Υπάρχουν εικόνες που δεν χρειάζονται λεζάντα για να αντιληφθείς την πραγματική πληροφορία. Στη σειρά φωτογραφιών του Martin Parr «The Last Resort», η αλήθεια αυτή μυρίζει τηγανητό λάδι, ξεφτισμένα όνειρα και μια παράξενη, βρετανική μελαγχολία. Κοιτάω την πωλήτρια παγωτού: νεαρή ακόμη, αλλά ήδη κουρασμένη με έναν τρόπο που δεν έχει σχέση με την ηλικία. Τα παιδιά μπροστά της, ξελιγωμένα από τη ζέστη, κρατούν λιωμένα χωνάκια που στάζουν πάνω στα μπράτσα τους. Εκείνη στέκεται με τα χέρια στη μέση, σε μια πόζα που δεν ξέρεις αν είναι άμυνα ή παραίτηση. Θα μπορούσε να δουλεύει οπουδήποτε· θα μπορούσε να ζει μια άλλη ζωή. Αντί γι’ αυτό, μοιράζει παγωτό που λιώνει πριν φτάσει στο στόμα σε μια ουρά παιδιών που ουρλιάζουν για λίγη ζάχαρη ακόμη.
Λίγα καρέ πιο πέρα, ένα μεγάλης ηλικίας ζευγάρι κάθεται σε ένα κάπως καταθλιπτικό εστιατόριο-καφέ του New Brighton, ο ένας απέναντι στον άλλον, χωρίς να μοιράζονται τίποτα εκτός από το τραπέζι. Εκείνη κοιτάζει τα χέρια της σαν σε μια τελευταία στιγμή αυτοσυγκράτησης. Εκείνος, με το τσιγάρο σφηνωμένο ανάμεσα στα χείλη του, κοιτάζει στο κενό, σαν να περιμένει κάτι που είναι απίθανο να συμβεί. Είναι μία σχέση που κρατιέται από συνήθεια ή από την αδυναμία των δύο να σηκωθούν από το τραπέζι και να φύγουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Μπροστά τους ψίχουλα, σάλτσες, υπολείμματα, σαν κατάλοιπα ενός κοινού χρόνου που εξατμίστηκε.
Μετά, το ηλικιωμένο ζευγάρι στο παγκάκι. Το καλάθι των σκουπιδιών μπροστά τους ξεχειλίζει τόσο, που δείχνει έτοιμο να καταπιεί ολόκληρο το κάδρο. Είναι μια βία που έρχεται από το περιβάλλον, όχι από τους ανθρώπους. Η γυναίκα τρώει προσεκτικά fish and chips, σαν να προσπαθεί να κρατήσει την αξιοπρέπεια της στιγμής. Ο άνδρας μασάει αμήχανα. Στο καρότσι ένα μωρό δαγκώνει ένα κομμάτι ψωμί, χαμένο στον δικό του μικρό, ανεξάρτητο κόσμο. Η φωτογραφία είναι σχεδόν σκληρή, όχι για όσα δείχνει, αλλά για όσα υπονοεί: ένα τοπίο απόλαυσης που έχει μετατραπεί σε χώρο επιβίωσης. Μια βρετανική παραλία που δεν θυμάται πια τι σημαίνει «θέρετρο».

Και μπροστά από έναν πάγκο εστιατορίου, ένα πλήθος –παιδιά, έφηβοι, γυναίκες, με τις πετσέτες ακόμη τυλιγμένες γύρω τους– πνίγει τα λουκάνικα με κέτσαπ και μουστάρδα, με μια επιθετικότητα που δεν απευθύνεται στο φαγητό αλλά στον ίδιο τον κόσμο. Οι αντλίες της κέτσαπ πατιούνται ξανά και ξανά με την ορμή κάποιου που δεν θέλει απλώς να φάει αλλά να νιώσει ότι δικαιούται μια στιγμή πληρότητας, έστω και τεχνητής. Όλες αυτές οι σκηνές –η πωλήτρια, το ζευγάρι στο καφέ, οι ηλικιωμένοι στο παγκάκι, οι ουρές για την κέτσαπ– είναι τεκμήρια της βρετανικής παραλίας της εργατικής τάξης των 80s. Είναι ο ανθρωπολογικός χάρτης μιας κοινωνίας που τρώει για να αντέξει, τρώει για να ξεχάσει, τρώει για να συνεχίσει. Ο Parr δεν φωτογράφιζε το φαγητό. Φωτογράφιζε την πολιτική της πείνας· όλα όσα καταπίνουμε για να επιβιώσουμε, ακόμη κι όταν δεν έχουν γεύση.
Η σχολιαστική ματιά του Parr –που έφυγε πριν από λίγο καιρό από τη ζωή, σε ηλικία 73 ετών, προκαλώντας βαθιά, απροσποίητη θλίψη στον κόσμο της εικόνας της και τη αισθητικής– λειτουργεί ως τεκμήριο στις φωτογραφίες του. Είναι πολιτικό ίζημα. Είναι τα ψίχουλα που μένουν όταν μια χώρα έχει ήδη καταπιεί την ίδια της την αφήγηση για το ποια είναι. Στη σειρά «British Food», η φωτογραφία με τα chips και τα φασόλια μοιάζει να κουβαλάει όλη τη μεταπολεμική ιστορία της βρετανικής εργατικής τάξης: μια επιφάνεια που έχει δεχτεί χιλιάδες δίσκους, χιλιάδες γεύματα, χιλιάδες μικρές υποχωρήσεις της καθημερινότητας. Στην εικόνα αυτή, ο Parr καταγράφει κάτι ακριβέστερο από φτώχεια ή απλότητα· καταγράφει τον ρυθμό μιας κοινωνίας που έμαθε να στηρίζεται σε ό,τι μπορεί να αντέξει.
Και σχεδόν σαν απάντηση έρχεται η φωτογραφία με το trifle και μια σειρά από γλυκίσματα τόσο υπερκορεσμένα, που μοιάζουν να έχουν βγει από άλλο σύμπαν. Εδώ η Βρετανία γίνεται σκηνικό θεάτρου: η σαντιγί αστράφτει σαν προσποίηση, τα ζελέ χρωματίζονται με έναν ενθουσιασμό που δεν έχει σχέση με τη γεύση, και τα κέικ μοιάζουν με μικρά, πλαστικά μοντέλα ευτυχίας. Είναι σαν να βλέπεις μια χώρα που ξέρει πως η πραγματική ζωή της είναι γκρίζα, αλλά αποφασίζει να πνίξει την αλήθεια με ζάχαρη για να την αντέξει. Ο Parr συλλαμβάνει τη στιγμή όπου η επιθυμία δεν έχει γεύση, έχει μόνο ένταση.
Στο «British Food», ο Parr φωτογράφισε έναν λαό που προσπαθεί να σταθεί ανάμεσα στη συνήθεια και την επιθυμία, ανάμεσα στο «αυτό έχουμε» και στο «ίσως κάποτε». Και γι’ αυτό οι συγκεκριμένες εικόνες δεν είναι ντοκουμέντα γαστρονομίας αλλά εσωτερικής ζωής. Άνοιξε όμως τον φακό του σε όλο τον κόσμο και κατέγραψε διατροφικές συνήθειες και τρόπους κατανάλωσης φαγητού, που συμπεριέλαβε στην έκδοση «Real Food». Εκεί, έμοιαζε να μιλά για την ίδια του τη ζωή. Για τα ταξίδια του στην Αλσατία, στη Βιέννη, στην Ιαπωνία. «Έχω φάει στη Γαλλία πράγματα τόσο αηδιαστικά όσο και στη Βρετανία», αστειευόταν μιλώντας στο περιοδικό Numéro, αναποδογυρίζοντας την ιεραρχία των γεύσεων όπως αναποδογύριζε τα πιάτα στα βιβλία του. Μιλούσε για τα γλυκά της Βιέννης, για ένα εργοστάσιο κέικ που φωτογράφισε «σαν παιδί σε παιδική χαρά», για τη λατρεία του να μπαίνει σε ένα σούπερ μάρκετ και να φωτογραφίζει ράφια. «Είμαι πιο ευτυχισμένος εκεί παρά σε μια πόλη που καταρρέει», είπε, αποκαλύπτοντας ότι δεν ενδιαφερόταν για τη φρίκη του κόσμου, αλλά για τις απλές αντιφάσεις του. Το φαγητό –είτε ήταν ένα burger, είτε μια choucroute, είτε ένα ζαχαρωτό που έμοιαζε με αρχιτεκτονική φαντασίωση– ήταν για εκείνον ένα εργαλείο αποδόμησης της καθημερινότητας. Ένας τρόπος να καταλάβει γιατί επιμένουμε να ζούμε όπως ζούμε. Κι ίσως γι’ αυτό, τώρα που δεν είναι πια εδώ, οι εικόνες του μοιάζουν ακόμη πιο πολύ σαν εξομολογήσεις: μικρές, αναπάντεχες αλήθειες που ο κόσμος δεν είχε τον χρόνο να παραδεχτεί μόνος του.
Όσο κι αν καλλιεργούμε την εικόνα μας, όσο κι αν σκηνοθετούμε την καθημερινότητά μας, η στιγμή του φαγητού είναι το σημείο όπου η αλήθεια ξεφεύγει. Το χέρι που διστάζει, το στόμα που ανοίγει, το βλέμμα που ψάχνει αν επιτρέπεται ένα ακόμα κομμάτι. Τελικά, η κληρονομιά του Parr δεν είναι ότι έκανε το φαγητό να φαίνεται γελοίο ή άσχημο. Είναι ότι μας υπενθύμισε πως η όρεξη είναι πολιτική πράξη· ότι ο τρόπος που τρώμε είναι ο τρόπος που κατοικούμε τον κόσμο. Φωτογράφισε τον πολιτισμό όχι στις μεγάλες του στιγμές, αλλά στις ανεπαίσθητες, σχεδόν κρυφές χειρονομίες όπου η ανθρώπινη αλήθεια διαφεύγει κάθε υπεράσπισης: στο πιάτο με τις πατάτες, στο παγωτό που λιώνει, στον μπουφέ που τρέμει από υπερβολή.
Και ίσως γι’ αυτό μένουμε σε αυτές τις εικόνες λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Γιατί αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε ένα υπερφορτωμένο χάμπουργκερ που κατέρρευσε πρόωρα, στα μπιζέλια που δεν (μας) αντέχουν άλλο, στην τούρτα που προσπαθεί να φανεί πιο γενναιόδωρη απ’ ό,τι είναι. Όλοι, με τον τρόπο μας, τρώμε μέσα στις αντιφάσεις της εποχής μας. Ο Parr απλώς μας δίδαξε πώς να κοιτάμε αυτή την πραγματικότητα ωμή ή και παραμαγειρεμένη.

