μιας γειτονιάς, μιας πόλης ή μιας χώρας και θα μου αφηγείται, ελεύθερα, ό,τι επιθυμεί. Τον ευχαριστώ που δέχεται την πρόκληση και, κατευθείαν, ξεκινάμε:
Μεταξουργείο: Στο θέατρο έρχομαι με το σκούτερ μου· είναι τρέλα να χρησιμοποιείς το αυτοκίνητο στην Αθήνα. Υφίσταμαι, βέβαια, τις καιρικές συνθήκες, αλλά, τι να κάνουμε, δεν μπορείς να τα έχεις όλα! Από το Παγκράτι μού παίρνει δέκα με δώδεκα λεπτά. Στη Φθινοπωρινή ιστορία ερμηνεύω τον αρχίατρο σε ένα θεραπευτήριο της Ρίγας. Δεν έχω πάει ποτέ σε αυτή την παραθαλάσσια πόλη, έχω δει μόνο φωτογραφίες της στο ίντερνετ. Ο αρχίατρος Νικολάγεβιτς, λοιπόν, έχει τραύμα μέσα του· έχει βιώσει την προδοσία και έχει μείνει εγκλωβισμένος στον έρωτα που αισθανόταν για το πρόσωπο που τον εγκατέλειψε. Αυτή η αίσθηση εγκλωβισμού που νιώθει με τρελαίνει, γιατί την έχω βιώσει. Δεν μπορείς να βρεις γαλήνη μέσα σου. Θυμίζεις τα άγρια θηρία στο κλουβί που είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο πάνε πάνω κάτω. Ο Αρμπούζοφ, όμως, φέρνοντας δύο τέτοιους ανθρώπους μαζί, μας λέει ότι δεν μπορείς να παίρνεις εσύ όλες τις αποφάσεις στη ζωή· σου επιφυλάσσει και εκπλήξεις.
Πλάκα: Το μαιευτήριο όπου γεννήθηκα –στις 30 Απριλίου του 1958, παρότι στην ταυτότητά μου γράφει στις 28– ήταν στην πλατεία Κυδαθηναίων. Πλέον, έχει μετατραπεί σε πανσιόν. Πριν από μερικά χρόνια περνούσα απ’ έξω και ζήτησα από τους ανθρώπους που την έχουν να μπω για λίγο, να δω πώς είναι. Όντως, θυμίζει κλινική.
Μεσσήνη: Το «Ζαλμάς» είναι βυζαντινό επώνυμο. Όσοι το έχουμε καταγόμαστε, όλοι, από την ίδια οικογένεια. Το πατρικό του πατέρα μου βρισκόταν στη Μεσσήνη. Όταν ζούσε και ζούσε και η μητέρα του, την οποία αγαπούσε πολύ και ήθελε να τη βλέπει, πηγαίναμε συχνά. Μετά, αραίωσαν οι επισκέψεις. Η γερόντισσα τότε έμενε στην Καλαμάτα, κοντά στην κόρη της και σε άλλους συγγενείς. Για μένα, όσο ήμουν μικρός, αυτό το ταξίδι ήταν βασανιστικό γιατί ο δρόμος είχε πολλές στροφές και με έπιανε ναυτία στο αυτοκίνητο. Όταν μεγάλωσα, πήγαινα και με το τρένο καμιά φορά. Ήταν πολύ γοητευτικό να ταξιδεύεις στην πρώτη θέση, μέσα στα κόκκινα βελούδα· όλο το βαγόνι ήταν ξύλινο.
Νέα Φιλαδέλφεια: Τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής μου μέναμε στο πατρικό της μητέρας μου στη Νέα Φιλαδέλφεια· είχε καταγωγή από τη Μικρά Ασία. Αλλά και μέχρι να πάω νηπιαγωγείο, επειδή εργάζονταν και οι δύο μου γονείς, με άφηναν εκεί κάθε πρωί και μέχρι να σχολάσουν, για να με κρατήσουν οι συγγενείς της. Τα σπίτια στη Νέα Φιλαδέλφεια ήταν μονοκατοικίες, με τον κήπο τους, με τα κεραμίδια τους. Οι περισσότεροι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι. Κάθε Τρίτη, θαρρώ, γινόταν λαϊκή αγορά και οι παραγωγοί έρχονταν από τα περίχωρα της Αττικής με κάρα τα οποία έσερναν άλογα, καθώς δεν είχαν αυτοκίνητα. Τα έδεναν, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, μπορεί να ήταν και πενήντα στο σύνολο, έξω απ’ το σπίτι μας. Αυτή η εικόνα έχει χαραχτεί μέσα μου έντονα. Ήταν το «λούνα παρκ» της εβδομάδας. Έβγαινα έξω κι έπαιζα με τα ζώα.

Κυπριάδου: Το 1960 μετακομίσαμε στην κηπούπολη της Κυπριάδου, στα Άνω Πατήσια, όπου έζησα μέχρι τα είκοσι κάτι μου. Αυτή η γειτονιά ήταν κάποτε το θέρετρο των πολύ πλούσιων Αθηναίων. Είχε τεράστιες βίλες με κήπους, μαρμάρινες σκάλες, σκαλιστά λιοντάρια… Μια τέτοια γκρεμίστηκε και χτίστηκε η δική μας πολυκατοικία –επί Καραμανλή, τότε, άνθιζε η αντιπαροχή– η οποία είχε πενήντα διαμερίσματα και γύρω της πρασιά. Την περιέβαλλαν εγκαταλελειμμένες βίλες οι οποίες για μας, που ήμασταν παιδιά, αποτελούσαν ένα μαγικό σκηνικό: τις εξερευνούσαμε, παίζαμε κρυφτό, σε κάποια δωμάτιά τους φοβόμασταν να μπούμε. Στην Κυπριάδου μάς βρήκε η χούντα. Ήμουν εννιά χρονών. Ο πατέρας μου είχε παραιτηθεί από την Εθνική Τράπεζα –ήταν διευθυντής στο υποκατάστημα Αγγελοπούλου– έναν μήνα πριν από το πραξικόπημα, καθώς το είχε δει να έρχεται. Τον πρώτο καιρό κρυβόταν σε εξοχικά σπίτια φίλων, γιατί ήταν φακελωμένος ως γνωστός αντάρτης. Ένα βράδυ που λείπαμε, ήρθε ένα τζιπάκι της ΕΣΑ στην πολυκατοικία και άρχισε να τον ψάχνει.
Άγιοι Απόστολοι, Κάλαμος: Όταν έκατσε ο πρώτος κουρνιαχτός, αποσύρθηκε στο δικό μας εξοχικό, ένα λυόμενο στους Αγίους Αποστόλους. Το καλοκαίρι πήγαμε και τον βρήκαμε. Η περιοχή τότε ήταν άδεια, δεν είχε ούτε ρεύμα ούτε τηλέφωνο. Από το δικό μας σπίτι, το επόμενο ήταν στο ένα χιλιόμετρο. Θάψαμε στον κήπο μας τους δίσκους του Θεοδωράκη, πετάξαμε στη θάλασσα τις ρωσικές εγκυκλοπαίδειες. Όταν ξεκίνησαν τα σχολεία, επιστρέψαμε όλοι μαζί στην Αθήνα και συνηθίσαμε να φοβόμαστε. Στους Αγίους Αποστόλους περνούσαμε τα καλοκαίρια και πολλά Σαββατοκύριακα του χειμώνα. Μέναμε όλη μέρα μέσα στο νερό, ψαρεύαμε… Η θάλασσα ήταν παρθένα τότε, πιάναμε πολλά και μεγάλα ψάρια. Το σπίτι το πουλήσαμε τη δεκαετία του 1990.
Εξάρχεια: Μετά το σχολείο, έπιασα κι εγώ δουλειά στην τράπεζα. Παράλληλα, πήγαινα στη δραματική σχολή του Θεοδοσιάδη. Από το πατρικό μου έφυγα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και τα περισσότερα σπίτια που έμεινα ήταν στα Εξάρχεια. Ήταν γοητευτική περιοχή, δεν γίνονταν φασαρίες, υπήρχαν μόνο τα γραφικά φρικιά που δεν πείραζαν κανέναν – ήταν κομμάτι του «ντεκόρ» των Εξαρχείων. Κάθε βράδυ μαζευόμασταν στην πλατεία, αγοράζαμε μπίρες και λίγα φιστίκια, καθόμασταν στα παγκάκια και τα λέγαμε με τις ώρες. Ζούσα εκεί μέχρι που πήγα στο Παγκράτι, το 1994.
Παγκράτι: Πουλιόταν ένα δωματάκι ρετιρέ που έβλεπε όλη την Αθήνα, είχα τα χρήματα να το αγοράσω και το πήρα. Στο ένα ρετιρέ απέναντί μου έμενε η Έλλη Σολομωνίδου-Μπαλάνου, που έκανε τα σκίτσα στην Καθημερινή, στο άλλο ένας διευθυντής της ίδιας εφημερίδας.
Επίδαυρος: Πρώτη φορά έπαιξα στην Επίδαυρο το 1982. Δούλευα ακόμη στην τράπεζα και πήγα για οντισιόν στον Αλέξη Μινωτή, για τους Πέρσες του Αισχύλου. Όταν με πήρε, χρειάστηκε να κάνω έναν διακανονισμό της καλοκαιρινής μου άδειας για να μπορώ να πηγαίνω στις πρόβες. Ξαναέπαιξα, αφού παραιτήθηκα από την τράπεζα. Τότε, με ζήτησε ο ίδιος ο Μινωτής για κορυφαίο του Χορού στον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Όταν το έμαθα, τον πήρα τηλέφωνο, παρότι νόμιζα ότι με κορόιδευαν –σιγά μην ψάχνει εμένα ο Μινωτής– και εκείνος μου είπε: «Ναι, σας ψάχνω, πού ήσασταν τόσο καιρό;». Ήμουν στο ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης. Οι παραστάσεις του ήταν ιεροτελεστία κανονική. Η Επίδαυρος μπορεί να είχε δώδεκα χιλιάδες κόσμο και να μην ακουγόταν κιχ. Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, τα κοστούμια τα είχε κάνει ο Διονύσης Φωτόπουλος, τα σκηνικά ο Γιάννης Τσαρούχης. Τι; Πώς και δεν με ζωγράφισε; Εμένα; Δεν ξέρω, πρέπει να τον είχα συναναστραφεί κοινωνικά μόλις μια-δυο φορές στη ζωή μου. Είχε ζωγραφίσει, όμως, έναν ξάδερφό μου, πολύ μεγαλύτερο από μένα, ο οποίος ήταν διάσημος για την ομορφιά του. Δεν έχω δει τον πίνακα.
Αμερική: Πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη πήγα με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τη δεκαετία του 1980, όσο ήμασταν στην Ομάδα Εδάφους, για να κάνουμε διάφορα σεμινάρια σύγχρονου χορού. Εγώ έκανα και φωνητικής. Μέναμε στους ξενώνες του θεάτρου La MaMa. Ξαναπήγα το 1991, θαρρώ, για να παίξω σε μια ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, η οποία ήταν ανάθεση από το Channel 4 του BBC. Επρόκειτο για ένα road movie για τη γενιά των μπίτνικ, με πρωταγωνιστές ένα «τσεχοφικό» τρίο. Κάναμε, λοιπόν, το διάσημο «Route 66»: Ξεκινήσαμε από τη Νέα Υόρκη και καταλήξαμε στο Λος Άντζελες. Πρέπει να οδηγούσαμε δεκατέσσερις μέρες. Η ταινία λεγόταν North of Vortex. Όταν ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα, επέστρεψα στη Νέα Υόρκη για να γυρίσω στην Αθήνα. Το βράδυ πριν πετάξω, όμως, ερωτεύτηκα. Άλλαξα το εισιτήριο και έμεινα στην Αμερική άλλον ενάμιση μήνα. Τελικά, έφτασα στην Αθήνα Δεκαπενταύγουστο, με τζετ λαγκ. Ήταν απόγευμα, δεν υπήρχε τίποτα ανοιχτό, το σπίτι μου είχε κομμένο ηλεκτρικό και όλοι οι φίλοι μου ήταν διακοπές.
Λονδίνο: Η πρώτη ταινία του Αλέξη Μπίστικα που κάναμε στο Λονδίνο, τα Μάρμαρα, το 1989, ήταν μικρού μήκους και αφιερωμένη στη Μελίνα Μερκούρη. Έπειτα γυρίσαμε, στην ίδια πόλη, τη Γραβάτα. Ξαναπήγα για δουλειά στην πρωτεύουσα της Γηραιάς Αλβιώνας έπειτα από τριάντα χρόνια, για να παίξω στην αστυνομική σειρά Bulletproof του βρετανικού καναλιού Sky One. Δεν είχε καμία σχέση αυτό το Λονδίνο με εκείνο που είχα γνωρίσει. Τη δεκαετία του 1980 είχα πάθει σοκ με την εγγλέζικη κουλτούρα, αυτό το απόμακρο στιλ που έχουν οι άνθρωποι, αλλά και με την προφορά τους, που παίρνει στο αυτί σου δεκαπέντε μέρες για να τη συνηθίσει.
Ναϊρόμπι: Εκεί που ήμουν με την Ομάδα Εδάφους σε καταλήψεις και underground καταστάσεις, με πήρε τηλέφωνο μια φίλη του Νίκου Κουτελιδάκη, του σκηνοθέτη του Άφρικα, η οποία με είχε δει στα Μάρμαρα. Ο Κουτελιδάκης έψαχνε για τη σειρά μια φρέσκια φάτσα, λίγο επαναστατική, και εκείνη του είχε προτείνει εμένα. Πήγα, λοιπόν, στο γραφείο παραγωγής με κάτι άρβυλα του αγγλικού στρατού, μια εργατική φόρμα σε χρώμα καρυδί, στην οποία χωρούσαν άλλοι πέντε μέσα, και καφίγια. Ήμουν εντελώς εκτός συστήματος. Ούτε ρώτησα τι θα παίξω ούτε ρώτησα τι θα πάρω. Με το που άκουσα ότι θα πάμε δύο μήνες στην Αφρική, είχε λήξει η ιστορία και πήρα τον ρόλο. Αφού φτάσαμε στο Ναϊρόμπι, ξεκινήσαμε με ένα κομβόι για το Μασάι Μάρα. Μέσα στη σαβάνα υπήρχαν ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις με χαμηλά κτίρια και διάσπαρτα δωματιάκια, που δεν ήταν περιφραγμένα. Το βράδυ, τα λιοντάρια έρχονταν έξω από την πόρτα μου. Απαγορευόταν να πας βόλτα. Παντού υπήρχαν ρέιντζερ με πολυβόλα.

Κιλιμάντζαρο: Συνεχίσαμε τα γυρίσματα σε ένα άλλο μέρος, στους πρόποδες του Κιλιμάντζαρο. Το ξενοδοχείο όπου μείναμε εκεί ήταν χτισμένο σε μια χαράδρα και πάνω σε δέντρα – τα κλαδιά τους περνούσαν ανάμεσα στα δωμάτια. Από κάτω κυλούσε ένας ήσυχος ποταμός, στον οποίο έρχονταν ελέφαντες, σαύρες, λιοντάρια, λεοπαρδάλεις να πιουν νερό. Το βράδυ, δε, οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου κρέμαγαν κρέατα σε κάτι δέντρα που βρίσκονταν στην απέναντι πλευρά του ποταμού και τα φώτιζαν με προβολείς για να έρθουν τα άγρια ζώα να τα πάρουν και να γίνουν ατραξιόν για τους τουρίστες.
Μομπάσα: Εκεί, το ξενοδοχείο μας ήταν παραθαλάσσιο. Αποφάσισα, λοιπόν, μια μέρα να πάω για μπάνιο. Με το που άρχισα να περπατάω προς την παραλία, μια απόσταση γύρω στα εκατό μέτρα, ήρθε μαζί μου ένας ρέιντζερ με στρατιωτική στολή και πολυβόλο. Κάποια στιγμή, αφού έκανα το μπάνιο μου, όσο ήμουν ξαπλωμένος στην άμμο κι εκείνος στεκόταν από πάνω μου, διαπίστωσα ότι από τις αρβύλες του έβγαιναν αίματα. Όπως μου εξήγησε, τα πόδια του είχαν πάθει ζημιά επειδή περπατούσε κάθε μέρα με τα άρβυλα δέκα χιλιόμετρα για να φτάσει στο ξενοδοχείο και άλλα τόσα για να γυρίσει στο σπίτι του, χωρίς κάλτσες – δεν είχε λεφτά να αγοράσει. Το, δε, ξενοδοχείο τού κάλυπτε μόνο ένα γεύμα. Συγκλονίστηκα. Ό,τι κάλτσες είχα μαζί μου τις έβαλα σε μια σακούλα και τις πήγα στη ρεσεψιόν να του τις δώσουν. Μια άλλη εικόνα που θυμάμαι, σκόρπια, ήταν να κάνουμε γύρισμα στο παλιό λιμάνι της Μομπάσα και να περνούν τα πτώματα από μπροστά μας – ήταν η περίοδος του Εμφυλίου στη γειτονική Σομαλία. Τα «ψάρευαν» από τη θάλασσα και τα πέταγαν.
Ζαγοροχώρια: Γνώρισε τεράστια επιτυχία το Άφρικα, αλλά το Άγγιγμα ψυχής έκανε μεγαλύτερη. Πήγαμε στα Ζαγοροχώρια επειδή δεν μπορούσαμε να κάνουμε γυρίσματα σε ναούς της Αθήνας. Μας το επέτρεψε, όμως, και μας υποδέχτηκε θερμά ο Θεόκλητος, ο μητροπολίτης Ιωαννίνων, με την προϋπόθεση να διαβάζει τα σενάρια και, αν έχει κάποια διαφωνία, να τη συζητάμε και να γίνεται μια κάποια προσαρμογή. Ήταν πολύ εντάξει άνθρωπος, είχε τεράστια μόρφωση επί παντός επιστητού, φωτισμένος. Τα Ζαγοροχώρια τα ζήσαμε μια εποχή που δεν είχαν τουρίστες, ήμασταν μόνοι μας. Θυμάμαι το απίστευτο κρύο. Για μια σκηνή ήμουν οκτώ η ώρα το πρωί, με μείον οκτώ βαθμούς, γυμνός δίπλα στο ποτάμι και ένα όχημα της πυροσβεστικής ρουφούσε νερό από την κοίτη του και το πετούσε πάνω μου, για το εφέ της βροχής. Θυμάμαι το στόμα μου να παθαίνει ακαμψία, να μην μπορώ να προφέρω τα λόγια που είχα να πω, γιατί κοκάλωναν τα χείλη μου.
Ομόνοια: Έπαιξα τον Οδυσσέα στην Οδύσσεια του Ρόμπερτ Γουίλσον, που ανέβηκε πρώτη φορά στην Κεντρική Σκηνή του Κτηρίου Τσίλλερ, στο Εθνικό Θέατρο, το 2012. Δεν πέρασα καθόλου καλά. Κανονικά, έπρεπε να είχα φύγει. Είπα, όμως, «δεν έχεις να πας πουθενά». Το πρόβλημά μου δεν ήταν να βγάλω τον ρόλο, αλλά η συμπεριφορά του Γουίλσον και διάφορα που γίνονταν στο Εθνικό. Μετά, όλες οι παραστάσεις ήταν sold out – και παίζαμε κοντά πέντε μήνες. Μου έχει μείνει μια πικρία από τον τρόπο που αντιμετώπισαν την παράσταση κάποιοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι άρχισαν να τη θάβουν μία εβδομάδα πριν από την πρεμιέρα της και δεν επανήλθαν ποτέ για να αποκαταστήσουν τα πράγματα. Μετά, την πήγαμε στο Picollo Teatro στο Μιλάνο, δύο χρονιές. Μας αποθέωναν κάθε βράδυ κι εδώ δεν γραφόταν τίποτα. Να φανταστείτε, η τελευταία αυλαία κράτησε δεκατρία λεπτά.
«Μου αρέσει η καθημερινότητα στη θάλασσα, το σκάφος είναι τρόπος ζωής, είναι το σπίτι μου. Τα καλοκαίρια σαλπάρω με τις ώρες».
Θάλασσες: Δευτέρες και Τρίτες που έχω το θέατρο, μένω στο Παγκράτι και την υπόλοιπη εβδομάδα πάω στη Σαλαμίνα όπου έχω αραγμένο το σκάφος μου, ένα ιστιοφόρο. Ταξιδεύω χρόνια με αυτό και έχω κάνει φίλους παντού· ψαράδες, βοσκούς… Μου αρέσει η καθημερινότητα στη θάλασσα, το σκάφος είναι τρόπος ζωής, είναι το σπίτι μου. Τα καλοκαίρια σαλπάρω με τις ώρες. Φροντίζω, βέβαια, να κρατάω το σκάφος σε καλή κατάσταση, να μπορεί να αντιμετωπίζει τις καιρικές συνθήκες. Μια ιδανική μέρα στη θάλασσα έχει πέντε με έξι μποφόρ – με τόσα, εμείς που έχουμε πανιά, πλέουμε άνετα. Ταξιδεύοντας μόνος –γιατί μόνος μου ταξιδεύω– και αντιμετωπίζοντας τα στοιχεία της φύσης, γνωρίζεις καλύτερα τον εαυτό σου, τα όριά σου, τον τρόπο που αντιδράς στον κίνδυνο, τον τρόπο που σκέφτεσαι. Όταν είσαι μόνος σου πάρα πολλές ώρες, τι κάνεις; Παρατηρείς τον εαυτό σου.
Η Φθινοπωρινή ιστορία του Αλεξέι Αρμπούζοφ παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη έως τις 27/01 στην κεντρική σκηνή του θεάτρου Αργώ. Σκηνοθεσία: Βάνα Πεφάνη. Πρωταγωνιστούν: Σταύρος Ζαλμάς και Πέμη Ζούνη. Μουσικός επί σκηνής: Στέφανος Δαφνής. Εισιτήρια: More.com

