Ο Βασίλης Σκουλάς μάς φτιάχνει οφτό και μας μιλάει για το Πάσχα της Κρήτης

Ο Βασίλης Σκουλάς μάς φτιάχνει οφτό και μας μιλάει για το Πάσχα της Κρήτης

Σε ένα δρομάκι στο Περιστέρι, παρέα με τον τραγουδιστή και λυράρη Βασίλη Σκουλά, ψήσαμε οφτό, που το λένε και αντικριστό, πήξαμε τυρί και μιλήσαμε για το Πάσχα στα Ανώγεια και τις παραδόσεις του

9' 8" χρόνος ανάγνωσης

Με τον Βασίλη Σκουλά γνωριζόμαστε χρόνια. Μεταξύ άλλων έχει ερμηνεύσει δύο τραγούδια σε στίχους δικούς μου και μουσική του Χρήστου Παπαδόπουλου. Του πατέρα μου τα λόγια, ντουέτο με τον Παντελή Θαλασσινό το ένα, και Αυτή η γη έχει φωνή το άλλο, ντουέτο με τον Αλέξανδρο Παρχαρίδη. Το δεύτερο μάλιστα χρίστηκε τίτλος παραστάσεων που δόθηκαν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στο αντίστοιχο της Θεσσαλονίκης με τη συμμετοχή του Σκουλά. 

Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»
Ο Βασίλης Σκουλάς μαζί με τον φίλο του, δεξιοτέχνη του μπουζουκιού, Χρήστο Νικολόπουλο, και τον δημοσιογράφο και συγγραφέα της βιογραφίας του, Κώστα Μπαλαχούτη.

Το σημαντικότερο, όμως, όσον αφορά το «δέσιμό» μας είναι πως είμαι ο συγγραφέας της βιογραφίας του, που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2025. Για τη δημιουργία της περάσαμε πολλές στιγμές μαζί. Πήγα στον τόπο του στα Ανώγεια, γνώρισα τους δικούς του, μοιράστηκα την καθημερινότητά του, τις αλήθειες, τα θέλω, τα χούγια του. Μέσα από τη σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσά μας, έγινα πλουσιότερος ως δημιουργός και, πρωτίστως, ως άνθρωπος. Έχει μια ευλογία πάνω του που λειτουργεί ευεργετικά για όσους τον συναναστρέφονται.

Όταν έρχεται στην Αθήνα για εκδηλώσεις, οι διοργανωτές τού εξασφαλίζουν διαμονές πρώτης γραμμής. Εκείνος όμως προτιμά να «ξεχειμωνιάζει» στο σπίτι του Δημήτρη Καρπαθάκη, σε ένα αδιέξοδο στενάκι στο Περιστέρι, κοντά στον Άγιο Αντώνη, που θυμίζει Ελλάδα του ’50. Ο Σκουλάς γνωρίζεται με την οικογένεια του οικοδεσπότη δεκαετίες τώρα και ο Καρπαθάκης θεωρεί αδιανόητο το γεγονός να μένει ο άνθρωπος αυτός, που θεωρεί μέντορά του, κάπου αλλού.

Κάπως έτσι, μέσα από τις συχνές επισκέψεις του για εμφανίσεις στην πρωτεύουσα, ο Σκουλάς συγχρονίστηκε με όλη τη γειτονιά, που θεωρεί τιμητική την παρουσία του στους κόλπους της.

Σε αυτό το δρομάκι, λοιπόν, με τα χαμηλά σπίτια και τις αυλές, έχω δει να στήνονται ομαδικά γλέντια ολκής. Ο ένας ανάβει τη φωτιά στις κοινές ψησταριές, ο άλλος ρίχνει απάνω ό,τι έχει και φυσικά ο Σκουλάς τούς έχει μυήσει στην τέχνη του τόπου του, στο περίφημο οφτό (γνωστό και ως αντικριστό) αλλά και στο τυρί που πρέπει να συνοδεύει την απόλαυσή του. Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα για μια «πασχαλινή γιορτή» στην Αθήνα με κρητική ματιά. Ο Καρπαθάκης, υπό τις οδηγίες του Σκουλά, εξασφάλισε τα κατάλληλα κρεατικά, ενώ ο Λουκάς Παπαθανασίου προμηθεύτηκε από Βοιωτούς βοσκούς το πρόβειο γάλα. Οι φωτιές άναψαν, οι βέργες στήθηκαν, το τσουκάλι πύρωσε.

Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»
Οι φωτιές άναψαν, ακολουθούν οι βέργες.

Ο Σκουλάς επιμελήθηκε το άνοιγμα και το πέρασμα του αρνιού στις σούβλες, και φυσικά το αλάτισμα και το ψήσιμό του, και ο εγγονός του, το Βασιλειό, τον βρασμό και το πήξιμο του γάλατος για το ανθότυρο και τη μυζήθρα. Βλέπετε, αν διαθέτεις ανωγειανή καταγωγή και παίζεις καλό λαγούτο, και προπάντων αν έχεις καλούς «δασκάλους», μπορεί να καταλήξεις και ικανός τυροκόμος.

Απλόχερα τη βοήθειά της σε κάθε βήμα της διαδικασίας χάρισε η κιθαρίστρια, βιολίστρια και τραγουδοποιός Ελένη Τορνεσάκη, δεξί χέρι του Σκουλά.

Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»
Όλη η γειτονιά συμμετείχε στη γιορτή.
Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»
Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται κάθε φορά που ο Βασίλης Σκουλάς ανεβαίνει στην Αθήνα.
Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»

Στην παρέα μας, εκτός από γείτονες και γνωστούς περίοικους, προστέθηκαν και ονομαστοί φίλοι. Ξεχωριστό τόνο χάρισε μια παρέα από πιτσιρικάδες, με «αρχηγό» τον γιο του Καρπαθάκη, τον μικρό Παναγιώτη. «Υπαρχηγός» του, το γειτονόπουλο Άγγελος Ντόι, που μαζί με τον συνονόματο πατέρα του μας εξυπηρετούσαν στο καθετί…

Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»

Τα μυστικά του οφτού από τον Βασίλη Σκουλά

«Οφτό σημαίνει ψητό, ψημένο στη φωτιά. Είναι εύκολη και γρήγορη διαδικασία, αρκεί να έχεις το κρέας, αλάτι, ξύλα και ένα μαχαίρι. Τα παλιά χρόνια, οι βοσκοί σφάζαν το ζώο, το έγδερναν και το μοίραζαν σε τέσσερα κομμάτια, τα λεγόμενα γουλίδια. Άπλωναν το κρέας με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει ομοιόμορφο πάχος για να ψηθεί αρμονικά και το αλάτιζαν καλά. Παράλληλα κόβαν κλαδιά κι έφτιαχναν ξύλινες βέργες. Τις στήναν περιμετρικά πάνω σε πέτρες που σχημάτιζαν ένα τετράγωνο. Άναβαν στο κέντρο τη φωτιά και περνούσαν το κρέας σε άλλες βέργες που τις τοποθετούσαν στις τέσσερις πλευρές της αυτοσχέδιας ψησταριάς. Αν ήθελες, με δυνατή φωτιά, μπορούσες σε δύο ώρες να φας. Και ύστερα σκορπούσες τα ίχνη από το ψήσιμο στο χώμα. Αυτό το έκαναν επί Τουρκοκρατίας, όταν έκλεβαν τα ζωντανά για να επιβιώσουν. Σήμερα, που δεν έχουμε τέτοιους φόβους, προσωπικά προτιμώ το αργό ψήσιμο. Είναι πιο μερακλίδικο το αποτέλεσμα. Πρέπει, φυσικά, να αλλάζεις πλευρές στα μέρη του κρέατος τις κατάλληλες στιγμές και να προσέχεις μη στεγνώσουν. Το μυστικό είναι το κρέας να στάξει το περιττό λίπος του αλλά να παραμείνει ζουμερό. Για τα ξύλα προτιμώ την ελιά, καίγεται αργά και φτιάχνει θράκα που κρατάει. Αυτό είναι όλο κι όλο. Κάποιοι ρίχνουν προς το τέλος στη φωτιά μυρωδικά, όπως δεντρολίβανο, κλήματα απ’ τ’ αμπέλι ή ρίγανη, εγώ όχι.

Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»
Το οφτό έχει γίνει γνωστό ως αντικριστό τα τελευταία χρόνια, επειδή τα κομμάτια του κρέατος έχουν τη συγκεκριμένη διάταξη.

»Το οφτό στην ορεινή Κρήτη μάς κράτησε ζωντανούς σε εποχές πολύ δύσκολες και στερημένες. Κανείς δεν το έλεγε, ούτε το λέει, αντικριστό στα Ανώγεια, απ’ όπου ξεκίνησε αυτή η πρακτική για να κατακτήσει σιγά σιγά ολόκληρη την Κρήτη και όχι μόνο. Πριν από τρεις δεκαετίες, πέρα από τα Ανώγεια και την ευρύτερη ζώνη τους, το οφτό δεν το γνώριζαν στο νησί. Να προσθέσω πως η ονομασία αντικριστό έχει βγει τα τελευταία χρόνια, επειδή τα κομμάτια του κρέατος έχουν τη συγκεκριμένη διάταξη. Νομίζω πως αυτός ο τρόπος ψησίματος έχει τη ρίζα του στην αρχαία Ελλάδα.

Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»
Ο κ. Σκουλάς εξηγεί τα μυστικά του οφτού στην αρχισυντάκτρια του Γ, Χριστίνα Τζιάλλα.

»Για το κρέας, όπως και οι περισσότεροι, επιλέγω αρνί που πρέπει να έχει τα κιλάκια του, για να είναι γευστικό. Και το οφτό κατσίκι, όμως, παρότι πιο στεγνό, μου αρέσει. Βέβαια, το βασικό θέμα είναι πώς και πού έχει μεγαλώσει το ζώο. Στα Ανώγεια, για παράδειγμα, τα ζωντανά είναι ελεύθερα και τρώνε θάμνους και χόρτα του Ψηλορείτη. Πώς να μη βγει μετά νόστιμο το ψητό».

Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»
Ο εγγονός και συνονόματος του Βασίλη Σκουλά.

Ο Σκουλάς μιλάει, αλλά το μάτι του είναι συνεχώς στη φωτιά που έχει χαμηλώσει. Σηκώνεται, κοιτάζει τα ξύλα, διαλέγει αυτό που θεωρεί κατάλληλο και φωνάζει στον εγγονό του, που δέκα μέτρα πιο πέρα τυροκομεί, να τον φιλέψει λίγη μυζήθρα. «Μπράβου σου», του λέει αφού δοκιμάζει, «καλά τα κατάφερες».

Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»
Ο οικοδεσπότης μας, Δημήτρης Καρπαθάκης, διαφεντεύει την ψησταρία και πίσω του ο γείτονάς του Άγγελος Ντόι και ο φίλος του Λουκάς Παπαθανασίου.

Ακριβώς απέναντι από το Βασιλειό, ο Καρπαθάκης ψήνει κοψίδια, χοιρινόκοτόπουλο και λουκάνικα, που μερώνουν την αναμονή. Μπίρες, κρασιά και ρακές ανεβάζουν τη διάθεση. Ο Σκουλάς υποδέχεται δύο αγαπημένους του φίλους. Τον Χρήστο Μπιτσακτσή, ιδιοκτήτη του κοντινού περιστεριώτικου ζαχαροπλαστείου «Μέλισσα», και τον συνθέτη και σολίστα του μπουζουκιού Χρήστο Νικολόπουλο. Με τον πρώτο τον συνδέει η λατρεία του για τα γλυκά, παρότι η σύζυγός του, η κυρία Χρυσάνθη, συχνά διαμαρτύρεται φοβούμενη για τα επίπεδα του ζαχάρου του.

Βασίλης Σκουλάς «Το οφτό έχει τη νοστιμιά και το μεγαλείο της Κρήτης»
Στην παρέα μας και ο Χρήστος Νικολόπουλος, αγαπητός φίλος του Βασίλη Σκουλά.

Με τον δεύτερο διατηρούν δεσμούς φιλίας και αλληλοεκτίμησης, δεκαετίες πολλές. Μοιάζουν και σε πολλά, τόσο ως χαρακτήρες όσο και ως καλλιτέχνες. Και οι δύο ξεκίνησαν την πορεία τους από την εφηβική ηλικία τους και, περνώντας κυριολεκτικά μέσα από συμπληγάδες, γνώρισαν την πλατιά καταξίωση. Ο Νικολόπουλος ευλαβικά βγάζει τη λύρα του Σκουλά από τη θήκη της και του την προσφέρει. Το τραγούδι αρχίζει… Αριστερά και δεξιά του, ο εγγονός του και η Τορνεσάκη.

Εν αρχή, «Ερωτόκριτος», το αγαπημένο του απόσπασμα:
Σαν το μωρό, οπού κιανείς φαητό δεν τ’ αρμηνεύει
κ’ κείνο, ότι ώρα γεννηθεί, να βρει βυζί γυρεύει…

Ύστερα, το τραγούδι που έδωσε και τον τίτλο της βιογραφίας του:
Στο μετερίζι τσ’ ανθρωπιάς και στης τιμής το χρέος
Έκεια θα στέκω να παντώ κι ας είμαι ο τελευταίος.

Φινάλε απαιτητικό με ένα παραδοσιακό μανεδάκι:
Όλοι μου λένε γιάντα κλαις
κι αν κλαίω ποιον πειράζω;
Στον κόσμο εγεννήθηκα
καρδιές να δοκιμάζω…

Ήρθε η στιγμή να μας μιλήσει για λίγο και ο Χρήστος Νικολόπουλος:

«Χαίρομαι που βρίσκομαι μαζί σας. Ο Βασίλης Σκουλάς είναι δικός μου άνθρωπος, φίλος μου. Γνώριζα ότι είναι μάστορας σε όλα του, αλλά δεν ήξερα πως είναι τόσο καλός ψήστης. Ο Βασίλης έχει ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Διαθέτει έναν μοναδικό τρόπο να διηγείται ιστορίες και ανέκδοτα. Μόλις τον βλέπω και τον ακούω, ανοίγει η καρδιά μου. Είναι ταπεινός, καλόκαρδος και καταδεκτικός. Έχει βοηθήσει πολλούς συναδέλφους και συνανθρώπους μας. Είναι οικογενειάρχης, αποφεύγει τις καταχρήσεις και παραμένει αφοσιωμένος μαχητής του πάλκου και της δισκογραφίας. Αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για όλους».

Μνήμες από το Πάσχα στα Ανώγεια και τα παιδικά χρόνια

«Γεννήθηκα μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς. Τα Ανώγεια είχαν υποστεί το ολοκαύτωμά τους. Φτώχεια, στέρηση, αλλά και μαζί χαμόγελο κι ελπίδα. Ακόμη και τα μικρά παιδιά βοηθούσαμε με κάθε τρόπο τις οικογένειές μας για να επιβιώσουμε. Παιχνίδια δεν υπήρχαν. Έτσι, το Πάσχα ήταν μια φωτεινή παρένθεση που την περιμέναμε πώς και πώς. Ο Επιτάφιος, το στόλισμα και η περιφορά του δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα. Και μετά την Ανάσταση είχαμε το κάψιμο του Ιούδα. Σε κάθε ενορία, τα παιδιά κατά τη Σαρακοστή μαζεύαμε ξύλα, τα λεγόμενα αρφανόξυλα. Διαλέγαμε εκείνα που παίρνουν εύκολα φωτιά. Το Μεγάλο Σάββατο σχηματίζαμε ντάνες από αυτά και, όταν ο παπάς έλεγε το “Χριστός Ανέστη”, τα ανάβαμε. Φωτιζόταν όλο το χωριό. Αυτοί που θα έκαναν τη μεγαλύτερη φλόγα καίγοντας ταυτόχρονα το ομοίωμα του Ιούδα ήταν και νικητές στην άτυπη αυτή μονομαχία των ενοριών. Ετούτο λοιπόν ήταν και παραμένει το έθιμο του Αρφανού, που βγαίνει απ’ τη λέξη “φανός”, φαίνομαι δηλαδή. Και φυσικά πώς να παραβλέψεις τα κουλούρια, τα τσουρέκια, το οφτό, τα γαρδουμπάκια, το κοκορέτσι. Επίσης, τις άλλες μέρες, μαγειρεύαμε τις κοιλίτσες των ζώων, λεμονάτες με πατάτες στην κατσαρόλα. Τίποτα δεν πετιόταν, δεν γινόταν να πάει χαμένο εκείνους τους καιρούς. Αυτό το πιάτο ήταν και είναι για μερακλήδες. Μερικές φορές το μαγειρεύει ο ξάδελφός μου ο Βαγγέλης και το απολαμβάνουμε με φιλικές συντροφιές».

Στο ερώτημα σουβλιστό αρνί ή οφτό, ο Σκουλάς απαντά διαλλακτικά: «Αν πρέπει να πω ένα απ’ τα δύο, αυτό θα είναι το οφτό. Όμως και το σουβλιστό έχει τη χάρη του. Κάθε τόπος έχει τη δική του φωνή, τη δική του γεύση. Ίσως στην Κρήτη να επικράτησε το οφτό γιατί μπορεί να ψηθεί σε χαμηλή φωτιά δίχως να γίνεσαι στόχος των κατακτητών, δίχως να αφήνεις χνάρια δηλαδή. Μπορεί, πάλι, να υπάρχουν και άλλοι ιστορικοί ή και πρακτικοί λόγοι. Πάντως, απ’ όσα μου έχουν πει, και στους αρχαίους και στους βυζαντινούς χρόνους, αλλά και κατά την Ενετοκρατία, στον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη, τα αρνιά τα έψηναν με αυτόν τον τρόπο».

Σιγά σιγά η μέρα σβήνει και η νύχτα κατεβαίνει. Έχουμε χαρεί αρνί μοναδικά ψημένο, φρεσκοφτιαγμένο τυρί που χορταίνει τις αισθήσεις και μελένια γλυκά. Πάνω απ’ όλα όμως την εμπειρία να βρίσκεσαι δίπλα σε έναν άνθρωπο που έχει σπουδάσει τη ζωή και με τη ζήση και την τέχνη του δίνει τα ζύγια του ωραίου και του άξιου. Ο επίλογος δικός του:

«Δώδεκα χρονών κοπέλι έφυγα απ’ τα Ανώγεια με ένα λυράκι στο χέρι για το Ηράκλειο. Ο Θεός μόνο ξέρει πόσα τράβηξα και πώς τα πέρασα. Γύρισα όλο τον κόσμο, Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη, Αφρική, αλλά πάντα επέστρεφα στην Κρήτη. Τώρα στα Ανώγεια, στην Ντελίνα, έχω δημιουργήσει μια χρονοκάψουλα αναψυχής και πολιτισμού. Είμαι γεμάτος γιατί έκανα το όνειρό μου πραγματικότητα. Με πληγώνουν όμως πολλά που συμβαίνουν στη χώρα μας και στον πλανήτη. Ζούμε σε σκληρά χρόνια. Αν δεν πονέσουμε τον συνάνθρωπο, αν δεν νοιαστούμε για όσους είναι ανήμποροι, τι νόημα έχει η ζωή μας. Η ευχή μου σε όλους, με αφορμή αυτό το Πάσχα, είναι αγάπη, αντοχή και αξιοπρέπεια».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT