Ο συγγραφέας που ξέρει τι θέλουν οι millennials

Ο Βιντσέντζο Λατρόνικο περιγράφει στην Τελειότητα, το βιβλίο του που συζητήθηκε όσο λίγα φέτος, τις φιλοδοξίες και τις απογοητεύσεις μιας γενιάς που «(αν)ισορροπεί» ανάμεσα στην επανάσταση και στο λαϊφστάιλ του Instagram

9' 28" χρόνος ανάγνωσης

Βρισκόμαστε στο Μιλάνο. Υπό το φυσικό φως ενός απογεύματος του Σεπτέμβρη, σε ένα δωμάτιο που το λούζει ο ήλιος, ο Ιταλός συγγραφέας Βιντσέντζο Λατρόνικο στρίβει ένα τσιγάρο. Το σπίτι του, όπως και το διαμέρισμα για το οποίο διαβάζουμε στην αρχή του τελευταίου του μυθιστορήματος, της Τελειότητας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αγαπημένης συνήθειας των Μillennials 
να επιδεικνύουν τα προσεκτικά επιμελημένα σύμβολα του λαϊφστάιλ τους.

Μια μονστέρα αναρριχάται δίπλα σε μια ντουλάπα των μέσων του προηγούμενου αιώνα. Οι πορτοκαλί αποχρώσεις ενός τηγανιού της γαλλικής μάρκας Le Creuset ξεχωρίζουν στα λευκά ράφια της κουζίνας του. Το πάτωμα είναι στρωμένο με ένα βερβερικό χαλί, διακρίνεις μια πολυθρόνα σε στιλ Μπαουχάους και ένα μακρόστενο τραπέζι περιτριγυρισμένο από καρέκλες με την υπογραφή του σχεδιαστή Έντζο Μάρι. Τα ανοιχτά φύλλα μιας διπλής γαλλικής μπαλκονόπορτας οδηγούν σε μια βεράντα που έχει θέα στους ξεθωριασμένους κίτρινους τοίχους της γειτονιάς Ίζολα.

Έχει εγκατασταθεί πρόσφατα σε αυτό το ξεχωριστό διαμέρισμα, μετά από δεκατρία χρόνια στο Βερολίνο. Αυτή η μετακόμιση σήμαινε, ουσιαστικά, την επιστροφή του στην πόλη που εγκατέλειψε απογοητευμένος, όταν η συλλογικότητα καταληψιών στην οποία συμμετείχε έχασε τη μάχη με τις αναπτυξιακές εταιρείες ακινήτων του Μιλάνου.

«Παλεύαμε ενάντια στον εξευγενισμό της Ίζολα. “Τρέχαμε” ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που μπορούσαν να παρακολουθήσουν τα παιδιά μετά το σχολείο, είχαμε την Εκκλησία στο πλευρό μας και για ένα διάστημα φαινόταν πως είχαμε πραγματικά ενώσει όλη τη γειτονιά». Δείχνει με το τσιγάρο του προς τη βεράντα και καγχάζει. «Αλλά, όπως βλέπεις, χάσαμε».

Οι αντιφάσεις μιας γενιάς

Στα βιβλία του ο Λατρόνικο, ένας άνδρας σαράντα ενός ετών με μουστάκι, γυαλιά οράσεως με χρυσό σκελετό και σκουλαρίκι στο ένα του αυτί, περιγράφει ανθρώπους που ανήκουν στη γενιά των Μillennials και λαχταρούν έναν καλύτερο κόσμο. Ανθρώπους που θέλουν να δώσουν ένα τέλος στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση· που θέλουν να σταματήσουν τον εξευγενισμό της γειτονιάς τους. Στην Τελειότητα, ένα μικρό σε έκταση μυθιστόρημα που περιλήφθηκε στη βραχεία λίστα των υποψηφιοτήτων για το διεθνές βραβείο Μπούκερ του 2025 και έχει να κάνει με ένα νεαρό ζευγάρι εκπατρισμένων στο Βερολίνο, οι πρωταγωνιστές του θέλουν να αποκτήσουν ένα όμορφο διαμέρισμα.

Ο Λατρόνικο είχε την ευκαιρία να αναστοχαστεί και πάνω στη δική του επιθυμία να κατακτήσει αυτόν τον στόχο, όταν, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, άνοιξε έναν λογαριασμό στο Instagram «επειδή βαριόταν και ένιωθε μοναξιά».

«Άρχισα τότε να παρατηρώ ότι όλα τα διαμερίσματα που έβλεπα στο Instagram έμοιαζαν με το δικό μου», λέει. Έχει συνείδηση της κατά κάποιον τρόπο αντίφασης ανάμεσα στην επιθυμία του για πολιτική αλλαγή και στην αγάπη του για το εκλεπτυσμένο λαϊφστάιλ. «Τότε, όταν απέκτησα Instagram, ήταν που άρχισα να διαπιστώνω από πού πηγάζει όλο αυτό – το γιατί ήθελα να έχω ένα κουζινικό σκεύος με την υπογραφή της Le Creuset. Ξεκίνησα, λοιπόν, να αναρωτιέμαι όλα όσα διακυβεύονταν περί αυτό».

Ξαφνικά, σηκώνεται από την καρέκλα του. Πιάνει κάτι μπίρες από την κουζίνα του και συνεχίζει: «Το Instagram με έκανε να σκεφτώ ότι θέλω να γράψω ένα βιβλίο στο οποίο να μπορούμε να δούμε τον αντίκτυπο που έχει πάνω μας το Internet. Δεν ήθελα, όμως, να επικεντρωθώ σε κάποια συγκεκριμένη πλατφόρμα ή τεχνολογία, επειδή αυτά αλλάζουν. Έκανα, λοιπόν, ένα βήμα πίσω και ρώτησα τον εαυτό μου: “Πώς θα το εξηγούσες αυτό το πράγμα στον Κικέρωνα;”».

Ο συγγραφέας που ξέρει τι θέλουν οι millennials-1

Το να εξηγήσει την κουλτούρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στον Μάρκο Τύλλιο Κικέρωνα αποδείχθηκε ότι δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Πέρασε επτά χρόνια στο Βερολίνο προσπαθώντας, χωρίς επιτυχία, να γράψει το μυθιστόρημα που είχε φανταστεί.

«Αρχικά, έκανα ένα προσχέδιο με κεντρικό ήρωα έναν γκουρού της αυτοβελτίωσης. Συνειδητοποίησα, όμως, ότι υπάρχει κάτι στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η δυναμική της ονλάιν πραγματικότητας, που καθιστά την περιγραφή της σε ένα παραδοσιακό μυθιστόρημα πολύ δύσκολη και βαρετή», λέει. «Και τότε ήταν που διάβασα τα Πράγματα του Ζορζ Περέκ [Σ.τ.Μ. το συγκεκριμένο βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χατζηνικολή] και σκέφτηκα, φιλαράκο μου, ότι αυτός ο τύπος κατάφερε να γράψει πριν από πενήντα χρόνια το μυθιστόρημα που προσπαθείς εσύ να γράψεις τώρα».

Όπως ακριβώς κάνει ένας μουσικός παραγωγός που χρησιμοποιεί ένα sample από μια παλιά επιτυχία της ντίσκο για να φτιάξει ένα καινούργιο τραγούδι, έτσι και ο Λατρόνικο διηγήθηκε ξανά την ιστορία του κλασικού μυθιστορήματος του Ζορζ Περέκ, το οποίο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1965. Εκείνο είχε να κάνει με ένα ζευγάρι Παριζιάνων που ασχολούνταν με το μάρκετινγκ και επιθυμούσαν, εμμονικά, να αποκτούν καταναλωτικά αγαθά. Ο Λατρόνικο, στο δικό του βιβλίο, αντικατέστησε τα υλικά αντικείμενα με τα σύμβολα του λαϊφστάιλ των Μillennials· την καταναλωτική κουλτούρα της δεκαετίας του 1960 με το λαϊφστάιλ της δεκαετίας του 2010, το οποίο καθοριζόταν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ο τίτλος, μάλιστα, του δικού του μυθιστορήματος είναι εμπνευσμένος από την Excellences & Perfections (Αριστείες και τελειότητες), μια ονλάιν περφόρμανς της εννοιολογικής καλλιτέχνιδας Αμάλια Ούλμαν.

Στο βιβλίο του, η Άννα και ο Τομ είναι γραφίστες από «μια μεγάλη, αλλά περιφερειακή πόλη της Νότιας Ευρώπης», οι οποίοι μετακομίζουν στο Βερολίνο για να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Δουλεύουν στα ακριβά τους λάπτοπ από καφετέριες που είναι γεμάτες με φυτά, πηγαίνουν στις βερνισάζ των γκαλερί και σε τέκνο πάρτι. Πίνουν φυσικό κρασί και μονοποικιλιακό καφέ, κατασκευάζοντας προσεκτικά μια μυθολογία αστικής ζωής σύμφωνα με τα πρότυπα που περνούν από «τα Instagram feeds μιας ολόκληρης γενιάς».

Όπως λέει, είχε πέσει σε «πολύ βαθιά κατάθλιψη» όταν το έγραψε και ήταν απαισιόδοξος για τις προοπτικές του. Είχε σχεδιάσει, μάλιστα, να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε προκαταβολή θα λάμβανε από τη συμφωνία που είχε κάνει με έναν εκδοτικό οίκο στην Ιταλία, για να επανεκπαιδευτεί ως ξυλουργός ή κτηματομεσίτης. «Έστειλα στον εκδοτικό μου ένα email που έλεγε: “Λυπάμαι, αλλά αυτό το βιβλίο είναι μη δημοσιεύσιμο. Δεν έχει διαλόγους. Δεν έχει πλοκή. Είναι αντιγραφή ενός άλλου βιβλίου”».

Η Τελειότητα έγινε διεθνές μπεστ σέλερ. Το μυθιστόρημα πουλήθηκε σε σαράντα δύο χώρες, ενώ οι εκδόσεις του στα αγγλικά πούλησαν περισσότερα από ογδόντα πέντε χιλιάδες αντίτυπα.

Μια παγκοσμιοποιημένη αισθητική

«Νομίζω ότι το πνεύμα της εποχής ήρθε κι έδεσε με την κοινωνική κριτική που ασκεί το βιβλίο», δηλώνει ο Ζακ Τεστάρ των εκδόσεων Fitzcarraldo, ενός μικρού βρετανικού εκδοτικού οίκου, ο οποίος, από την ίδρυσή του πριν από έντεκα χρόνια, έχει εκδώσει τα βιβλία τριών βραβευμένων με Νόμπελ συγγραφέων. Η Τελειότητα είναι το βιβλίο που έβγαλε φέτος και έκανε τις περισσότερες πωλήσεις, προσθέτει.

Η Τελειότητα έγινε διεθνές μπεστ σέλερ. Το μυθιστόρημα πουλήθηκε σε σαράντα δύο χώρες, ενώ οι εκδόσεις του στα αγγλικά πούλησαν περισσότερα από ογδόντα πέντε χιλιάδες αντίτυπα.

Κατά μία ειρωνεία της τύχης, καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, το εξώφυλλο της Τελειότητας εμφανιζόταν συνεχώς σε memes και περνούσε από τα feeds των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ακριβώς όπως τα σύμβολα του λαϊφστάιλ που σατιρίζει ο Λατρόνικο. Πριν από λίγο καιρό, δε, η Τελειότητα συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα για τα Εθνικά Βραβεία Βιβλίου των Ηνωμένων Πολιτειών.

«Υπάρχει κάτι που δημιουργεί ενδιαφέρον στην αντίφαση της επιδίωξης κάποιου να είναι κοσμοπολίτης ή ψηφιακός νομάς και στην επιθυμία του να γελάσει με αυτούς τους ανθρώπους», λέει ο Νικ Ντιούρινγκ, διευθυντής δημοσίων σχέσεων της New York Review of Books, που είναι υπεύθυνη για την κυκλοφορία του βιβλίου στην Αμερική.

Η Τελειότητα έχει, βέβαια, μεγαλύτερο βάθος, λέει η Λόρεν Όιλερ, συγγραφέας και φίλη του Λατρόνικο. «Δεν πρόκειται για σάτιρα, αλλά για ένα σχόλιο πάνω σε αυτό που ο Βιντσέντζο αποκαλεί “πανομοιότυπο αγώνα μιας γενιάς για διαφορετική ζωή”», συνεχίζει. Στο δικό της μυθιστόρημα Fake Αccounts (Ψεύτικοι λογαριασμοί) πρωταγωνιστεί, επίσης, ένας άνθρωπος που μετακομίζει στο Βερολίνο, την πόλη όπου ζει και εκείνη. «Πρόκειται για την ατυχία της γενιάς μας. Συμμετέχουμε όλοι με τον τρόπο μας σε αυτή την παγκόσμια, ψηφιακή οικονομία και στο ίδιο λαϊφστάιλ».

Οι ιδέες με τις οποίες παίζει η Τελειότητα –το πώς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ισοπεδώνουν τον πολιτισμό, το πώς η επιθυμία διαμορφώνεται μέσα από τις εικόνες που βλέπουμε στο διαδίκτυο, η ματαιότητα που χαρακτηρίζει το χτίσιμο μιας κοινότητας μέσω της κατανάλωσης– αντλούνται από την ίδια τη ζωή του Λατρόνικο.

Μεγαλωμένος στο Μιλάνο, σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης, εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών. Το βιβλίο, που είχε να κάνει με μια ομάδα νεαρών ακτιβιστών που ταξίδευαν για τις διαμαρτυρίες εναντίον της G8 στη Γένοβα, τα πήγε «θεαματικά χάλια», καταπώς δηλώνει ο ίδιος. Κι όταν η συλλογικότητα των καταληψιών της Ίζολα έχασε το κτίριό της, ο Λατρόνικο λαχταρούσε να ξεφύγει από την πολιτική κατάσταση της Ιταλίας.

Το 2009 έλαβε μια ασφαλιστική αποζημίωση έπειτα από ένα τροχαίο ατύχημα που είχε και μετακόμισε στο Βερολίνο, γοητευμένος από τα χαμηλά ενοίκια της πόλης και την μποέμικη ζωή της. Το δεύτερο μυθιστόρημά του, που είχε να κάνει με έναν Μιλανέζο επενδυτή ακινήτων ο οποίος τα είχε βάλει με μια ομάδα καταληψιών, κέρδισε το βραβείο Premio Napoli και τον καθιέρωσε ως μια ανερχόμενη φωνή στην ιταλική λογοτεχνία.

Νέος στόχος, η εξοχή

Το σκηνικό της κουβέντας μας αλλάζει. Είναι βράδυ Τετάρτης, κάνει ζέστη, με τον Λατρόνικο δειπνούμε στο Gloria, ένα εστιατόριο που ανήκει στον στενό του φίλο Τομάσο Μελίλι, σεφ και συγγραφέα γαστρονομικών βιβλίων. Από πέρυσι που το εστιατόριο προβλήθηκε μέσω ενός βίντεο του Αμερικανού ηθοποιού Στάνλεϊ Τούτσι στο TikTok, έχει κατακλυστεί από τουρίστες.

«Αυτό το εστιατόριο το έχω σαν δεύτερο σπίτι μου», λέει ο Λατρόνικο, σιγοπίνοντας ένα ποτήρι θολό κρασί.

Ο συγγραφέας που ξέρει τι θέλουν οι millennials-2Όταν επέστρεψε στο Μιλάνο, άρχισε να μένει υπό την ίδια στέγη με την ατζέντισσα συγγραφέων Αριάνα Μιάτσο –τότε ήταν μνηστή του, πλέον είναι σύζυγός του– και τις δύο γάτες τους. Με τους φίλους του από τους κύκλους των λογοτεχνών άρχισαν να επικοινωνούν μέσω ενός γκρουπ τσατ. Ανταλλάσσουν εκατοντάδες μηνύματα την ημέρα –«είμαστε όλοι ελεύθεροι επαγγελματίες, ξέρεις»– και περιφέρονται ανά τις βιβλιοπαρουσιάσεις και τα πάρτι που λαμβάνουν χώρα στο Μιλάνο. 

Ο Κάιλ Τσέικα, δημοσιογράφος του New Yorker, εμφανίζεται στο τραπέζι μας ντυμένος πανομοιότυπα με τον Λατρόνικο: φοράει ένα μπλε-πετρόλ τζιν πουκάμισο πάνω από ένα λευκό T-shirt με στρογγυλή λαιμόκοψη.

Ο Λατρόνικο του λέει ότι μία από της πηγές της έμπνευσής του για την Τελειότητα ήταν το Airspace, ένα κείμενο του Τσέικα που δημοσιεύτηκε το 2016 και υποστήριζε ότι η κουλτούρα του Internet οδήγησε στην κυριαρχία μιας ομοιογενούς αισθητικής σε όλο τον κόσμο. «Όλα τα εστιατόρια, είτε είναι στο Μπουένος Άιρες, είτε στο Μιλάνο, είτε στο Βερολίνο, φαίνονται ίδια μεταξύ τους· έχουν κάπου μια μονστέρα και το μενού τους είναι γραμμένο σε έναν μαυροπίνακα», λέει ο Λατρόνικο. «Και για κάποιον ανεξήγητο λόγο όλοι πιστεύουν ότι αυτό εκφράζει το προσωπικό τους στιλ». Ο Τσέικα βάζει τα γέλια. «Να μαστε κι εμείς εδώ, να πίνουμε το αφρώδες φυσικό κρασάκι μας ντυμένοι στα ασορτί».

Υπό τη βοή που δημιουργείται από τον κόσμο γύρω μας που μιλάει στα αγγλικά, ο Λατρόνικο και ο Τσέικα αρχίζουν να συζητούν για το πώς έχουν αλλάξει οι στόχοι της γενιάς τους. Έχοντας μπει και οι δυο τους στη μέση ηλικία, δεν λαχταρούν πια το αστικό λαϊφστάιλ της νιότης τους. Ενώ γεμίζουν τα ποτήρια τους από ένα δεύτερο μπουκάλι κρασί, διαπιστώνουν ότι και οι δυο τους σκέφτονται κατά καιρούς να μετακομίσουν κάπου στην εξοχή, στη νότια Ευρώπη.

Αυτό ακριβώς είναι που αποφάσισε να κάνει και το ζευγάρι των εκπατρισμένων της Τελειότητας, αφού απογοητεύτηκε από το Βερολίνο. Έχοντας εμπλακεί σε ακτιβιστικές δράσεις κατά τη διάρκεια της μεταναστευτικής κρίσης του 2015, ανακαλύπτουν ότι δεν διαθέτουν τα μέσα για να αλλάξουν το οτιδήποτε: «Η Άννα και ο Τομ όχι μόνο δεν έχουν το κουράγιο να αγωνιστούν για έναν ριζικά διαφορετικό κόσμο, αλλά δεν μπορούν καν να τον φανταστούν».

Τώρα, στα τριάντα τους, επιστρέφουν στην πατρίδα τους, στη Μεσόγειο, αναζητώντας «ένα αίσθημα ελευθερίας και περιπέτειας».«Είναι από τα κλισέ που χαρακτηρίζουν τη γενιά των Μillennials», λέει ο Τσέικα. «Η γυναίκα μου κι εγώ λέμε να αγοράσουμε κάποια στιγμή ένα αγρόκτημα κάπου στην Ισπανία».

*To μυθιστόρημα Η τελειότητα του Βιντσέντζο Λατρόνικο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Loggia, σε μετάφραση Δήμητρας Δότση.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT