«Αυτό που συμβαίνει μετά τον θάνατο είναι ότι εισέρχεσαι στο Απέραντο Πουθενά, σε έναν μαύρο χώρο όπου τίποτα δεν είναι ορατό, σε ένα άηχο κενό μηδενικότητας, στη λήθη της ανυπαρξίας». Έτσι φανταζόταν ο Πολ Όστερ τη μετά θάνατον κατάσταση; Όταν έγραφε το τελευταίο του μυθιστόρημα, Μπαουμγκάρτνερ (εκδ. Μεταίχμιο), είχε ήδη διαγνωστεί με καρκίνο και είχε ήδη βιώσει τον τραγικό θάνατο του γιου και της εγγονής του – είναι δύσκολο να αποβάλει κανείς την κακιά συνήθεια να συνδέει την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία, αν και καμιά φορά αυτή η συνήθεια δεν είναι τόσο κακιά. Είναι απλώς θέμα εντύπωσης, όχι ουσίας. Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί μέρος του εξής περιστατικού: Ο πρωταγωνιστής, Σάι Μπαουμγκάρτνερ, συγγραφέας και καθηγητής στο Πρίνστον, 71 ετών, ονειρεύεται ότι η εδώ και μία δεκαετία νεκρή σύζυγός του του τηλεφωνεί και του αποκαλύπτει τι συμβαίνει σε αυτό το «κενό τίποτα που έχει αφαιρεθεί από άπειρα άλλα τίποτα».

Μακριά από τον ροκ μεταμοντερνισμό της Γυάλινης πόλης ή τις ευρηματικές αφηγήσεις της μεσαίας περιόδου του (π.χ. Το παλάτι του φεγγαριού, Το βιβλίο των ψευδαισθήσεων) ή ακόμα και από την πληθωρική σύνθεση του 4 3 2 1, το Μπαουμγκάρτνερ είναι ένας τρυφερός επίλογος μιας σπουδαίας συγγραφικής πορείας. Η οποία ξεκίνησε μέσα από την ποίηση και έπειτα με το αυτοβιογραφικό Η επινόηση της μοναξιάς (1982) που άρχιζε κάπως έτσι: «[…] το να πεθάνει ένας άνθρωπος χωρίς προφανή αιτία, να πεθάνει απλώς και μόνο επειδή είναι άνθρωπος, μας φέρνει τόσο κοντά στο αόρατο σύνορο μεταξύ ζωής και θανάτου, ώστε να μην ξέρουμε πλέον σε ποια πλευρά βρισκόμαστε». Όπως ανοίγει ένας κύκλος, έτσι κλείνει.
Τα βιβλία του Πολ Όστερ κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. / Μπαουμγκάρτνερ, μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη.

