Σχετικά με τον Ελρόι: Κάποιοι θα τον παρατήσουν στις πρώτες σελίδες, εξαντλημένοι από τον καταιγισμό ονομάτων, μπουχτισμένοι από τη βία και τη βρόμικη γλώσσα, ενώ κάποιοι άλλοι θα μαγνητιστούν και δεν θα πιστεύουν πώς έφυγε όλο το απόγευμα διαβάζοντας. Υποθέτω ότι και οι πρώτοι (αυτοί που θα τον παρατήσουν) θα γίνονταν τελικά οι δεύτεροι (αυτοί που θα κολλήσουν), αν έδιναν λίγο χρόνο μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια τους στο σκοτάδι. Κι ας λέει ο ίδιος ότι δεν θεωρεί τα βιβλία του ιδιαίτερα σκοτεινά (το είπε προ ολίγου καιρού σε συνέντευξή του στην «Κ», στον Σπήλιο Λαμπρόπουλο), αφού σε όλα «υπάρχει έντονο το στοιχείο της αγάπης». Έχει ενδιαφέρον ότι το βλέπει έτσι.

Η ιστορία ξεκινάει με την κραυγή ενός άντρα που πέφτει στο κενό: «Η δουλειά είναι στημένη». Είναι το αυγουστιάτικο βράδυ που βρέθηκε νεκρή η Μονρόε, η οποία αποτελεί σημείο αναφοράς στην πλοκή, πρωταγωνίστρια σε έναν κόσμο εγκλημάτων και διαστροφών. Φρίκη, ατέλειωτη φρίκη. Υπάρχει κάπου το στοιχείο της αγάπης, πράγματι, αλλά είναι χαμένο στο σκοτάδι.
Συμπέρασμα πρώτο: Το βιβλίο θυμίζει περισσότερο τα κορυφαία μυθιστορήματα της πρώτης τετραλογίας (Μαύρη ντάλια, Το μεγάλο πουθενά, Λος Άντζελες εμπιστευτικό, Λευκή τζαζ) παρά τα προηγούμενα της παρούσας (Perfidia, Θύελλα).
Συμπέρασμα δεύτερο: Ο 76χρονος Ελρόι είναι σε φανταστική φόρμα. Η γλώσσα του τρέχει. Οι ατάκες απίθανες. Η υπόθεση είναι τόσο πολύπλοκη, που απαιτούνται σπάνιες δεξιότητες για να μη σπάσει. Είναι ο πιο σημαντικός συγγραφέας της σκληρής αστυνομικής λογοτεχνίας εδώ και μισό αιώνα.
Οι γητευτές κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη.

