Το βιβλίο ήταν εξαντλημένο και κάπως ξεχασμένο στην άκρη της εργογραφίας της Ρέας Γαλανάκη – που λέει ο λόγος το είχε ξεχάσει και η ίδια, αφού στο «υστερόγραφο» που συνοδεύει τη νέα έκδοση του Πού ζει ο λύκος; (1982) η συγγραφέας σημειώνει ότι ταράχτηκε πολύ ξαναδιαβάζοντάς το εν όψει της επανακυκλοφορίας του. «Για διάφορους φανερούς ή για άλλους βαθιά κρυμμένους λόγους, μάλλον είχα απωθήσει τη ζωή και τον ψυχισμό μου σε κείνη τη μακρινή πια, πλην όμως ανελέητη περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας, που προκάλεσε και τη βίαιη ενηλικίωσή μας». Στο βιβλίο αποτυπώνεται ένα ταραγμένο αίσθημα, είναι αδύνατον να αγνοήσει κανείς την ιστορική συγκυρία, ορισμένες αναφορές που δεν αφήνουν περιθώρια (π.χ. το επισκεπτήριο στη φυλακή), αλλά και τη συγκινητική αφιέρωση στην αρχή («Για τις παρέες, από το ’67 ως το ’74»).

Μετράω τα χρόνια απ’ την κυκλοφορία του Λύκου· δεν λέω ότι δεν έχουν γραφτεί σημαντικά πεζά και ποιητικά έργα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, έχουν προφανώς, δεν είναι λίγα, αλλά μπροστά μου ανοίγεται η μεγάλη εικόνα. Πού πήγε αυτή η δύναμη και αυτή η τόλμη; Γιατί κρύφτηκε πίσω από συμβάσεις η θαρραλέα λογοτεχνία μας; Με εντυπωσίασε η ορμή αυτού του κειμένου, το θαύμασα, ένα κείμενο που είναι συνομήλικό μου και άρα στις σελίδες του αντηχούν οι ανησυχίες μιας προηγούμενης γενιάς. Με αφορούν, όμως, γιατί αυτές οι ανησυχίες είναι ίδιες για όλους τους ανθρώπους που αγαπάνε και φοβούνται, για όσους ενηλικιώνονται δύσκολα και για όσους κάπου κάπου καλοβλέπουν το απίθανο (π.χ. «[…] σε σκέφτηκα πολύ και δυνατά. Σχεδόν σε είδα»).
Το Πού ζει ο λύκος; της Ρέας Γαλανάκη κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

