Συνήθως κάθε Τρίτη τρώγαμε στη Λέσχη. Eίχε, νομίζω, κοτόπουλο με κριθαράκι γιουβέτσι ή κοκκινιστό κοτόπουλο με ρύζι. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ. Αυτό που μπορώ να ανακαλέσω είναι η συνθήκη: ανεβαίναμε μια σκάλα προς τη διανομή, παίρναμε έναν άδειο δίσκο και στεκόμασταν μπροστά σε ένα άνοιγμα στο ντουβάρι, ένα μικρό παραθυράκι, λίγο μεγαλύτερο από εκδοτήριο εισιτηρίων. Έβγαινε το πιάτο, δεν έβλεπες κουζίνα ούτε πρόσωπο, αλλά μόνο τα χέρια του υπαλλήλου που μοίραζε το φαγητό. Είχα μεγάλη περιέργεια να δω τι γίνεται από μέσα – πού να ήξερα πως έπρεπε να περιμένω σχεδόν δύο δεκαετίες γι’ αυτό. Στα επόμενα δευτερόλεπτα, κρατώντας τον δίσκο με το φαγητό και ίσως ένα μικρότερο πιατάκι με σαλάτα κι ένα μήλο για επιδόρπιο, αναζητούσα με τα μάτια το τραπέζι που είχαν πιάσει τα μέλη της επιλεγμένης φαμίλιας, οι αγαπημένοι μου φίλοι.
Διαβάστε τη συνέχεια στον Γαστρονόμο

