Περισσότερο από μισό αιώνα μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τα ερωτήματα για τη στάση των μεγάλων δυνάμεων εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι του 1974 εξακολουθούν να προκαλούν έντονες συζητήσεις. Γνώριζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες ότι επίκειτο πραξικόπημα από τη χούντα των Αθηνών κατά του νόμιμα εκλεγμένου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’; Θα μπορούσε η Μεγάλη Βρετανία, ως εγγυήτρια δύναμη, να αναλάβει πρωτοβουλίες για να αποτρέψει ή να περιορίσει την τουρκική εισβολή; Παρεμπόδισαν οι δυνάμεις του ΟΗΕ στο νησί τους Τουρκοκυπρίους να ενισχύσουν τις αμυντικές τους θέσεις στην περίμετρο των θυλάκων πριν από την εκδήλωση της στρατιωτικής επιχείρησης «Αττίλας»;
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του πορίσματος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας για τον «Φάκελο της Κύπρου», μέρος του οποίου παρουσιάζουμε σήμερα, τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και η αποτροπή μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ υπερίσχυσαν της προσπάθειας αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο, ενώ η Μεγάλη Βρετανία κατηγορείται ότι, παρά την ιδιότητά της ως εγγυήτριας δύναμης, δεν αξιοποίησε τις δυνατότητες που διέθετε για να ανακόψει τις εξελίξεις.
Αντίστοιχα, η Επιτροπή ασκεί κριτική και στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, υποστηρίζοντας ότι οι ειρηνευτικές του δυνάμεις δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την παραβίαση της κατάπαυσης του πυρός ούτε την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων. Η Επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων παραθέτει αποχαρακτηρισμένα διπλωματικά έγγραφα, πρακτικά συσκέψεων, τηλεγραφήματα, υπηρεσιακά σημειώματα και μαρτυρίες πρωταγωνιστών, επιχειρώντας να αποτυπώσει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν την κρίση η Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και ο ΟΗΕ. Θυμίζουμε ότι το πόρισμα εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2011, αποτυπώνοντας τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η κυπριακή κοινοβουλευτική έρευνα αξιολόγησε τον ρόλο των διεθνών παραγόντων στα γεγονότα του 1974.

Η στάση των ΗΠΑ
Στο πόρισμα αναφέρεται πως «ο αμερικανικός ρόλος εμπλοκής στο Κυπριακό γίνεται ξεκάθαρα πρωταγωνιστικός από το 1964, όταν οι ΗΠΑ επεδίωξαν να προωθήσουν τη λύση του Κυπριακού στα πλαίσια μυστικών συνομιλιών Ελλάδας – Τουρκίας στο Καμπ Νταίηβιντ υπό την εποπτεία τους». Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε πως τον Ιούνιο του 1964, μετά την ένταση στην Κύπρο και τον κίνδυνο ελληνοτουρκικού πολέμου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Λίντον Τζόνσον, πρότεινε στον Τούρκο πρωθυπουργό, Ισμέτ Ινονού, και λίγο αργότερα στον Ελληνα πρωθυπουργό, Γεώργιο Παπανδρέου, να πραγματοποιηθούν μυστικές ελληνοτουρκικές συνομιλίες στο Καμπ Ντέιβιντ, στο επίσημο προεδρικό εξοχικό καταφύγιο του Μέριλαντ, με Αμερικανό διαμεσολαβητή τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον. Στόχος ήταν να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση που θα απέτρεπε σύγκρουση μεταξύ δύο μελών του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο δεν πραγματοποιήθηκε το συγκεκριμένο ραντεβού και οι διαπραγματεύσεις μεταφέρθηκαν στη Γενεύη, όπου ο Ατσεσον ανέλαβε τη διαμεσολάβηση μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αντιπροσωπειών. Από αυτές τις συνομιλίες προέκυψαν οι διάφορες εκδοχές του λεγόμενου Σχεδίου Ατσεσον (Ιούλιος-Αύγουστος 1964) που σε αδρές γραμμές προέβλεπε την Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά με σημαντικά ανταλλάγματα προς την Τουρκία (τουρκική στρατιωτική βάση ή παραχώρηση/μακροχρόνια μίσθωση περιοχής στην Καρπασία, καθώς και ειδικό καθεστώς για τους Τουρκοκυπρίους). Τα σχέδια δεν έγιναν αποδεκτά και η πρωτοβουλία κατέρρευσε.
Στο πόρισμα τονίζεται ότι βασικός στόχος των αμερικανικών επιλογών ήταν μια «νατοϊκή λύση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, ώστε από τη μια να αποφευχθεί η όποια σοβιετική διείσδυση στην Κύπρο και από την άλλη να αποφευχθεί η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ σε περίοδο κατά την οποία οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ήσαν ιδιαίτερα κρίσιμες για τα αμερικανικά συμφέροντα».
Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη δήλωση του υφυπουργού Αμυνας των ΗΠΑ, Ρ. Ελσγουόρθ, στη σύσκεψη της 19ης Ιουλίου 1974 στην Αθήνα με την ηγεσία της χούντας: «Η παρούσα κυπριακή κρίσις, αν δεν τύχη επιδεξίου και πολιτικώς σώφρονος χειρισμού, θα ηδύνατο να φέρη τους Σοβιετικούς εις Α. Μεσόγειον, με μεγάλας επιζημίους συνεπείας δι’ όλους» (απόσπασμα από τα πρακτικά της σύσκεψης, σελ. 3).
Και συνεχίζει το πόρισμα: «Η καθοδήγηση των εξελίξεων μέσα από τον άμεσο έλεγχο των κυβερνήσεων των αποστατών στην Ελλάδα και της χούντας είναι εμφανής. Η εμπλοκή τους στο πραξικόπημα του Φεβρουαρίου του 1972 αποκαλύπτεται από το υποκλαπέν τηλεφώνημα του τότε πρέσβη της Ελλάδας στη Λευκωσία, Κ. Παναγιωτάκου, για το πράσινο φως που δόθηκε για την εκδήλωσή του.

Ακόμα, το μνημόνιο Κ. Παναγιωτάκου αποκαλύπτει ότι οι Αμερικανοί είχαν αναλάβει και ρόλο συντονιστή της συνεργασίας χούντας – Τουρκίας για την ανατροπή του Μακαρίου και την επιβολή λύσης αρεστής και στους συμμάχους.
Σε άκρως απόρρητο τηλεγράφημα (6374) του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Χ. Κίσσινγκερ, ημερομηνίας 4 Ιουνίου 1974, προς την υπηρεσία CAZ στη Μέση Ανατολή ζητά συνθηματικά “να καθαρίσουν το τραπέζι στον Αμερικανό πρέσβη στην Κύπρο, γιατί είναι απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας”. Η υπηρεσία ενντέλλεται μάλιστα να ακολουθήσει το πρόγραμμα χωρίς παρεκκλίσεις.
Σε άκρως απόρρητο έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Γιόζεφ Λουνς (5G/5D/WASHDC-12/526-D48), ημερομηνίας 12 Ιουλίου 1974, αναφέρεται η συμφωνία του στην απόφαση του υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Σίσκο για υποστήριξη των τουρκικών στρατευμάτων κατά την αποβίβασή τους (στην Κύπρο), κατά τη βίαιη ανατροπή του Μακαρίου.
Το πρωί της 19 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε στο Γραφείο του Πρωθυπουργού Ανδρουτσόπουλου σύσκεψη στην οποία παρευρέθηκαν, μεταξύ άλλων, οι Σίσκο, Τάσκα και υφυπουργός Αμυνας των ΗΠΑ Ρ. Ελσγουόρθ, όπου, σύμφωνα με την κατάθεση του Μπονάνου, ο Σίσκο ανέφερε ότι η κατάσταση ήταν πολύ κρίσιμη και κατά την επίσκεψή του στη συνέχεια στην Αγκυρα κάτι έπρεπε να δώσει στους Τούρκους. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι αυτό αφορούσε την παραχώρηση στους Τουρκοκυπρίους διεξόδου προς τη θάλασσα. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τα πρακτικά τα οποία τήρησε η ελληνική αντιπροσωπεία».
Κατά το πόρισμα: «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τον ρόλο τον οποίο διαδραμάτισε ο τότε υπουργός Χ. Κίσσινγκερ τόσο στο πραξικόπημα όσο και στην εισβολή. Σύμφωνα με τον πρέσβη Α. Νικολαΐδη (σελ. 64 της κατάθεσης), σε συνάντηση με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στην οποία παρευρισκόταν και ο ίδιος, τον Νοέμβριο του 1974, προσπάθησε να τον αποτρέψει από το να επιστρέψει στην Κύπρο, για να μη διακινδυνεύσει το σχέδιο λύσης το οποίο είχε ετοιμάσει και το οποίο ανέμενε ότι θα το αποδέχονταν οι Καραμανλής, Ετζεβίτ και Κληρίδης. Σύμφωνα με τον ίδιο μάρτυρα (σελ. 66-67), την πρόταση για μη επιστροφή του Μακαρίου στην Κύπρο την είχε αποδεχθεί και ο Κ. Καραμανλής».
Σε άκρως απόρρητη έκθεση προς τον Χ. Κίσσινγκερ ο Α. Χάρτμαν αναφέρει ότι από τα τέλη Ιουνίου του 1974 οι ΗΠΑ γνώριζαν από σύνδεσμο της CIA ότι ο Ιωαννίδης σχεδίαζε τη βίαιη ανατροπή του Μακαρίου.
Οι βασικές θέσεις, καθώς και η στάση την οποία τήρησαν οι ΗΠΑ καταγράφονται στα πρακτικά σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα, 5 Αυγούστου 1974, στις 10.50 π.μ. (ώρα ΗΠΑ), στην αίθουσα διασκέψεων του υπουργού υπό την προεδρία του Χ. Κίσσινγκερ.
Ανέφερε συγκεκριμένα τα ακόλουθα κατά την ενημέρωση ο Χ. Κίσσινγκερ:
«1. Υπήρχαν πληροφορίες για το επικείμενο πραξικόπημα της χούντας εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, αλλά δεν εδόθη σε αυτές ιδιαίτερη σημασία, δεν θεωρείτο όμως το θέμα ζωτικό.
2. Η προτεραιότητα των ΗΠΑ να διαχειρισθούν την κρίση διασφαλίζοντας τα δικά τους στρατηγικά και εθνικά συμφέροντα, αποτρέποντας τη διείσδυση των Σοβιετικών, θα επιτυγχανόταν με τα ακόλουθα:
α. Την αποφυγή διεθνοποίησης και συζήτησης του θέματος στο Σ.Α. του ΟΗΕ, για να μη λάβουν μέρος οι Σοβιετικοί.
β. Να μην υποστηριχθεί ο Μακάριος, γιατί το ενδεχόμενο της αποκατάστασής του θα του έδινε τη δυνατότητα να στηριχθεί στην αριστερά στην Κύπρο και, εφόσον οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να τον αποκαταστήσουν, να απευθυνθεί στη Σοβιετική Ενωση. Και όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν θεωρούσαν τον Μακάριο αντιαμερικανό ούτε και “Κάστρο της Μεσογείου”. Αντίθετα, όπως αναφέρθηκε, τα τελευταία χρόνια είχαν καλή συνεργασία μαζί του. Το μειονέκτημά του είναι πως το ταλέντο του είναι πολύ μεγάλο για το νησί του και συνεπώς έμπαινε στον πειρασμό να παίζει σε μια κλίμακα η οποία είναι ανησυχητική, όχι για εμάς αλλά για τα άλλα μέρη που ενδιαφέρονται για το Κυπριακό. Αρα πήραμε μια επιφυλακτική θέση έναντι του Μακαρίου, η οποία δεν εξέφραζε την αντίθεσή μας σε αυτόν, αλλά στόχευε στο να μην καταστήσει την επιστροφή του έναν από τους όρους της ρύθμισης.
3. Κρίναμε πως, εάν εμποδίζαμε την επιτυχία του πραξικοπήματος, ήταν εξαιρετικά πιθανή μια αλλαγή στην Ελλάδα. Ωστόσο, η πεποίθησή μας ήταν πως μια αλλαγή στην Ελλάδα θα έπρεπε να επέλθει όχι σαν αποτέλεσμα της αμερικανικής συνέργειας με την Τουρκία κατά τη διάρκεια μιας ελληνοτουρκικής κρίσης, αλλά σαν αποτέλεσμα της ανικανότητας της κυβέρνησης, που είχε με δική της υπαιτιότητα μπει σε κρίση.
4. Το 1964 και 1967 στερήθηκαν (οι Τούρκοι) την ευκαιρία να παρέμβουν λόγω της μεγάλης αμερικανικής πίεσης. Εκείνη την εποχή η μεγάλη αμερικανική πίεση ήταν αποδοτική, διότι υπήρχε μια νόμιμη κυβέρνηση στην Κύπρο που μπορούσε να κάνει έκκληση στην παγκόσμια κοινότητα και υπήρχε μια κυβέρνηση στην Ελλάδα που είχε διεθνή υποστήριξη. Το 1974, χάρη στη βλακεία της ελληνικής χούντας στους Τούρκους έπεσε ο πρώτος αριθμός του λαχείου. Δεν υπήρχε κυβέρνηση στην Κύπρο που να αναγνωρίζεται από οποιονδήποτε, έτσι δεν έκαναν επίθεση σε νόμιμη κυβέρνηση, αλλά ένας άνδρας που θεωρείτο, διεθνώς, φονιάς, και υπήρχε μια κυβέρνηση στην Ελλάδα που ήταν, διεθνώς, απόβλητη, που κανένας δεν την υποστήριζε. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει την τουρκική επέμβαση. Και αυτή ακριβώς ήταν η ευκαιρία.
5. Αλλά εκείνο που κανείς έπρεπε να εμποδίσει ήταν η κλιμάκωση του πολέμου, της σύγκρουσης σε έναν πόλεμο Ελλάδας και Τουρκίας. Και, βεβαίως, θα έπρεπε να επιβάλει στους Σοβιετικούς μια μη επεμβατική συμπεριφορά, τόσο στο διεθνές επίπεδο όσο και στην Κύπρο».

Στις 5 Αυγούστου 1974 ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζ. Σίσκο σε συνάντησή του με τον Τούρκο πρέσβη στις ΗΠΑ Μεχίλ Ενενμπέλ, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ακόλουθα:
«Οι ΗΠΑ είχαν υιοθετήσει μια ισορροπημένη προσέγγιση που λάμβανε υπόψη τα κοινά συμφέροντα που έχουν οι ΗΠΑ και η Τουρκία με τη Νατοϊκή Συμμαχία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο […].
Ο μακροπρόθεσμος στόχος των ΗΠΑ είναι να βοηθήσουν τα μέρη στην εξεύρεση λύσης που θα είναι συμβατή με όλα μας τα συμφέροντα […].
[…] Η στάση των ΗΠΑ (προς την Αγκυρα) είναι στάση συμπάθειας και κατανόησης, δηλαδή ότι είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε καταλλήλως με οποιοδήποτε τρόπο μπορούμε».
Στην ίδια συνάντηση ο Τούρκος πρέσβης απάντησε ότι η θέση των ΗΠΑ ήταν θετική και πίστευε ότι αυτή οφειλόταν σε αξιοσημείωτο βαθμό σε αμφοτέρους, και στον Κίσσινγκερ και στον Σίσκο.
Σε απόρρητο έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ που συντάχθηκε στις 13 ή 14 Αυγούστου 1974 αναφέρονταν τα βασικά σημεία μιας συμφωνίας στη Γενεύη και επιπρόσθετα και τα ακόλουθα προς επιβεβαίωση των ανωτέρω: «Είναι επιθυμητό να κινήσουμε αυτή τη διαδικασία όσο το δυνατό ταχύτερα, για να εμποδιστεί η περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στο νησί, να μειωθεί η πιθανότητα εισόδου του Μακαρίου ή των Σοβιετικών στη διαδικασία και να υπάρξει πλεονέκτημα της διοίκησης Κληρίδη στη Λευκωσία. Αυτή η ώθηση είναι αναγκαία, διότι, ενώ ο Κληρίδης επιδιώκει γρήγορη πρόοδο και είναι πρόθυμος να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις, δεν υπάρχει σημάδι ότι η Αθήνα ή η Αγκυρα βιάζονται και πολύ».
Ο Σίσκο σε συνάντηση με τον Δανό πρέσβη Μπάρτελς στις 16 Αυγούστου 1974 ανέφερε τα ακόλουθα: «[…] αλλά είχαμε επίσης παρατηρήσει ότι οι Τούρκοι στην πραγματικότητα δεν ήθελαν τον Μακάριο και ότι ο Κληρίδης ήταν ένας αποδεκτός συμβιβασμός για την Αγκυρα. Η εκτίμησή μας ήταν ότι η επιστροφή Μακαρίου δεν μπορεί να αποτελέσει λύση του προβλήματος».
Σε άκρως απόρρητο έγγραφο του ΝΑΤΟ (5G/SD/WASHDC-12/S26-D-48/JULE 74), το οποίο υπογράφει ο γενικός γραμματέας Γιόζεφ Λουνς, αναφέρεται χαρακτηριστικά το εξής: «Συμφωνούμε με τον κ. Σίσκο για υποστήριξη των τουρκικών στρατευμάτων κατά την αποβίβαση στην Κύπρο, κατά τη βίαιη ανατροπή του Μακαρίου».
Τον ρόλο των ΗΠΑ και την εμπλοκή τους στα γεγονότα του 1974 αποκαλύπτουν και τα παρακάτω αποσπάσματα από καταθέσεις ανώτατων στελεχών της χούντας:
Κατάθεση Γεωργίτση: «Οταν ρωτήσαμε ποιοι το γνωρίζουν (το πραξικόπημα) και αν υπάρχει κάλυψη μας είπαν έχει δοθεί “οκέι”. Αυτό βγαίνει τότε, ποιοι ήταν οι άλλοι, οι Αμερικανοί».
Κατάθεση Μπονάνου (στρατηγός, Αρχηγός των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων): «Πολλάκις ο Ιωαννίδης με διαβεβαίωνεν ότι οι Τούρκοι δεν πρόκειται να αναμειχθούν, διότι και οι Αμερικανοί είναι υπέρ της ανατροπής του Μακαρίου και θα σταθούν δίπλα μας εις πάσαν περίπτωσιν».
Στο βιβλίο του «Η αλήθεια», που κυκλοφόρησε το 1986, ο Μπονάνος αναφέρει ότι ο διοικητής της ΚΥΠ Σταθόπουλος του είχε μεταφέρει τις εξής πληροφορίες σχετικά με τη στάση των Αμερικανών:
«Α. Ο Εκ Αθήναις αρχηγός του κλιμακίου της CIA, που δεν γνωρίζω ποίος ήτο, είπε στον Σταθόπουλον ότι τώρα είναι η κατάλληλη ευκαιρία διά να επέμβωμεν στην Κύπρον, ότι οι Αμερικανοί δεν θέλουν τον Μακάριον στην εξουσία και είναι μαζί μας.
Β. Οτι τον επεσκέφθη –τον Σταθόπουλον– ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας Τομ Πάπας, ο οποίος του είπεν ότι η κατάστασις με τον Μακάριον πρέπει να εκκαθαρισθή και ότι τώρα είναι η κατάλληλος ευκαιρία. Επίσης του είπε ότι η Αμερική είναι μαζί μας».
Ο δικτάτορας Δ. Ιωαννίδης, σε γραπτή δήλωση την οποία κατέθεσε στη Βουλή των Ελλήνων, ανέφερε τα εξής: «Σε κατάθεσή του ο Τάσκα σε επιτροπή της Αμερικανικής Γερουσίας στις 25 Σεπτεμβρίου 1975 δήλωσε ότι την 21η Ιουλίου είχε συναντηθεί με τους ηγέτες των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και τους προειδοποίησε να μην επέμβουν. Ακόμα ότι αργότερα η CIA τον είχε ενημερώσει ότι η προειδοποίηση Τάσκα είχε ληφθεί σοβαρά υπόψη από τους επιτελάρχες και έτσι η Ελλάδα απέφυγε τον πόλεμο με την Τουρκία».
Ο Πέτρος Αραπάκης ανέφερε στην κατάθεσή του:
• «Οι σχεδιασμοί ξένων κέντρων αποφάσεων απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση συμμαχικών συμφερόντων σε βάρος, στην περίπτωση αυτή, της Ελλάδας και της Κύπρου και υπέρ της Τουρκίας. Η εξόντωση του Μακαρίου απέβλεπε, πέρα από την αποτροπή του κινδύνου “κουβανοποίησης” της Κύπρου και της πρόληψης τριτοκοσμικών ενεργειών του, που θα μπορούσαν να αποβούν σε βάρος του Ισραήλ και των Δυτικών συμμάχων, στη διαμόρφωση συνθηκών ικανών να δικαιολογήσουν τη δημιουργία τουρκικής βάσης στη βόρεια Κύπρο, σύμφωνα με συμμαχική επιδίωξη».
• «Για να μη γίνουν όμως αποκαλύψεις για τον ρόλο της CIA στο Κυπριακό, δεν επετράπη να πραγματοποιηθεί η έρευνα αυτή στην Αμερική ή και την Ελλάδα. Ο Ιωαννίδης δε δικάστηκε ποτέ για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου».
Στην έκθεσή του ο πλοίαρχος Ε. Χανδρινός (23.12.1974), κυβερνήτης του Λ/Γ ΛΕΣΒΟΣ, αναφέρει τα εξής: «Την 210430 ογδοήκοντα περίπου μίλια νοτιοδυτικώς της Πάφου εντοπίσθη και ανεφέρθη Αμερικανική δύναμις κρούσεως αποτελουμένη εξ ενός (1) Αεροπλανοφόρου, δύο (2) αντιτορπιλλικών και ενός (1) βοηθητικού».
Ο Χένρι Τάσκα, πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα το 1974, έχασε τη ζωή του, αφού έπεσε θύμα «μυστηριώδους ατυχήματος» στις Αλπεις, μετά που είχε εκφράσει την πρόθεση να μιλήσει για τα γεγονότα του 1974.
Ο Ρότζερ Ντέιβις, πρέσβης των ΗΠΑ στη Λευκωσία, δολοφονήθηκε στις 20 Αυγούστου 1974.
Στην έγγραφη κατάθεσή του στην Εξεταστική Επιτροπή για τον Φάκελο της Κύπρου (2.7.1987) ο Γεώργιος Μαύρος, αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης εθνικής ενότητας το 1974, αναφέρει στους σημαντικότερους λόγους για την αποτυχία της Διάσκεψης της Γενεύης τους εξής: «Η στρατιωτική ανισορροπία στην Κύπρο, η ουδέτερη και απαθής στάση της Μεγάλης Βρετανίας και η φιλοτουρκική στάση του Κίσσινγκερ, ο οποίος υπήρξε –την περίοδο εκείνη της κατάρρευσης της προεδρίας Νίξον– ο απόλυτος κυρίαρχος της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Θυμάμαι σχετικά ότι ο Κάλλαχαν, την παραμονή του Αττίλα ΙΙ, μου είπε ότι ο Κίσσινγκερ ήτο απρόθυμος να ασκήσει πίεση επί της Τουρκίας, προκειμένου να παρεμποδίσει την προέλαση των στρατευμάτων της στην Κύπρο.
Η στάση αυτή του Κίσσινγκερ έδινε στον Κάλλαχαν, ο οποίος ισχυρίζετο ότι η χώρα του αδυνατούσε να ενεργήσει μονομερώς χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ ή των Ηνωμένων Εθνών, το αναγκαίο πρόσχημα, για να αποφύγει να αναλάβει τις ευθύνες που απέρρεαν από το γεγονός ότι η Μεγάλη Βρετανία ήταν –και είναι– εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 1999 ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον έκανε αυτοκριτική σε σχέση με την πολιτική των ΗΠΑ κατά την περίοδο της χούντας, σημειώνοντας ότι «οι ΗΠΑ έδωσαν προτεραιότητα στα συμφέροντά τους κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου αντί να στηρίξουν τη δημοκρατία στην Ελλάδα».

Η στάση της Μεγάλης Βρετανίας
Τις προθέσεις της Τουρκίας για εισβολή στην Κύπρο γνώριζε η Μεγάλη Βρετανία για αρκετό χρονικό διάστημα πριν από την εκδήλωσή της, σημειώνεται χαρακτηριστικά στο πόρισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων. Μάλιστα στις 5 Ιουνίου 1974, έξι εβδομάδες πριν από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου και την τουρκική εισβολή, ο γραμματέας της Βρετανικής Υπάτης Αρμοστείας στη Λευκωσία είχε ενημερώσει Ελληνα συνάδελφό του ότι οι Τουρκοκύπριοι επρόκειτο να ανακηρύξουν ανεξάρτητο τουρκοκυπριακό κράτος.
Ο ταξίαρχος του Ελληνικού Στρατού και επιτελάρχης της Εθνικής Φρουράς στην Κύπρο το 1974 Μιχαήλ Γεωργίτσης, στενός συνεργάτης του δικτάτορα Δημήτριου Ιωαννίδη, κατέθεσε στο πλαίσιο του Φακέλου της Κύπρου πως «οι εγκαταστάσεις των Βρετανικών Βάσεων χρησιμοποιήθηκαν για την επισκευή τουρκικών αεροπλάνων που είχαν βληθεί από τα αντιαεροπορικά πυρά της ΕΦ». Τα παραπάνω όμως δεν έχουν επιβεβαιωθεί από άλλη πηγή.
«Επίσης, δεν έχει καταστεί δυνατή η επιβεβαίωση πληροφορίας, η οποία έντονα κυκλοφορούσε την περίοδο μετά την εισβολή, για κατάρριψη τουρκικού Λ/Φ (σ.σ. Λόχου Φρουράς) ο πιλότος του οποίου ήταν Βρετανός».
Αναφορικά με την παρουσία του ελικοπτέρου ΕΡΜΗΣ πλησίον του σημείου απόβασης σημειώνονται τα εξής: «Τη 19η Ιουλίου ο σταθμός ραδιοεπισήμανσης της ΕΦ στην Καντάρα εντόπισε και ανέφερε στην αίθουσα επιχειρήσεων της Διοίκησης Αεροπορίας την παρουσία στις ακτές της Κερύνειας του συγκεκριμένου σκάφους. Ο κατάπλους είχε σχέση με την επικείμενη απόβαση των Τούρκων, την οποία οι Βρετανοί γνώριζαν, για να απομακρύνει τους Βρετανούς υπηκόους. Δεν είναι εξακριβωμένο αν είχε παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια στις τουρκικές δυνάμεις. Το σίγουρο είναι ότι, για να φτάσει στην Κύπρο, ταξίδευε τουλάχιστον δύο μέρες. Αρα, η Βρετανία γνώριζε για την απόβαση το αργότερο από τις 17 Ιουλίου. Ουδέν έπραξε για την αποτροπή της.
Σε τηλεγράφημα, ημερομηνίας 21ης Ιουλίου 1974, το οποίο απεστάλη στο υπουργείο Εξωτερικών της Αυστραλίας αναφέρεται ότι επίσημος Βρετανός αξιωματούχος δήλωσε “η Βρετανία δεν θα αρνηθεί, εάν τα τουρκικά στρατεύματα καταλάβουν περίπου το 1/3 του νησιού πριν από την συμφωνία κατάπαυσης του πυρός” (O.H13267 2130 21/7.74 CLA)».
Ακολούθως επισημαίνεται ότι: «Σε απόρρητο σήμα (z 220405Z JUL 74) του διοικητή των Βρετανικών Δυνάμεων Εγγύς Ανατολής, ημερομηνίας 22 Ιουλίου 1974, αναφέρεται: “Ελληνικά μεταφορικά αεροσκάφη Ιπτανται προς και από Λευκωσία υπεράνω εναερίου Βρετανικού χώρου εντός της Κύπρου, άνευ ημετέρας άδειας. Από του Π.Φ. θα απογειώνονται προς αναχαίτιση τα ημέτερα μαχητικά αεροσκάφη εναερίου άμυνας σύμφωνα προς τους κανόνες μας εμπλοκής”.
Τους μήνες που προηγήθηκαν της εισβολής βρετανικά πολεμικά Α/Φ (σ.σ.: αεροσκάφη) πραγματοποιούσαν στα πλαίσια περιπολιών συχνές πτήσεις σε χαμηλό ύψος κατά μήκος των ακτών της Κερύνειας. Οι πτήσεις αυτές δεν εδικαιολογούντο σε σχέση με την πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή τον Οκτώβριο του 1973.
Το βρετανικό απόσπασμα των ΗΕ το οποίο βρισκόταν στην περιοχή Λευκωσίας ουδέν έπραξε για τον περιορισμό ή την αποτροπή προώθησης των τουρκικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας στην περιοχή Δομτίου-ΕΛΔΥΚ-Γερολάκκου, με αποτέλεσμα κατά την έναρξη της δεύτερης φάσης της εισβολής, στις 14 Αυγούστου, να βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση».
Η στάση του ΟΗΕ
Τέλος, ένα μικρό τμήμα των συμπερασμάτων του πορίσματος της Βουλής των Αντιπροσώπων για την κυπριακή τραγωδία, αναφέρεται στη θέση που έλαβε ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών λίγο πριν από την τουρκική εισβολή του 1974. Οπως διαβάζουμε: «Οι δυνάμεις του ΟΗΕ, ανεξάρτητα από το μικρό αριθμό ανδρών που διέθεταν, σε καμιά περίπτωση πριν από την εκδήλωση της τουρκικής εισβολής δεν παρεμπόδισαν τους Τουρκοκυπρίους να ενισχύσουν τις αμυντικές τους θέσεις στην περίμετρο των θυλάκων, να ετοιμάσουν νέες και να προβούν στη διάνοιξη ορυγμάτων και σηράγγων επικοινωνίας.
Δε φρόντισαν να τηρηθεί η κατάπαυση του πυρός. Δεν παρεμπόδισαν τις τουρκικές δυνάμεις να προωθηθούν σε νέες θέσεις κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως έχει αναφερθεί στην επιτροπή, όχι μόνο δε διασφάλισαν την προστασία εγκλωβισμένων στρατιωτών, αλλά πιθανόν και να ενημέρωσαν τις τουρκικές δυνάμεις για την παρουσία τους».

