Η μέρα που η Ελλάδα ονειρεύτηκε να πάρει την Κωνσταντινούπολη: Πώς ο Ιωάννης Κωλέττης επινόησε τη «Μεγάλη Ιδέα»

Η μέρα που η Ελλάδα ονειρεύτηκε να πάρει την Κωνσταντινούπολη: Πώς ο Ιωάννης Κωλέττης επινόησε τη «Μεγάλη Ιδέα»

Το πρωινό της 14ης Ιανουαρίου 1844 η Αθήνα ξυπνά κάτω από έναν μουντό χειμωνιάτικο ουρανό

7' 53" χρόνος ανάγνωσης

Το πρωινό της 14ης Ιανουαρίου 1844 η Αθήνα ξυπνά κάτω από έναν μουντό χειμωνιάτικο ουρανό. Δεν έχουν περάσει ούτε καν δέκα χρόνια από τότε που ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου και ελάχιστα θυμίζει διοικητικό και πολιτικό κέντρο ενός κράτους που φιλοδοξεί να σταθεί ισότιμα δίπλα στις ευρωπαϊκές μοναρχίες. Οι δρόμοι είναι κατά κύριο λόγο χωμάτινοι. Ανάμεσα στα διάσπαρτα σπίτια ξεπροβάλλουν αρχαία ερείπια, ακαλλιέργητα οικόπεδα και χωράφια. Ο οικισμός γύρω από την Ακρόπολη φέρει ακόμη τα τραύματα της Επανάστασης του 1821, ενώ ο πληθυσμός της πόλης σύμφωνα με την επίσημη απογραφή φθάνει τις 25.109 κατοίκους.

Η μέρα που η Ελλάδα ονειρεύτηκε να πάρει την Κωνσταντινούπολη: Πώς ο Ιωάννης Κωλέττης επινόησε τη «Μεγάλη Ιδέα»-1
Δαγεροτυπία του 1842 που απεικονίζει τον Ιωάννη Κωλέττη (στο κέντρο) κατά τη θητεία του ως πρεσβευτή της Ελλάδας στη Γαλλία (ανήκει στις συλλογές της Βιβλιοθήκης της Γενεύης).

Στο κέντρο της πόλης, στο οικοδομικό τετράγωνο που εκτείνεται ανάμεσα στις σημερινές οδούς Σταδίου και Κολοκοτρώνη, υψωνόταν ένα από τα μεγαλύτερα και επιβλητικότερα κτίρια της εποχής, η οικία του ευκατάστατου εμπόρου Αλέξανδρου Κοντόσταυλου. Εκεί συνεδρίαζε η Εθνοσυνέλευση που συγκλήθηκε μετά το Κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον βασιλιά Οθωνα Α΄ να εγκαταλείψει την απολυταρχική διακυβέρνηση και να παραχωρήσει Σύνταγμα. Στην ξύλινη αίθουσα χορού που γινόντουσαν οι αγορεύσεις συνυπήρχαν διαφορετικοί κόσμοι. Αγωνιστές του 1821 ντυμένοι με φουστανέλα και παράσημα από τα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα κάθονταν δίπλα σε μορφωμένους πολιτικούς που είχαν επισκεφθεί ή είχαν ζήσει σε μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες. Πρόκριτοι των επαρχιών, νησιώτες καραβοκύρηδες, Φαναριώτες λόγιοι, στρατιωτικοί και κρατικοί αξιωματούχοι, συνολικά 243 πληρεξούσιοι από 92 περιφέρειες της Επικράτειας συνέθεταν ένα μωσαϊκό ανθρώπων που προσπαθούσαν να καθορίσουν το μέλλον του νέου κράτους.

Το ερώτημα που δίχασε την Εθνοσυνέλευση

Τυπικά η αποστολή τους ήταν να συντελέσουν «ευσυνειδήτως εις την σύνταξιν των θεμελιωδών θεσμών, δι’ ων θέλουν εξασφαλισθή τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του τε Εθνους μου, και της συνταγματικής μοναρχίας», όπως αναφερόταν στον όρκο που έδωσαν, ήτοι να συντάξουν νέο Σύνταγμα που θα όριζε τη λειτουργία του πολιτεύματος. Στην πραγματικότητα, όμως, το διακύβευμα ήταν πολύ μεγαλύτερο. Πίσω από τις νομικές διατυπώσεις και τις διαδικαστικές αντιπαραθέσεις κρυβόταν ένα βαθύτερο ερώτημα: τι ακριβώς ήταν η Ελλάδα; Η απάντηση μόνο αυτονόητη δεν ήταν. Το βασίλειο που είχε προκύψει από τα πρωτόκολλα των Μεγάλων Δυνάμεων περιλάμβανε την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και λίγα νησιά. Ομως ο ελληνισμός εκτεινόταν πολύ πέρα από αυτά τα σύνορα. Η Κωνσταντινούπολη παρέμενε το μεγάλο πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας. Η Σμύρνη ήταν μία από τις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις της Ανατολής. Η Μακεδονία, η Ηπειρος, η Θράκη, η Κρήτη, η Θεσσαλία και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου φιλοξενούσαν εκατοντάδες χιλιάδες ελληνόφωνους πληθυσμούς που εξακολουθούσαν να ζουν υπό οθωμανική κυριαρχία. Για πολλούς από τους άνδρες που βρίσκονταν εκείνη την ημέρα στην αίθουσα, το ελληνικό κράτος δεν ταυτιζόταν με το ελληνικό έθνος. Ηταν απλώς ένα τμήμα του.

Η μέρα που η Ελλάδα ονειρεύτηκε να πάρει την Κωνσταντινούπολη: Πώς ο Ιωάννης Κωλέττης επινόησε τη «Μεγάλη Ιδέα»-2
Ο Ιωάννης Κωλέττης σε επιζωγραφισμένη λιθογραφία, εκδ. Α. Friedel, Λονδίνο-Παρίσι 1827 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο/Συλλογή Χαρακτικών, Αθήνα).

Η συγκεκριμένη αντίληψη είχε βαθιές ρίζες στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, στις επαναστατικές προσδοκίες του τέλους του 18ου αιώνα και στα οράματα που συνόδευσαν την Επανάσταση του 1821. Οι λόγιοι που φαντάστηκαν την εθνική αναγέννηση δεν οραματίζονταν την απελευθέρωση μιας μικρής γωνιάς της Βαλκανικής, αλλά την αποκατάσταση ενός ολόκληρου ιστορικού κόσμου που εκτεινόταν από τον Δούναβη έως τη Μικρά Ασία και από τη Μακεδονία έως την Κύπρο. Ακόμη και η ίδια η Επανάσταση άλλωστε είχε ξεκινήσει έξω από τα όρια του μελλοντικού κράτους. Οι πρώτες της πράξεις γράφτηκαν στο Ιάσιο και όχι στην Αθήνα ή στο Ναύπλιο. Πολλοί από τους πρωταγωνιστές της μάλιστα κατάγονταν από περιοχές που το 1844 παρέμεναν εκτός των ελληνικών συνόρων. Η εθνική ιδέα ήταν εξαρχής πολύ μεγαλύτερη από το κράτος που τελικά προέκυψε.

Ο άνθρωπος που έδωσε όνομα στο όραμα

Η επονομαζόμενη «Μεγάλη Ιδέα» ως προσδοκία μπορεί να προϋπήρχε, αλλά ως πολιτική διατύπωση θα γεννιόταν εκείνη την ημέρα και θα διατυπωνόταν με μεγάλη σαφήνεια από τον ιδρυτή του Γαλλικού Κόμματος και πρώην πρωθυπουργό, Ιωάννη Κωλέττη – ο οποίος θα αναλάμβανε εκ νέου πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου εντός των επομένων μηνών. Ο Ηπειρώτης πολιτικός πήρε τον λόγο για να υπερασπιστεί αυτή ακριβώς την ευρύτερη αντίληψη περί ελληνικού έθνους.

Η μέρα που η Ελλάδα ονειρεύτηκε να πάρει την Κωνσταντινούπολη: Πώς ο Ιωάννης Κωλέττης επινόησε τη «Μεγάλη Ιδέα»-3
Ο πρώην πρωθυπουργός Ιωάννης Κωλέττης σε επιζωγραφισμένη λιθογραφία, εκδ. Α. Friedel, Λονδίνο-Παρίσι 1829 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Ο Κωλέττης, ως πληρεξούσιος Ναυπλίας, δεν μίλησε ως συνταγματολόγος, ούτε ως τεχνοκράτης της πολιτικής. Μίλησε ως παλαιός αγωνιστής της Επανάστασης. «Φρίττω ενθυμούμενος την ημέραν εκείνην, καθ’ ην εδώσαμεν τον υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος όρκον», είπε από το βήμα της Εθνοσυνέλευσης, υπενθυμίζοντας στους πληρεξουσίους ότι ο κοινός τους αγώνας δεν είχε δοθεί για μια περιορισμένη γεωγραφική επικράτεια αλλά για την ελευθερία ολόκληρου του ελληνισμού.

Στην αγόρευσή του επανέφερε διαρκώς τη μνήμη του 1821. Επικαλέστηκε τον Ρήγα, τους πρωταγωνιστές του Αγώνα και τους νεκρούς της Επανάστασης, κατηγορώντας εμμέσως τους συνέδρους ότι είχαν απομακρυνθεί από τον αρχικό σκοπό. «Εμακρύνθημεν της μεγάλης εκείνης της πατρίδος ιδέας», τόνισε, θυμίζοντας ότι κάποτε «εν ενί πνεύματι τότε ηνωμένοι, όσοι είχομεν το επώνυμον Ελληνες» είχαν κατορθώσει να κερδίσουν μέρος μόνο του συνολικού τους στόχου.

Για εκείνον το πρόβλημα δεν ήταν απλώς πολιτειακό. Ηταν εθνικό. Η Επανάσταση είχε δημιουργήσει κράτος, όχι όμως και την ολοκλήρωση του έθνους. Γι’ αυτό και επέκρινε τις αντιπαραθέσεις που δίχαζαν τους πληρεξουσίους. «Νυν δε ενασχολούμεθα εις ματαίας διακρίσεις Ελλήνων και Ελλήνων, χριστιανών και χριστιανών», παρατήρησε με εμφανή πικρία.

Η αποστολή του ελληνισμού

Μέσα σε αυτή τη συλλογιστική διατυπώθηκε για πρώτη φορά η αντίληψη που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως Μεγάλη Ιδέα. Εβλεπε την Ελλάδα όχι ως ένα μικρό βασίλειο στα νότια Βαλκάνια, αλλά ως τον πυρήνα ενός πολύ ευρύτερου ιστορικού και πολιτισμικού κόσμου. Προσέδιδε στο έθνος μια αποστολή που ξεπερνούσε τα στενά όρια του νεοσύστατου κράτους.

Οπως ανέφερε επί λέξει: «[…] Η Ελλάς ως εκ της γεωγραφικής της θέσεως είναι το κέντρον της Ευρώπης· με την δεξιάν της πιάνει τας χείρας της ∆ύσεως και με την αριστεράν της τας χείρας της Ανατολής, και τας συνδέει. Η Ελλάς ήτο προωρισμένη, ως φαίνεται, καταπίπτουσα να δώση τα φώτα εις την ∆ύσιν, και σήμερα ανισταμένη να φωτίση την Ανατολήν. Ημείς, Κύριοι, κατοικούμεν αυτήν την ένδοξον Ελλάδα, ημείς πρέπει να δώσωμεν τον εξευγενισμόν εις την Ανατολήν. Από αυτόν τον όρκον, και από την μεγάλην ιδέαν την οποίαν πρέπει να έχωμεν περί του εαυτού μας, ίδον εμπνευσμένους τους πληρεξουσίους εις τας παρελθούσας συνελεύσεις μας να ομιλώσιν όχι περί επαρχιών, αλλά περί ολοκλήρου του Χριστιανισμού. Αχ, πόσον επεθύμουν να είχα τον Γερμανόν, να είχα τον Ζαήμην, να είχα όλους εκείνους τους αγωνιστάς, των οποίων τα ονόματα μας ενθυμίζουν τον αγώνα μας, να μας ακούωσι τώρα αγωνιζομένους τι, Κύριοι; Να μηδενίσωμεν την μεγάλην εκείνην ιδέαν, ήτις έπρεπε να φλογίζη τας καρδίας όλων ημών. Πού είσαι Κολοκοτρώνη, πού Ζαήμη, πού Υψηλάντη, πού Βότσαρη, πού Καραϊσκάκη, πού Μιαούλη, πού όλοι εσείς, οι οποίοι διά μόνην αυτήν την μεγάλην ιδέαν εδράξατε τα όπλα; Οταν λαμβάνω εις τας χείρας το τραγούδι του Ρήγα “Μαυροβουνίου καπλάνια, Ολύμπου σταυραετοί κι’ Αγράφων τα ξεφτέρια γενήτε μία ψυχή”, η καρδία μου πάλλει!».

Η μέρα που η Ελλάδα ονειρεύτηκε να πάρει την Κωνσταντινούπολη: Πώς ο Ιωάννης Κωλέττης επινόησε τη «Μεγάλη Ιδέα»-4
Το βιβλίο του Σπυρίδωνος Γ. Πλουμίδη «Περί “της μεγάλης εκείνης της πατρίδος ιδέας”» των εκδόσεων Μίνωας.

«Το Βασίλειον της Ελλάδος δεν είναι η Ελλάς»

Δεν επρόκειτο απλώς για μια συναισθηματική επίκληση της μνήμης της Επανάστασης. Ο Κωλέττης επιχειρούσε να ορίσει εκ νέου τα όρια του ελληνισμού και να εξηγήσει γιατί το νεοσύστατο βασίλειο δεν μπορούσε να ταυτιστεί με το σύνολο του έθνους. Λίγα λεπτά αργότερα θα διατύπωνε τη φράση που έμελλε να συνοψίσει ολόκληρη τη φιλοσοφία της Μεγάλης Ιδέας: «Το Βασίλειον της Ελλάδος δεν είναι η Ελλάς˙ αποτελεί εν μέρος μόνον, το πλέον μικρόν και το πλέον φτωχόν της Ελλάδος. Ο Ελλην δεν είναι μόνον αυτός, ο οποίος κατοικεί το Βασίλειον, αλλά και εκείνος επίσης όστις κατοικεί τα Ιωάννινα ή την Θεσσαλονίκην ή τας Σέρρας ή την Ανδριανούπολιν ή την Κωνσταντινούπολιν ή την Τραπεζούντα ή την Κρήτην ή την Σάμον ή οιανδήποτε χώραν της ιστορίας ή της φυλής της ελληνικής. […]Υπάρχουν δύο μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού. Αι Αθήναι είναι η πρωτεύουσα του Βασιλείου. Η Κωνσταντινούπολις είναι η μεγάλη πρωτεύουσα, η πόλις, το όνειρο και η ελπίς όλων των Ελλήνων».

Το νόημα της «Μεγάλης Ιδέας» ήταν ξεκάθαρα αλυτρωτικό

Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, οι ιστορικοί εξακολουθούν να συζητούν τι ακριβώς εννοούσε ο Κωλέττης όταν μιλούσε για τη «Μεγάλη Ιδέα». Οπως αναφέρει ο καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης στο νέο του βιβλίο υπό τον τίτλο «Περί “της μεγάλης εκείνης της πατρίδος ιδέας” – Η εθνική ιδεολογία των Ελλήνων του 19ου αιώνα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας, η κεντρική ιδέα της αγόρευσης του Κωλέττη κατέληξε να είναι το μεγάλωμα της επικράτειας της Ελλάδας, ώστε να συμπεριλάβει όλους «τους Ελληνας ομοθρήσκους» και ομογλώσσους· διότι, σύμφωνα με τον ίδιο τον πολύπειρο πολιτικό, «Ελληνες είναι πάντες οι πιστεύοντες εις Χριστόν, και την Ελληνικήν γλώσσαν πάτριον έχοντες».

Η μέρα που η Ελλάδα ονειρεύτηκε να πάρει την Κωνσταντινούπολη: Πώς ο Ιωάννης Κωλέττης επινόησε τη «Μεγάλη Ιδέα»-5
Πορτρέτο του Ιωάννη Κωλέττη φιλοτεχνημένο από τον Roberti Alber. Λάδι σε μουσαμά, 237 x 153 εκ.

Κατά τον κ. Πλουμίδη «το νόημα της Μεγάλης Ιδέας ήταν εξαρχής ξεκάθαρα αλυτρωτικό. Η φύση της Μεγάλης Ιδέας, όπως την προσδιόρισε ο Κωλέττης το 1844, ήταν πρωτίστως πολεμική, εδαφική και επεκτατική, και δευτερευόντως εκπολιτιστική και πνευματική. Κοινός άξονας τόσο της Μεγάλης Ιδέας όσο και της επετείου της 25ης Μαρτίου (“της εορτής των Ελευθερίων”) ήταν η λέξη “ελευθερία”, μια βασική έννοια του εθνικισμού».

Ως εκ τούτου, και σύμφωνα με την ανάλυση του κοινωνιολόγου Anthony Smith, καθηγητή στο London School of Economics και εμβιθούς μελετητή του εθνικισμού και των εθνικών ταυτοτήτων, ο ελληνικός εθνικισμός εντάσσεται στην τυπολογία των εθνοτικών (ethnic) εθνικισμών, καθότι το ελληνικό εθνικό κράτος προέκυψε από απόσχιση από μια ευρύτερη πολιτειακή μονάδα (την Οθωμανική Αυτοκρατορία), και μετά την ανεξαρτητοποίησή του επιδίωξε να επεκταθεί και να περιλάβει όσους εθνοτικά «συγγενείς» πληθυσμούς βρίσκονταν εκτός των συνόρων του. Αυτή η επέκταση δεν μπορούσε ασφαλώς να γίνει χωρίς πόλεμο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT