«Oh Christ…», λέει μέσα απ’ τα δόντια της η 88χρονη γυναίκα όταν της λένε τα νέα οι δεκάδες ρεπόρτερ που έχουν περικυκλώσει το σπίτι της στη γειτονιά του Χάκνεϊ στο Λονδίνο. Εκείνη έχει μόλις βγει απ’ το ταξί, κρατάει σακούλες σούπερ μάρκετ και δεν έχει την παραμικρή ιδέα ότι έχει κερδίσει το Νόμπελ λογοτεχνίας.

Τεχνικά, ας πούμε, είναι ένα πανηγύρι αποσπασματικότητας (σύμφωνα με τις αρχές του μοντερνισμού, ας υποθέσουμε), αποτυπώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το χαοτικό προφίλ του μεταπολεμικού κόσμου και ανθρώπου. Στη μεγαλύτερη έκταση του μυθιστορήματος διαβάζουμε τα σημειωματάρια της συγγραφέως Άννα Βουλφ (ψευδο-alter ego της Λέσινγκ), η οποία τα ταξινομεί θεματικά και ανά χρώμα, ενώ παράλληλα εξελίσσεται ημι-αυτοτελώς μια ιστορία με τίτλο Ελεύθερες γυναίκες.
Η ερμηνεία εδώ είναι διττή: Οι γυναίκες που γνωρίζουμε είναι όντως «ελεύθερες» απ’ τις συμβάσεις, είναι έξυπνες, σκεπτόμενες, πολιτικοποιημένες, ανεξάρτητες, ωστόσο υπάρχει και μια διάσταση σαρκαστική. Πόσο ελεύθερες είναι, τελικά; Και τι σημαίνει αυτό; Ελεύθερες απ’ τους άντρες; «Όλοι, ακόμα και οι καλύτεροι, εξακολουθούν να μας χαρακτηρίζουν με γνώμονα τη σχέση μας με τους άντρες», λέει κάποια στιγμή η πρωταγωνίστρια.
Στην κριτική συναντάμε συνήθως το βιβλίο ως ένα «φεμινιστικό μυθιστόρημα», γεγονός που δεν έβρισκε σύμφωνη τη Λέσινγκ, αφού δεν είναι μόνο αυτό. Αλλά είναι και αυτό. Και είναι δύσκολο να μην το διαβάσει κανείς υπό αυτό το πρίσμα, ειδικά σήμερα που έχει ίσως ατονήσει το ενδιαφέρον για άλλα ζητήματα που θίγονται (π.χ. την πολιτική οργάνωση ή την απογοήτευση από το σοβιετικό καθεστώς), εν αντιθέσει με τη μάχη των φύλων, η οποία καλά κρατεί. Η καθαρή και ελεύθερη σκέψη της Λέσινγκ ξεκουράζει τη δική μας. Και μη σας τρομάξουν οι 1.055 σελίδες, μερικά βιβλία είναι μεγάλα απλώς επειδή έτσι πρέπει.
Το Χρυσό σημειωματάριο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, σε μετάφραση Έφης Τσιρώνη.

