Όταν πριν από αρκετά χρόνια διάβασα το Σολάρις του Στάνισλαβ Λεμ, θεώρησα ότι πιθανότατα δεν θα χρειαζόταν να διαβάσω άλλο μυθιστόρημα για το διάστημα. Μου έφτανε. Αλλά ήμουν περίεργος: Τι το εξαιρετικό μπορεί να είχε γράψει η Σαμάνθα Χάρβεϊ στις Τροχιές ώστε να κερδίσει προ μηνών το Μπούκερ και να γραφτούν τόσο εγκωμιαστικές κριτικές (π.χ. αν διαβάσετε το βιβλίο της, αναζητήστε μετά το κείμενο του Τζέιμς Γουντ στο New Yorker); Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε προ ημερών από τις εκδόσεις Gutenberg, το άνοιξα, το ξεκίνησα, κατάλαβα.
Η 49χρονη Αγγλίδα έγραψε μια ερωτική επιστολή στη Γη, τοποθετώντας έξι ανθρώπους σε έναν διαστημικό σταθμό να την παρατηρούν. «Η γη είναι το πρόσωπο μιας ευτυχισμένης ερωμένης· τη βλέπουν να κοιμάται και να ξυπνά, και χάνονται στις συνήθειές της. Η γη είναι μια μητέρα που περιμένει τα παιδιά της να επιστρέψουν, φορτωμένα αφηγήσεις, έκσταση και λαχτάρα». Και είναι περίπου αυτό. Ένας ύμνος για το στολίδι που λάμπει μέσα στο απέραντο σκοτάδι.

Σε μια πολύ ωραία σκηνή, ένας από τους έξι, ο Πιέτρο, περιγράφει πως του λείπουν τα απλά αντικείμενα. Ένα στολίδι σε ένα ράφι ή ένα χαλί. Και τι θα έκανε σε αυτό το χαλί; Θα ξάπλωνε, λέει, και θα ονειρευόταν το διάστημα.
Δεν πρόκειται προφανώς για ένα τυπικό sci-fi μυθιστόρημα, αλλά για μια μυθοπλαστική, ρεαλιστική αποτύπωση ενός διαστημικού ταξιδιού. Είναι περίπου σαν ο Λεμ ή ο Άρθουρ Κλαρκ να συνάντησε τη Βιρτζίνια Γουλφ (από την οποία η Χάρβεϊ έχει επηρεαστεί αφηγηματικά) και τις περιβαλλοντικές ανησυχίες του καιρού μας, και με μια φωνή λυρική, ευαίσθητη, σοφή, επιστημονική να καταγράφηκε όλη η ουσία του κόσμου.
Το μυθιστόρημα Τροχιές της Σαμάνθα Χάρβεϊ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Γιώργου Κυριαζή.

