Σαν σήμερα: 21 Ιουλίου 1853 – Η Νέα Υόρκη αποκτά το Σέντραλ Παρκ

Σαν σήμερα: 21 Ιουλίου 1853 – Η Νέα Υόρκη αποκτά το Σέντραλ Παρκ

Η απόφαση της 21ης Ιουλίου 1853 υπήρξε η αφετηρία για τη δημιουργία ενός εμβληματικού δημόσιου χώρου που συνδέθηκε όσο λίγοι με την εικόνα της πόλης

3' 31" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στις 21 Ιουλίου 1853, το νομοθετικό σώμα της Πολιτείας της Νέας Υόρκης εξουσιοδότησε τον δήμο να αποκτήσει περισσότερα από 750 στρέμματα γης στο κέντρο του Μανχάταν για τη δημιουργία ενός μεγάλου δημόσιου πάρκου. Η απόφαση αυτή άνοιγε τον δρόμο για ένα από τα πιο φιλόδοξα πολεοδομικά έργα του 19ου αιώνα, το οποίο έμελλε να μεταμορφώσει τη Νέα Υόρκη και να αποτελέσει πρότυπο για τις αμερικανικές πόλεις.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Νέα Υόρκη αναπτυσσόταν με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Ο πληθυσμός της είχε υπερτετραπλασιαστεί από το 1820, οι οικοδομές επεκτείνονταν συνεχώς προς τα βόρεια και οι συνθήκες ζωής στις πυκνοκατοικημένες συνοικίες του νότιου Μανχάταν επιδεινώνονταν. Οι περισσότεροι δημόσιοι χώροι ήταν μικροί και κατακερματισμένοι, ενώ η πρόσβαση στη φύση αποτελούσε προνόμιο κυρίως των εύπορων κατοίκων, οι οποίοι μπορούσαν να ταξιδεύουν έξω από την πόλη ή να επισκέπτονται ιδιωτικούς κήπους.

Από τη δεκαετία του 1840, δημοσιογράφοι, αρχιτέκτονες και κοινωνικοί μεταρρυθμιστές ζητούσαν τη δημιουργία ενός μεγάλου δημόσιου πάρκου.

Ανάμεσά τους ήταν ο ποιητής και εκδότης της εφημερίδας New York Evening Post Ουίλιαμ Κάλεν Μπράιαντ (William Cullen Bryant) και ο αρχιτέκτονας τοπίου Αντριου Τζάκσον Ντάουνινγκ (Andrew Jackson Downing). Υποστήριζαν ότι ένας ανοιχτός χώρος, προσιτός σε όλους, θα βελτίωνε τη δημόσια υγεία, θα αποτελούσε έναν τόπο αναψυχής για τους εργαζομένους και θα περιόριζε τις κοινωνικές εντάσεις. Παράλληλα, η Νέα Υόρκη ήθελε να αποκτήσει ένα πάρκο αντάξιο των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, όπως το Χάιντ Παρκ του Λονδίνου και το Δάσος της Βουλώνης στο Παρίσι.

Υστερα από διαφωνίες για τη θέση και το κόστος του έργου, επιλέχθηκε μια μακρόστενη περιοχή ανάμεσα στην 59η και την 106η Οδό και μεταξύ της Πέμπτης και της Ογδοης Λεωφόρου. Το έδαφος ήταν βραχώδες, ελώδες και δύσκολο στην αξιοποίηση, γεγονός που το καθιστούσε λιγότερο ελκυστικό για την οικοδομική ανάπτυξη. Δεν ήταν όμως ακατοίκητο, όπως παρουσίαζαν συχνά οι υποστηρικτές του πάρκου. Στην περιοχή ζούσαν περίπου 1.600 άνθρωποι, σε μικρούς οικισμούς και διάσπαρτες κατοικίες.

Ανάμεσα στις κοινότητες που χάθηκαν ήταν το Σενέκα Βίλατζ, ένας οικισμός που είχε ιδρυθεί το 1825 και κατοικούνταν κυρίως από Αφροαμερικανούς, αρκετοί από τους οποίους είχαν ιδιόκτητες κατοικίες. Στην περιοχή υπήρχαν επίσης Ιρλανδοί και Γερμανοί μετανάστες, εκκλησίες και ένα σχολείο. Για την κατασκευή του πάρκου, οι εκτάσεις αυτές απαλλοτριώθηκαν και οι κάτοικοι απομακρύνθηκαν. Ο οικισμός κατεδαφίστηκε έως το 1857 και η ιστορία του παρέμεινε για πολλές δεκαετίες σχεδόν ξεχασμένη.

Το 1857 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για τον σχεδιασμό του πάρκου. Από τις 33 προτάσεις που υποβλήθηκαν, επιλέχθηκε το “Greensward Plan” του δημοσιογράφου και επόπτη του έργου Φρέντερικ Λο Ολμστεντ (Frederick Law Olmsted) και του Βρετανού αρχιτέκτονα Κάλβερτ Βο (Calvert Vaux). Το σχέδιό τους προέβλεπε λιβάδια, λίμνες, δασώδεις εκτάσεις, ελικοειδή μονοπάτια και γέφυρες, δημιουργώντας την εντύπωση ενός φυσικού τοπίου μέσα στην πόλη. Στην πραγματικότητα, σχεδόν κάθε στοιχείο του ήταν προσεκτικά σχεδιασμένο.

Ακόμη και οι δρόμοι διέλευσης χαμηλώθηκαν, ώστε η κυκλοφορία να μη διακόπτει οπτικά το τοπίο.

Η κατασκευή άρχισε το 1857 και απαίτησε τεράστιες χωματουργικές εργασίες, αποστραγγίσεις ελών, ανατινάξεις βράχων και τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων χώματος και φυτών. Τα πρώτα τμήματα άνοιξαν για το κοινό τον χειμώνα του 1858, ενώ το 1859 το πάρκο επεκτάθηκε βόρεια έως την 110η Οδό, φτάνοντας στη σημερινή του έκταση των 843 αγγλικών στρεμμάτων, περίπου 3.400 στρεμμάτων με το ελληνικό σύστημα μέτρησης. Το έργο θεωρήθηκε ολοκληρωμένο το 1876.

Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, το Σέντραλ Παρκ ήταν κυρίως τόπος περιπάτου και ξεκούρασης. Οι κανονισμοί περιόριζαν τα ομαδικά παιχνίδια, το υπαίθριο εμπόριο και τις θορυβώδεις δραστηριότητες, ενώ οι επισκέπτες περπατούσαν στα μονοπάτια, έκαναν βόλτες με άμαξες ή παρακολουθούσαν συναυλίες. Τον χειμώνα του 1858 η παγωμένη λίμνη άνοιξε για πατινάζ και σύντομα έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα σημεία συνάντησης των Νεοϋορκέζων.

Αν και το πάρκο είχε δημιουργηθεί για όλους, αρχικά το επισκέπτονταν κυρίως οι ευπορότεροι κάτοικοι, καθώς βρισκόταν μακριά από τις πυκνοκατοικημένες εργατικές συνοικίες και η πρόσβαση σε αυτό δεν ήταν εύκολη. Οσο, όμως, η Νέα Υόρκη επεκτεινόταν προς τα βόρεια και οι συγκοινωνίες βελτιώνονταν, το Σέντραλ Παρκ αποκτούσε ολοένα και πιο κεντρική θέση στην καθημερινή ζωή της πόλης.
Ετσι, το Σέντραλ Παρκ έγινε σταδιακά αναπόσπαστο μέρος της ζωής της Νέας Υόρκης, αν και πέρασε περιόδους εγκατάλειψης και εκτεταμένων αναπλάσεων.

Η απόφαση της 21ης Ιουλίου 1853 υπήρξε η αφετηρία για τη δημιουργία ενός εμβληματικού δημόσιου χώρου που συνδέθηκε όσο λίγοι με την εικόνα της πόλης.

Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT