ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ Η ΓΕΥΣΗ
Αν αναφέρετε σήμερα το όνομα του Στελλάκη Περπινιάδη στον Γιώργο Νταλάρα, στη Χαρούλα Αλεξίου, στον Μπάμπη Τσέρτο ή και στη Γιώτα Λύδια ακόμη, να ξέρετε πως θα «υποκλιθούν» στο άκουσμά του. Ο αθάνατος αυτός ερμηνευτής που έμεινε στην ιστορία με το μικρό του όνομα, για την ακρίβεια το υποκοριστικό του, λατρεύτηκε και αγαπιέται ακόμη και σήμερα για την υψηλή τέχνη και τεχνική και την πολύτιμη δισκογραφική, και όχι μόνο, σπορά του. Αρκετοί μάλιστα μελετητές τον θεωρούν τον πληρέστερο τραγουδιστή όλων των εποχών.
Ο Τηνιακός Στελλάκης Περπινιάδης, που μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια και στην Πόλη, υπήρξε πράγματι κορυφαία προσωπικότητα με πολύπλευρο ρόλο: αηδόνι γλυκόλαλο, ψάλτης από τους λίγους, από τους πιο εμπορικούς και λαοφιλείς βάρδους και «κυνηγός» ταλέντων. Πρωταγωνιστής αλλά και σεγοντίστας από τους πρώτους, δημιουργός, αναγνωρισμένος από το σινάφι του όσο λίγοι, έδωσε τα ζύγια για το πώς ερμηνεύεται ένα τραγούδι σε καιρούς δύσβατους. Για αυτό και σφράγισε με το «θείο δώρο» του τα καλύτερα των καλύτερων.
Πατέρας του επίσης θρυλικού Βαγγέλη Περπινιάδη, ο Στελλάκης Περπινιάδης, που γεννήθηκε στις 14 Μαΐου του 1899 και έφυγε στις 4 Σεπτεμβρίου του 1977, υπήρξε καλοφαγάς και λάτρης του ούζου, που ήταν το μόνο ποτό που τον συγκίνησε, όπως δήλωνε χαρακτηριστικά. Επίσης δημιούργησε το δικό του στέκι με το όνομά του –«Στελλάκης»– στην περιοχή Κουνέλια στην Ιερά Οδό, από το πάλκο του οποίου παρέλασαν πολλές προσωπικότητες του ελληνικού τραγουδιού. Στη σάλα του συγκεντρώνονταν πελατεία εκλεκτή, μεγαλαμονάβηδες, έμποροι, επιχειρηματίες, ανάμεσά τους και ο Μποδοσάκης (Πρόδρομος Αθανασιάδης), που υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του.
![]() |
![]() |
Ο Στελλάκης λοιπόν, στο βιβλίο Ρεμπέτικη Ιστορία 1 (εκδόσεις Νεφέλη), που επιμελήθηκε ο Κώστας Χατζηδουλής, περιγράφει με ανάγλυφο και συγκινητικό τρόπο κάποια «αξέχαστα» Χριστούγεννα που έζησε στην Πόλη μαζί με τα ελάχιστα «εδέσματα» που στόλισαν το οικογενειακό τους τραπέζι:
Το έτος 1906 λοιπόν, φύγαμε από την Αλεξάνδρειαν και πήγαμε εις την Κωνσταντινούπολιν, όπου φθάσαμε ανήμερα του Αγίου Νικολάου, όπου και το χιόνι πάνω από 50 εκατοστά. Κατ’ ευθείαν πήγαμε στο σπίτι της θείας μου, της αδελφής της μητέρας μου, η οποία ονομάζετο Λαμπρινή Φυστουρή, και η οποία έμενε εις την περιοχήν Γιαγιτζή Σοκάκι, εις την περιφέρεια του Γαλατά. Εκεί εγκατασταθήκαμε μέχρι να τακτοποιηθούμε μόνοι μας. Ο πατέρας μου δεν είχε βρει ακόμα δουλειά και εργάζετο όπου έβρισκε. Πότε στις αποθήκες του τελωνείου και πότε πήγαινε τη νύχτα, μαζί με άλλους Έλληνες και Τούρκους και ξεφόρτωναν τα καράβια από τα διάφορα εμπορεύματα. Και θυμάμαι, που με την ανεργία του πατέρα μου, περνούσαμε πολύ άσχημα. Η πρώτη χρονιά που ήταν Χριστούγεννα στην Κωνσταντινούπολη από τότε που πήγαμε εμείς, γιόρταζαν όλοι οι χριστιανοί τις άγιες ημέρες και εμείς στο σπίτι μας δεν είχαμε τίποτα άλλο εκτός από το ψωμί και καθήσαμε με την μητέρα μου στο μαγκάλι και φάγαμε κρεμμύδι ψημένο στη φωτιά και ψωμί. Αυτά τα Χριστούγεννα τα θυμάμαι πάντα και δεν τα ξεχνάω ποτέ! Ήμουνα τότε επτά ετών».
Πηγή: Γαστρονόμος



