Μετά την ανάγνωση της Μεθορίου, του πιο πρόσφατου και πιθανότατα τελευταίου μυθιστορήματος του Τζέραλντ Μαρνέιν (γεν. 1939), περνάω μια παρατεταμένη περίοδο θαυμασμού γι’ αυτόν τον μυστήριο Αυστραλό συγγραφέα, διαπιστώνοντας έτσι σταδιακά ότι είναι όντως τόσο μυστήριος.
Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, πριν από 16 χρόνια, εγκαταστάθηκε σε ένα μέρος ονόματι Γκορόκε, 300 κατοίκων, στη νοτιοανατολική άκρη της χώρας. Δεν έχει ταξιδέψει ποτέ μακριά από την Αυστραλία. Δεν έχει μπει σε αεροπλάνο. Δεν έχει τηλεόραση. («Δεν έχω πάει ποτέ οικειοθελώς σε γκαλερί», ήταν μια σπουδαία ατάκα που είπε σε ένα μίνι ντοκιμαντέρ.) Χρησιμοποιεί γραφομηχανή. Κοιμάται σε ένα στρωματάκι του κάμπινγκ, γιατί στο σπίτι του δεν χωράει κρεβάτι – είναι γεμάτο φωριαμούς όπου αρχειοθετεί με εμμονική συνέπεια τεκμήρια όλης του της ζωής (προσωπικής και λογοτεχνικής).

Το μυθιστόρημα έχει μια πολύ προφανή αυτοβιογραφική διάσταση, με τον Μαρνέιν να προβληματίζεται για την «πραγματικότητα» της αφήγησής του και γενικότερα για τη διαδικασία της γραφής και τη φύση της μυθοπλασίας – είναι σαν αυτό το μυθιστόρημα να έχει το σχήμα του μυαλού του. Κατά τα άλλα, πάντως, δεν είναι μια ιστορία για βιτρό, αλλά μια καταγραφή της μάχης των αναμνήσεων. Οι εικόνες, οι σκέψεις, τα διαβάσματα.
Τι μένει ζωντανό; Χωρίς αυστηρή πλοκή, δαιδαλώδες και συνειρμικό, το ποιητικό μυθιστόρημα της Μεθορίου είναι ένας συγκινητικός αποχαιρετισμός ενός πολύ φωτεινού μυαλού.
Η Μεθόριος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά.

