Η τεράστια κινηματογραφική επιτυχία της «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν έφερε ξανά τον ομηρικό κόσμο στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Μέσα σε λιγότερο από δύο εβδομάδες από την πρεμιέρα της, η υπερπαραγωγή ξεπέρασε τα 639,6 εκατ. δολάρια σε εισπράξεις, προβαλλόμενη σε 73 χώρες και αποδεικνύοντας ότι η Τροία, ο Οδυσσέας και οι ήρωες του Ομήρου εξακολουθούν να γοητεύουν το κοινό σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά τη σύνθεση των επών.

Πίσω όμως από τον κινηματογραφικό μύθο κρύβεται μια εξίσου συναρπαστική, πραγματική ιστορία. Η ιστορία ενός ανθρώπου που δεν αρκέστηκε να διαβάζει για την Τροία, αλλά αποφάσισε να την αναζητήσει κιόλας. Ενός αυτοδίδακτου ανασκαφέα που έσκαψε στα χώματα της Μικράς Ασίας προκειμένου να εντοπίσει ίχνη του Πριάμου, της Ελένης και του Εκτορα και πίστεψε ότι είχε ανακαλύψει τον χρυσό του ομηρικού κόσμου. Ο Γερμανός Ερρίκος Σλήμαν ήταν πεπεισμένος ότι κρατούσε στα χέρια του τον θησαυρό του βασιλιά Πριάμου. Τον φυγάδευσε στην Ελλάδα, πρότεινε να τον δωρίσει στο ελληνικό κράτος και βρέθηκε αντιμέτωπος με μια απόφαση που εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις μέχρι σήμερα: γιατί η Ελλάδα δεν απέκτησε ποτέ τον περίφημο «θησαυρό της Τροίας»;
Το κυνήγι της χαμένης Τροίας
Στις 31 Μαΐου 1873, σύμφωνα με τη χρονολογία που ο ίδιος κατέγραψε, ο 51χρονος Σλήμαν πραγματοποιούσε ανασκαφές στον λόφο Χισαρλίκ, στη βορειοδυτική Μικρά Ασία, σε έδαφος που τότε ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ηταν πεπεισμένος ότι κάτω από τα αλεπάλληλα στρώματα κατοίκησης κρυβόταν η Τροία των ομηρικών επών.

Δεν είχε φθάσει πρώτος σε αυτή την υπόθεση. Ο Βρετανός διπλωμάτης και αρχαιοδίφης Φρανκ Κάλβερτ είχε ήδη αναγνωρίσει τη σημασία του Χισαρλίκ και είχε πραγματοποιήσει δοκιμαστικές ανασκαφές σε τμήμα του λόφου που ανήκε στην οικογένειά του. Ο Σλήμαν, όμως, διέθετε τα χρήματα, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα να οργανώσει ένα έργο πολύ μεγαλύτερης κλίμακας.
Οι μέθοδοί του απείχαν πολύ από τα πρότυπα της σύγχρονης αρχαιολογίας. Σκάβοντας βαθιά και γρήγορα, άνοιξε μια τεράστια τάφρο μέσα στον λόφο, καταστρέφοντας μη αναστρέψιμα σημαντικά αρχαιολογικά στρώματα. Το σημερινό Μουσείο Προϊστορίας και Πρώιμης Ιστορίας του Βερολίνου τον περιγράφει ως έναν ανυπόμονο και άπειρο ανασκαφέα, του οποίου οι επεμβάσεις προκάλεσαν μεγάλη ζημιά στον χώρο.
Εκείνη την ημέρα του 1873, λοιπόν, κοντά σε ένα τείχος της πόλης που οι αρχαιολόγοι ονομάζουν Τροία ΙΙ, ήρθε στο φως ένα εντυπωσιακό σύνολο χιλιάδων μικρών αντικειμένων. Ανάμεσά τους υπήρχαν 8.750 χρυσά δαχτυλίδια και κουμπιά, 56 χρυσά ενώτια και διαδήματα, αλυσίδες και χάντρες. Παράλληλα, ανακαλύπτει μια ορειχάλκινη ασπίδα, δύο χρυσά κύπελλα και ένα μικρότερο από ήλεκτρο, χύτρες, αργυρά αγγεία, καθώς και όπλα άλλων εποχών. Ο ακριβής αριθμός των αντικειμένων διαφοροποιείται, ανάλογα με το αν υπολογίζονται χωριστά οι χιλιάδες μικροσκοπικές ψηφίδες των κοσμημάτων που βρέθηκαν μέσα σε ένα κουτί ή όχι. Το σύνολο πάντως ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει έναν από τους ισχυρότερους αρχαιολογικούς μύθους του 19ου αιώνα.

Ο Σλήμαν δεν είχε καμία αμφιβολία: είχε ανακαλύψει τον θησαυρό του βασιλιά Πριάμου, του γηραιού μονάρχη της Τροίας. Επλασε μάλιστα μια δραματική σκηνή για την απόκρυψή του. Κάποιος, πίστευε, πρέπει να είχε συγκεντρώσει βιαστικά τα πολύτιμα αντικείμενα την ώρα που η πόλη καιγόταν, προτού ο ίδιος σκοτωθεί ή αναγκαστεί να τα εγκαταλείψει. Οπως θα έγραφε στο ημερολόγιό του: «Φαίνεται ότι κάποιο μέλος της οικογένειας του Πριάμου έκλεισε βιαστικά τον θησαυρό μέσα σ’ αυτό το κιβώτιο και το πήρε μαζί του χωρίς να προφθάσει να βγάλει το κλειδί από την κλειδαριά. Καθώς όμως έφθανε στο κυκλικό τείχος, τον πρόλαβε ο εχθρός ή η φωτιά και αναγκάστηκε να αφήσει το κιβώτιο, που αμέσως σκεπάστηκε από ένα στρώμα πέντε – έξι πόντους παχύ, κόκκινη στάχτη και τα ερείπια του διπλανού βασιλικού παλατιού…». Η αφήγηση ήταν ακαταμάχητη. Οχι όμως και αρχαιολογικά ορθή.
Ενας θησαυρός χίλια χρόνια παλαιότερος
Η Τροία δεν ήταν μία και μοναδική πόλη, αλλά ένας οικισμός που καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές. Στον λόφο του Χισαρλίκ έχουν εντοπιστεί διαδοχικά επίπεδα κατοίκησης, από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού έως τους ιστορικούς χρόνους. Ο θησαυρός που βρήκε ο Σλήμαν συνδέεται με την Τροία ΙΙ και χρονολογείται στην τρίτη χιλιετία π.Χ., περίπου στα μέσα του 2500 π.Χ. ή λίγο αργότερα. Ο πιθανός ιστορικός πυρήνας του Τρωικού Πολέμου, εφόσον υπήρξε, τοποθετείται συνήθως προς το τέλος της Υστερης Εποχής του Χαλκού, γύρω στον 12ο αιώνα π.Χ.

Ο θησαυρός είναι τουλάχιστον χίλια χρόνια παλαιότερος από την εποχή στην οποία τοποθετούται ο Πρίαμος και ο Τρωικός Πόλεμος. Επομένως, τα αντικείμενα δεν μπορούσαν να ανήκουν στον Πρίαμο ούτε στα πρόσωπα της ομηρικής αφήγησης. Αυτό βέβαια δεν μειώνει την αξία τους. Αντιθέτως, τα καθιστά σπουδαία τεκμήρια των κοινωνιών της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, της ανεπτυγμένης μεταλλοτεχνίας και των εμπορικών δικτύων που συνέδεαν το βορειοανατολικό Αιγαίο, την Ανατολία και τη Μεσοποταμία. Ο όρος «θησαυρός του Πριάμου» για τα συγκεκριμένα ευρήματα πάντως, διατηρήθηκε. Οχι επειδή ανταποκρινόταν στην αρχαιολογική πραγματικότητα, αλλά επειδή περιέγραφε μια ιστορία που κανείς δεν ήθελε να εγκαταλείψει.
Η μυστική έξοδος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία
Ο Σλήμαν πραγματοποιούσε τις ανασκαφές με άδεια των οθωμανικών αρχών. Οι όροι προέβλεπαν τη διανομή των ευρημάτων 50-50 μεταξύ του ανασκαφέα και του οθωμανικού κράτους. Δεν ήθελε όμως να δώσει τον μισό θησαυρό στο οθωμανικό κράτος, οπότε αντί να δηλώσει την ανακάλυψη, προτίμησε να απομακρύνει τα αντικείμενα και να τα μεταφέρει στην πλησιέστερη χώρα, την Ελλάδα. Μάλιστα, φροντίζει να διασκορπίσει τα πολύτιμα αντικείμενα σε έμπιστους φίλους του, όπως τον Φρεντ Καλβέρτ, πρόξενο των Ηνωμένων Πολιτειών στα Δαρδανέλλια, έτσι ώστε σε περίπτωση που γίνει αντιληπτός και συλληφθεί, να μη χάσει τα πάντα. Ο θησαυρός καταχωνιάστηκε μέσα σε κοφίνια και με καΐκι πέρασε στην Ερμούπολη της Σύρου. Ακολούθως μεταφέρεται στην Αθήνα.

Οι Οθωμανοί, που έχουν αντιληφθεί στο μεσοδιάστημα τι έχει συμβεί, απολύουν τον αξιωματούχο Αμίν Εφέντη που είχε την επίβλεψη της ανασκαφής και προσφεύγουν κατά του Σλήμαν στα δικαστήρια της χώρας μας. Η ελληνική Δικαιοσύνη επιδίκασε αποζημίωση 10.000 χρυσών γαλλικών φράγκων, ωστόσο, η υπόθεση δεν έκλεισε εκεί. Επειτα από διαπραγματεύσεις, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, στο πλαίσιο του οποίου ο Σλήμαν κατέβαλε τελικά 50.000 χρυσά φράγκα, με την προϋπόθεση πως θα διατηρούσε τον θησαυρό στην κυριότητά του.
Σύμφωνα με την πιο γνωστή αφήγηση που αφορά τη σκηνή της ανακάλυψης του θησαυρού, η ελληνικής καταγωγής νεαρή σύζυγός του, Σοφία Εγκαστρωμένου, τον βοήθησε να τυλίξει τα χρυσά αντικείμενα στο σάλι της. Η περίφημη φωτογραφία της με τα «κοσμήματα της Ελένης», που διασώζεται έως και σήμερα στα αρχεία της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, τραβήχτηκε πάντως αργότερα και αποτέλεσε μέρος της επιδέξιας δημόσιας εικόνας που κατασκεύασε ο Σλήμαν γύρω από την ανακάλυψή του.

Ο γάμος τους είχε τελεστεί στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1869, δηλαδή τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Εκείνος ήταν 47 ετών και εκείνη μόλις 17. Απέκτησαν δύο παιδιά, την Ανδρομάχη και τον Αγαμέμνονα, ονόματα που μαρτυρούν πόσο ολοκληρωτικά είχε εντάξει ο Σλήμαν την αρχαιότητα όχι μόνο στη σταδιοδρομία του αλλά και στην οικογενειακή του ζωή. Η φωτογραφία της Σοφίας με τα τρωικά κοσμήματα διασώζεται μέχρι σήμερα.
Η πρόταση προς την Ελλάδα
Η σύζυγός του ήταν αυτή που τον πίεζε να παραμείνει ο πολύτιμος θησαυρός στην Ελλάδα. Η εκδοχή που κυριάρχησε στη δημόσια αφήγηση υποστηρίζει ότι λίγο πριν από τα τέλη του 1873 πρότεινε στην κυβέρνηση του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη την ανέγερση μουσείου με δικά του έξοδα, στο οποίο θα στεγάζονταν οι τρωικές αρχαιότητες. Το μουσείο θα έφερε το όνομά του, ο ίδιος θα παρέμενε ισόβιος διευθυντής και μετά τον θάνατό του το κτίριο και οι συλλογές θα περιέρχονταν στο ελληνικό κράτος. Παράλληλα ζητούσε να του παραχωρηθεί η πολυπόθητη άδεια να πραγματοποιήσει ανασκαφή στις Μυκήνες. Και πράγματι, το 1876 θα πραγματοποιούσε εκεί την ανακάλυψη που τον κατέστησε ακόμη διασημότερο: τους λακκοειδείς τάφους του Ταφικού Κύκλου Α, πίσω από την επιβλητική Πύλη των Λεόντων, που αποτελούσε την κύρια είσοδο της ακρόπολης των Μυκηνών.

Η πρόταση για τον τρωικό θησαυρό, όμως, δεν ευοδώθηκε. Το ελληνικό κράτος είχε σοβαρούς λόγους να είναι επιφυλακτικό. Τα αντικείμενα είχαν εξαχθεί παράνομα από οθωμανικό έδαφος και αποτελούσαν ήδη αντικείμενο δικαστικής διαμάχης. Η αποδοχή τους θα μπορούσε να προκαλέσει ένταση στις ήδη ευαίσθητες ελληνοοθωμανικές σχέσεις. Επιπλέον, οι όροι που φέρεται να έθετε ο Σλήμαν δεν συνιστούσαν μια απλή και άνευ όρων δωρεά. Εχει μείνει παροιμιώδεις η περιφρονητική φράση του υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Ιωάννη Βαλασόπουλου: «Ας πάρει ο κύριος Σλήμαν τα τσουκαλάκια του κι ας μας αφήσει επιτέλους ήσυχους» – αν και δύσκολα επαληθεύεται. Αλλά ακόμη κι αν δεν ειπώθηκε ακριβώς έτσι, επέζησε ως παράδειγμα κρατικής μυωπίας.
Από το Λονδίνο στο Βερολίνο
Το 1877 ο θησαυρός εκτέθηκε εντέλει στο South Kensington Museum του Λονδίνου (το σημερινό Victoria and Albert Museum). Η έκθεση προσέλκυσε τεράστιο ενδιαφέρον και ενίσχυσε τη διεθνή φήμη του Σλήμαν. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1881, πήρε την καθοριστική απόφαση να δωρίσει τις τρωικές αρχαιότητές του στα Βασιλικά Μουσεία του Βερολίνου, ζητώντας να διατηρηθούν ως ενιαία συλλογή. Τα σημαντικότερα αντικείμενα εκτέθηκαν επί δεκαετίες στη γερμανική πρωτεύουσα. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γερμανικές αρχές απομάκρυναν τα πολυτιμότερα ευρήματα από τις προθήκες. Αρχικά τοποθετήθηκαν σε τραπεζικό θησαυροφυλάκιο και στη συνέχεια σε αντιαεροπορικό καταφύγιο κοντά στον ζωολογικό κήπο του Βερολίνου.
Οταν ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε την πόλη το 1945, τα κιβώτια μεταφέρθηκαν στη Σοβιετική Ενωση ως πολεμικά λάφυρα. Επί δεκαετίες η τύχη τους παρέμενε ασαφής. Οι κομμουνιστικές κυβερνήσεις αρνούνταν να δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία για την τύχη του θησαυρού. Εμφανίστηκε όμως ξαφνικά το 1992 στις αποθήκες του Κρατικού Μουσείου Καλών Τεχνών Πούσκιν, του μεγαλύτερου μουσείου ευρωπαϊκής τέχνης όχι μονάχα της ρωσικής πρωτεύουσας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Η Γερμανία εξακολουθεί να ζητεί την επιστροφή τους, ωστόσο η Ρωσία τα θεωρεί νόμιμα κρατικά λάφυρα που αντισταθμίζουν μέρος από τις τεράστιες καταστροφές και λεηλασίες που υπέστη από τη ναζιστική Γερμανία. Το 1998 η ρωσική Δούμα τα ενέταξε νομοθετικά στην κρατική ιδιοκτησία, με το ζήτημα να παραμένει πολιτικά και νομικά ανοικτό.

Τα «τρωικά χρυσά» της Πενσυλβάνιας
Ενα μικρό τμήμα των χρυσών δαχτυλιδιών και των κουμπιών, πάντως, φερόταν να είχε πέσει τις προηγούμενες δεκαετίες στα χέρια αρχαιοκάπηλων και ακολούθως να τα απέκτησε το 1966 Μουσείο του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνιας. Ακολούθως όμως δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσαν τμήματα του «θησαυρού του Πριάμου».
Πρόκειται για 24 αντικείμενα της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, τα οποία αγοράστηκαν από έμπορο αρχαιοτήτων χωρίς τεκμηριωμένη προέλευση. Εργαστηριακές αναλύσεις υπέδειξαν ότι πιθανότατα προέρχονταν από την ευρύτερη περιοχή της Τροίας. Το 2012 το μουσείο συμφώνησε να τα παραχωρήσει στην Τουρκία με μακροχρόνιο δανεισμό.
Ο,τι έμεινε στην Αθήνα
Η χώρα μας μπορεί να μην απέκτησε τον περίφημο θησαυρό, διατηρεί όμως μια μικρή τρωική συλλογή που συνδέεται με την οικογένεια Σλήμαν. Η Σοφία Σλήμαν δώρισε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο πήλινα αγγεία, εργαλεία, μικροευρήματα και μαρμάρινα ειδώλια από τις ανασκαφές της Τροίας. Το 2017 τα αντικείμενα παρουσιάστηκαν στο κοινό στο πλαίσιο της δράσης «Αθέατο Μουσείο». Δεν ήταν τα διάσημα διαδήματα ούτε οι χιλιάδες χρυσές χάντρες. Ηταν, όμως, ένα μικρό απομεινάρι της μεγάλης περιπέτειας που συνέδεσε την Τροία με την Αθήνα.
Η πιο επίμονη ομηρική ιστορία
Η αλήθεια είναι πως ο Ερρίκος Σλήμαν δεν ανακάλυψε την Τροία ακριβώς όπως τη φανταζόταν. Δεν βρήκε το ανάκτορο του Πριάμου, ούτε τα κοσμήματα της Ελένης. Κατέστρεψε αρχαιολογικά στρώματα, υπερέβαλε, δραματοποίησε τα γεγονότα και παραβίασε τους όρους της ανασκαφικής του άδειας. Παράλληλα, όμως, συνέβαλε αποφασιστικά στο να στραφεί η προσοχή της επιστήμης προς το Χισαρλίκ και να αναγνωριστεί η ιστορική σημασία του.
Ισως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη ειρωνεία της Ιστορίας. Ο άνθρωπος που αναζήτησε τον κόσμο του Ομήρου δεν βρήκε τον θησαυρό του Πριάμου, αλλά έναν πολύ παλαιότερο θησαυρό, τον οποίο ο ίδιος έντυσε με τον μανδύα του μύθου για να τον κάνει αθάνατο. Και τα κατάφερε. Για περισσότερο από ενάμιση αιώνα, ο «θησαυρός του Πριάμου» εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα αρχαιολογικά ευρήματα στον κόσμο, παρότι γνωρίζουμε πλέον ότι δεν ανήκε ποτέ στον βασιλιά της Τροίας.

Ισως γι’ αυτό, κάθε φορά που ο κινηματογράφος επιστρέφει στον Ομηρο, όπως συμβαίνει σήμερα με την «Οδύσσεια» του Νόλαν, αναβιώνει και η ιστορία του Σλήμαν. Γιατί η μεγαλύτερη δύναμη των ομηρικών επών δεν βρίσκεται μόνο σε όσα αφηγούνται, αλλά και στην ικανότητά τους να γεννούν νέους μύθους. Και ο πιο επίμονος από αυτούς εξακολουθεί να είναι ο χρυσός της Τροίας.

