Δεν είχα βρεθεί ποτέ στο Καφενείο την προηγούμενη περίοδο λειτουργίας του. Αυτό κάνει όμως η πατίνα του χρόνου σε ένα μέρος. Σε αφήνει να φανταστείς τις περασμένες ζωές του. Ακούς ψιθύρους στις γωνίες. Βλέπεις κάποιον με την εφημερίδα του στο διπλανό τραπέζι, με μια ομπρέλα-μπαστούνι ακουμπισμένη στο πλάι, και ας μην είναι εκεί. Μαντεύεις συνωμοσίες και παλιακές φάρσες, σταθερές παρέες και άσπονδες φιλίες και ραντεβού… Τους σνομπ, τους ευγενικούς, τους λογάδες, τις διάφορες περσόνες που πέρασαν.
![]() |
![]() |
Διαβάζω για τα πηγαδάκια πολιτικών, δημοσιογράφων και καλλιτεχνών που είχαν το στέκι τους εδώ τη δεκαετία του ’80. Το όνομα του Παραδοσιακού Καφενείου της Λουκιανού πάει σχεδόν πάντα μαζί με αναφορές στις δόξες του Κολωνακίου. Βλέπω παλιές φωτογραφίες. Ελάχιστα φαίνεται να έχουν αλλάξει. Το φοβερό πάτωμα με μάρμαρο και ξύλο, η ξύλινη επένδυση με τα «κεντήματά» της, οι απλίκες, τα λευκά τραπεζομάντηλα, το συγκλονιστικό μπαρ πίσω στη γωνία: και να θέλεις, δεν μπορείς να φτιάξεις από την αρχή σήμερα ένα τέτοιο μαγαζί. Η νέα ιδιοκτησία, προς τιμήν της, το άφησε απείραχτο. Το λογικό και προφανές δηλαδή. Αν σκεφτεί κανείς όμως όλα τα αντίστοιχα μνημεία της καθημερινότητας της Αθήνας που χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται σιωπηλά (επειδή κανείς δεν τα προστάτεψε ή γιατί ανακαινίστηκαν βάναυσα με κόντρα πλακέ και αδιαφορία) δεν είναι τελικά και τόσο προφανές. Αλλάζει αυτό σιγά σιγά, βέβαια. Βλέπουμε νέα μαγαζιά να προσπαθούν να «χωρέσουν» μέσα στα παλιά, να κρατήσουν το νήμα. Αλλού με αληθινή στοργή, αλλού ίσως επειδή είναι μόδα. Ας είναι και μόδα. Κάτι είναι και αυτό.
![]() |
![]() |
Λίγο πάνω από μια βδομάδα πάει που έχει ξανανοίξει το Καφενείο αλλά φαίνεται να ενδιαφέρει πολλούς. Τα περισσότερα τραπέζια ήταν γεμάτα όταν μπήκα, το πρώτο αληθινά κρύο απόγευμα της σεζόν. Σαν να με τύλιξαν σε ζεστό, κασμιρένιο παλτουδάκι. Η πρώτη ματιά στον κατάλογο ήταν και αυτή ανακουφιστική. Μαγειρευτά, ψητά, απλά, ελληνικά. Μαρουλοσαλάτες και χόρτα, κοτόπουλο στον φούρνο με πατάτες, μοσχαράκι με μανέστρα, ψάρι ημέρας στη λαδόκολλα… Ήταν και άλλα τα αισιόδοξα σινιάλα. Μισές μερίδες διαθέσιμες σε κάποια πιάτα, καλή τιμολόγηση, πακέτα για το σπίτι. Ένας ψηλόλιγνος κύριος με τραγιάσκα, παλιός θαμώνας του Καφενείου, ήρθε, ρώτησε, και έφυγε με τους λαχανοντολμάδες του.
![]() |
![]() |
Η κοτόσουπα που μοιραστήκαμε εμείς ήταν νομίζω η ωραιότερη που έχω φάει στην Αθήνα. Στην παρέα κάποιοι θυμήθηκαν την κοτόσουπα του Ideal. Εγώ που ούτε σε αυτό πρόλαβα να πάω, ζέστανα το κοκαλάκι μου με την αυγολεμονάτη νοστιμιά της, τον πηχτό ζωμό με το ρύζι και το μαδημένο κοτόπουλο. Θα πήγαινα αύριο κιόλας για να την ξαναφάω. «Αυτή την κουζίνα αγαπάω και αυτή ξέρω να κάνω», λέει η σεφ Κυριακή Φωτοπούλου που μαζί με την ομάδα της έχει αναλάβει το φαγητό του Καφενείου. Μαμαδίστικο, απλό, σαλτσάτο – κάπως έτσι το φαντάστηκε. Έψαξε και μελέτησε τους παλιούς καταλόγους και έστησε ένα μενού αστικού μαγειρείου με τα όλα του. Με φρέσκα υλικά και πολλά μυρωδικά, φροντισμένο και κλασικό.
![]() |
![]() |
Η μαρουλοσατάτα χωρίς πολλά πολλά, ψιλοκομμένη και ζωντανή, με μυρωδικά, λαδόξιδο και τσακιστές ελίτσες, είναι όπως πρέπει. Η άλλη σαλάτα με τριμμένο καρότο, κόλιανδρο, γογγύλι, αμύγδαλα και ξύσμα πορτοκαλιού είναι επίσης περιποιημένη. Μου άρεσε η ιδέα του γιαουρτιού με ελαιόλαδο ως ορεκτικό. Είχαν βάλει τριγύρω λαδοπιτάκια Ρόδου, περασμένα από τη σχάρα να τραγανίσουν και να πάρουν λίγη «κάπνα» και είχαν πασπαλίσει το γιαούρτι με φιλέ αμυγδάλου και σχοινόπρασο. Τα γιουβαρλάκια, χωρίς αυγολέμονο αλλά με έναν πηχτό, καταπραϋντικό ζωμό, λεμονάτα και ανηθάτα, ήταν υπέροχα, αν και ένα τσικ πιο σφιχτά απ’ ό,τι θα ήθελα. Χωρίς αυτό να με σταματήσει από το να τα εξαφανίσω, βέβαια. Η γενναία μερίδα από τραγανό, χοιρινό σνίτσελ παραήταν γενναία για εμένα και τελικά, νομίζω, η λιγότερο αγαπημένη μου πρόταση. Τα μοσχαρίσια μπιφτεκάκια από την άλλη, χιτ του παλιού μαγαζιού, όπως έμαθα, είναι και αυτά λόγος για να πάει κανείς στο Καφενείο. Μικρά, ζουμερά, με το λιπάκι τους, ψημένα στα κάρβουνα, όπως και όλα τα ψητά του καταλόγου. Αξίζει να αναφερθεί ότι η λίστα κρασιού είναι εκτενής, με αρκετές σε επιλογές σε ποτήρι και φιάλες που ξεκινούν λίγο κάτω από τα τριάντα ευρώ.
Για γλυκάκι, είχε μπακλαβά που φτιάχνει για το Καφενείο ένας Λιβανέζος ζαχαροπλάστης του Παλαιού Φαλήρου αλλά και το –ακόμα καλύτερο– γιαουρτάκι με κηρήθρα και λίγη φρεσκοτριμμένη κανέλα.
Το Καφενείο
Λουκιανού 26, Κολωνάκι
- Τηλέφωνο : 210-72.39.600
- Ωράριο : Καθημερινά: 12:00-23:30, εκτός Κυριακής
- Κόστος : 26-35 ευρώ ανά άτομο (χωρίς ποτά)









