Οι Οθωμανοί δεν πέρασαν για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος το 1354, όταν κατέκτησαν την Καλλίπολη. Μισόν αιώνα πριν είχαν στελεχώνει τα στρατεύματα της Καταλανικής Εταιρείας λεηλάτησαν τη Θράκη και τη Μακεδονία έπειτα από τη σύγκρουση του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ με τους Καταλανούς το 1305. Μπορεί να αποχώρησαν προσωρινά στην Ασία όταν επιτεύχθηκε συμφωνία με τους Βυζαντινούς, αλλά επανήλθαν στην Ευρώπη στο πλαίσιο των εμφύλιων πολέμων των Βυζαντινών στα μέσα του 14ου αιώνα.
Μετά την κατάκτηση της Καλλίπολης, οι Οθωμανοί δημιούργησαν ένα σταθερό προγεφύρωμα στην Ευρώπη. Στη συνέχεια επεκτάθηκαν στη Θράκη, καταλαμβάνοντας την περιοχή έως τη Ραιδεστό. Το 1361 (σύμφωνα με αρκετές πηγές το 1369) κατέλαβαν την Αδριανούπολη, την οποία κατέστησαν πρωτεύουσά τους. Για την εξάπλωση της επιρροής τους στην Ευρώπη οι Οθωμανοί εφάρμοσαν την ίδια τακτική που ακολουθούσαν επί δεκαετίες στη βορειοδυτική Μικρά Ασία, με τη διενέργεια επιδρομών στην ύπαιθρο από τους άτακτους πλιατσικολόγους γαζήδες, την προσέγγιση των χριστιανών στρατιωτικών διοικητών για προσχώρηση στο οθωμανικό στρατόπεδο και την εγκατάσταση τουρκομάνων εποίκων και δερβισικών ταγμάτων στα σύνορα με τα χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων.
Ο Μουράτ Α΄ υπήρξε ο πραγματικός θεμελιωτής του κράτους το οποίο τις επόμενες δεκαετίες εξελίχθηκε σε αυτοκρατορία. Μετασχημάτισε τους θεσμούς του εμιράτου του, ενίσχυσε την κεντρική εξουσία και αυτοαναγορεύτηκε σουλτάνος. Ενέταξε στις κρατικές υπηρεσίες του κράτους χριστιανούς και εξισλαμισμένους, ακολουθώντας την πραγματιστική πολιτική ανοχής των προκατόχων του, δεδομένου ότι στα νεοκαταληφθέντα εδάφη, οι χριστιανοί αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.
Τα χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων δεν άργησαν να αντιληφθούν τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η παρουσία των Οθωμανών στη χερσόνησο. Το 1371 ηττήθηκαν κοντά στο Ορμένιο του Έβρου οι συνασπισμένες δυνάμεις των Σέρβων υπό τον Βουκάσιν και τον Ουγλιέσα. Σύντομα οι Οθωμανοί κατέλαβαν μεγάλο τμήμα της μακεδονικής ενδοχώρας, εκμεταλλευόμενοι τις διαμάχες των Βυζαντινών και των βαλκανικών ηγεμονιών. Παράλληλα, επέκτειναν τα εδάφη τους και στη Μικρά Ασία εις βάρος των γειτονικών τουρκικών εμιράτων, είτε διαμέσου επιγαμιών είτε με τη διενέργεια στρατιωτικών επιχειρήσεων, στις οποίες συχνά συμμετείχαν τα στρατεύματα των υποτελών βαλκανικών κρατών.
Το 1388 σχηματίστηκε μια μεγάλη αντιοθωμανική συμμαχία με επικεφαλής τους Σέρβους ηγεμόνες της περιοχής της Πρίστινας Λάζαρ Χρεμπελγιάνοβιτς και της περιοχής του Ιπεκίου Βουκ Μπράνκοβιτς. Στη συμμαχία συμμετείχαν ο βασιλιάς της Βοσνίας Στέφαν Τβρκο, Βλάχοι, Ούγγροι και Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου. Οι Βυζαντινοί τήρησαν ουδέτερη στάση, ενώ ελάσσονες Βαλκάνιοι ηγεμόνες συντάχθηκαν με τον στρατό του Μουράτ. Οι Οθωμανοί είχαν θέσει ως μείζονα στόχο τους την κατάκτηση του Κοσσυφοπεδίου, το οποίο διέθετε πληθώρα ορυχείων σιδηρομεταλλευμάτων.
Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 15/28 Ιουνίου 1389 στο Κοσσυφοπέδιο. Ο Σέρβος ηγεμόνας Λάζαρ έπεσε στο πεδίο της μάχης, ενώ ο Μουράτ Α΄ δολοφονήθηκε από τον Μίλος Όμπιλιτς και τάφηκε στο Κοσσυφοπέδιο. Η μάχη του Κοσόβου σήμανε το τέλος του μεσαιωνικού σερβικού κράτους, προσλαμβάνοντας θρυλικές διαστάσεις στη συνείδηση των Σέρβων, εφάμιλλη με την Αλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 για τους Έλληνες. Οι Σέρβοι φρόντισαν να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη της μάχης του Κοσόβου, συνδυάζοντάς την με σημαντικά γεγονότα της νεότερης ιστορίας τους.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

