Ο Στέλιος Καζαντζίδης (29 Αυγούστου 1931 – 14 Σεπτεμβρίου 2001) με εμπιστεύτηκε παραχωρώντας μου συνεντεύξεις και προλογίζοντας πονήματά του. Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε το βιβλίο μου Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας (εκδόσεις Ινφογνώμων). Εκεί, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται μαρτυρίες που μου χάρισε ο ίδιος. Θυμάμαι το παράπονο και τη γλύκα της φωνής του όταν μου διηγούνταν την ιστορία που ακολουθεί:
«Η ορφάνια με έριξε από μικρό στη βιοπάλη. Πούλησα νερό με στάμνα στην οδό Αθηνάς, τσιγάρα στην Ομόνοια, να κοιμάμαι πάνω στις σχάρες της πλατείας –εκεί που τώρα είναι το συντριβάνι– γιατί από κάτω δούλευαν κάτι μοτέρ που παρήγαγαν ρεύμα και είχε λίγη ζεστούλα, κι αυτό γιατί το εισιτήριο για την επιστροφή στο σπίτι με το γκαζοζέν ήταν ακριβό… Όταν μ’ έπιανε ο αστυφύλακας απ’ το αυτί για να με πάει στο 4ο Αστυνομικό Τμήμα, για να μου γίνουν συστάσεις –επειδή απαγορευόταν να πουλάς τσιγάρα, για προστασία στα περίπτερα, γιατί τις άδειες των περιπτέρων τις είχαν κάποιοι ανάπηροι κ.λπ., όπως τουλάχιστον μας έλεγαν τότε– το αυτί μου το κάναν ένα μέτρο απ’ το τράβηγμα. Τράβα-τράβα το αυτί είχε γίνει λάστιχο. Ε, όλα αυτά, το παιδί τα καταπίνει και τα μαζεύει. Γίνονται αποθέματα… Και όταν δοθεί η ευκαιρία τα βγάζει από μέσα του.
Και κάστανα έβραζα μόνος μου στις τρεις τη νύχτα και έβαζα το καλάθι στον ώμο –50 οκάδες ζύγιζε– και πήγαινα να τα πουλήσω στο εργατικό κέντρο της Νέας Ιωνίας. Και πολλές άλλες, πάντα τίμιες, δουλειές. Σε εργοστάσια έχω δουλέψει, κλωστήρια, υφαντουργεία… Και όλα αυτά βγαίνουν στην ερμηνεία μου.
Στις “σχάρες της πλατείας”, στην Ομόνοια, συνάντησα και τη Μαρίκα τη Νίνου. Είχε έρθει εκεί μια Πρωτοχρονιά και μας έδωσε γλυκά. Ήμασταν γύρω στα 40 άτομα. Όλοι τίμια παιδιά, που δουλεύαμε τη μέρα και δεν γυρίζαμε στα σπίτια μας λόγω του ακριβού εισιτηρίου. Γιατί να πηγαίναμε σπίτι θα έπρεπε το πρωί να περπατήσουμε πάλι, να ξαναπάρουμε το γκαζοζέν… Ταλαιπωρία…
Η Νίνου λοιπόν, αυτή η ψυχούλα και μεγάλη φωνή, μας κέρασε μπουγάτσα. Είναι κάτι που έχει χαραχτεί στο μυαλό και την ψυχή μου. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση… Αυτή την Πρωτοχρονιά και αυτή την χειρονομία δε θα την ξεχάσω ποτέ… Αν θυμάμαι καλά, είχε χιονίσει τότε. Ήταν σκληρά χρόνια για τον ελληνικό λαό και για την πατρίδα μας. Όμως νομίζω ότι ποτέ δεν υπήρξε πιο απάνθρωπη εποχή από αυτή που περνάμε τώρα. Πιο σκληρή κι απ’ την Κατοχή ακόμα. Γιατί τότε υπήρχε μόνο ένας κίνδυνος, οι Γερμανοί και οι υπηρέτες τους. Αυτοί που είχαν συμφέροντα από την κατάσταση και δεν δίσταζαν να πατήσουν επί πτωμάτων προκειμένου να ανέβουν κοινωνικά και να κερδίσουν απ’ το αίμα του κοσμάκη. Σήμερα όμως έχουμε να αντιμετωπίσουμε πολλούς κινδύνους που δεν τους βλέπουμε με την πρώτη ματιά. Τα παλαιότερα χρόνια, ο κόσμος ήτανε πιο ξένοιαστος. Φτωχός αλλά ξένοιαστος. Δεν είχαν πολλά πράγματα στο σπιτικό τους αλλά δεν είχαν άγχος. Ακόμα και μέσα στην Κατοχή γίνονταν γλέντια, γάμοι, αρραβώνες… όπου όλοι γινόντουσαν μια παρέα κι αδελφωμένοι τραγουδούσαν…».
Ο Καζαντζίδης δεν θα λησμονήσει στιγμή τη χειρονομία της Νίνου. Μάλιστα θα της την «ανταποδώσει» με τον τρόπο του λίγα χρόνια αργότερα. Όμως αυτό είναι «αντικείμενο» ενός άλλου άρθρου, μια ακόμη ιδιαίτερη στιγμή.
*Κεντρική φωτογραφία: Το αρχικό ζωγραφικό έργο του Κώστα Σπυριούνη που έγινε γραμματόσημο από το Μουσείο των Ελληνικών Ταχυδρομείων. Πηγή: https://stelioskazantzidis.blogspot.com/

