Ποιος να το φανταζόταν ότι το 18χρονο παιδί που έφυγε από την Πάτρα για σπουδές στην Αμερική τη δεκαετία του ’60, με μία βαλίτσα ρούχα και μία με δίσκους και βιβλία, θα γινόταν ο δημιουργός της σπουδαιότερης αλυσίδας ελληνικών εστιατορίων στον κόσμο! Το 1979, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Κοινωνιολογία σε ΗΠΑ και Καναδά και ασχολήθηκε για ένα διάστημα με ένα κοινοτικό ραδιόφωνο μεταναστών στο Μόντρεαλ, του καρφώθηκε η ιδέα να ανοίξει ένα ελληνικό εστιατόριο. Διαφορετικό όμως από αυτά της εποχής εκείνης στην Αμερική. «Δεν ήταν αυτοπεποίθηση αυτό που με έκανε να ανοίξω το εστιατόριο, ήταν πείσμα», λέει. «Πείσμα, θυμός και αποφασιστικότητα να δείξω την αληθινή Ελλάδα του καλού φαγητού, του πολιτισμού, της φιλοξενίας». Το πρώτο Milos είχε γεννηθεί. Με απίθανες δυσκολίες, με ανατροπές, αλλά με σιδερένια επιμονή, τα κατάφερε. Το εστιατόριο έγινε σύμβολο της ποιοτικής ελληνικής κουζίνας. Κριτικοί και κοινό το αγκάλιασαν.
![]() |
![]() |
Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Σπηλιάδης έσπειρε εστιατόρια Milos σε όλη την υφήλιο, από τη Νέα Υόρκη και το Μαϊάμι μέχρι το Λονδίνο και τη Σιγκαπούρη. Για τις ανάγκες τους έχει φτιαχτεί ένα δίκτυο Ελλήνων παραγωγών και προμηθευτών που δουλεύουν αποκλειστικά γι’ αυτά. Δεκατρία Milos υπάρχουν σήμερα σε όλο τον κόσμο. Και έρχονται κι άλλα: στο Μεξικό, στο Λος Άντζελες, στη Βοστώνη. Και ένα μεζεδοπωλείο στη Νέα Υόρκη. Παράλληλα, ένα όνειρο παίρνει σιγά σιγά σάρκα και οστά στην Ελλάδα: μια Ακαδημία Ελληνικής Γεύσης στα Κύθηρα, ένα σημείο συνάντησης και ανταλλαγής ιδεών για ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Για να διασωθεί η γνώση της ελληνικής μαγειρικής – όχι ως μουσειακό είδος, αλλά ως ζωντανή εμπειρία.

Τιμούμε έναν οραματιστή που υπηρέτησε με συνέπεια και πάθος έναν στόχο: να δείξει στους ξένους την Ελλάδα της απλότητας, των καθαρών γεύσεων, των σπάνιων πρώτων υλών. Τον άνθρωπο που μετουσίωσε την ελληνική φιλοξενία σε παγκόσμια εμπειρία και στερέωσε την ελληνική κουζίνα στον διεθνή χάρτη του fine dining. «Μας βλέπανε κατώτερους, με συμπάθεια, με οίκτο», λέει ο ίδιος. «Δεν ήθελα να τρώνε τον μουσακά και να λένε “Τι χαριτωμένοι είστε”, γιατί εγώ πίστευα και πιστεύω ότι η κουζίνα μας, όταν γίνεται σωστά, στέκεται, χωρίς να έχει να ζηλέψει τίποτα, δίπλα στις καλύτερες κουζίνες του κόσμου».
Πηγή: Γαστρονόμος



