Το 1986 ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ακόμη πρόσφατο παρελθόν και ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στην τελική φάση του. Την άνοιξη εκείνης της χρονιάς χρονολογείται η αρχή της υπόθεσης Βάλντχαϊμ που, ξεκινώντας ως εσωπολιτικό σκάνδαλο μιας μικρής και ουδέτερης χώρας στην Κεντρική Ευρώπη, σύντομα απέκτησε διεθνείς διαστάσεις παγκόσμιας εμβέλειας. Είχε επίσης έμμεσα επακόλουθα, που μακροπρόθεσμα αποδείχτηκαν μάλλον σημαντικότερα από το ίδιο το σκάνδαλο.
Η ιστορία ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του Κουρτ Βάλντχαϊμ (1918-2007), πρώην υπουργού Εξωτερικών της Αυστρίας και στη συνέχεια γενικού γραμματέα του ΟΗΕ (1972-1981), ως υποψηφίου προέδρου της Δημοκρατίας. Αρχισαν τότε να βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας πληροφορίες για το παρελθόν του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις οποίες είχε αποκρύψει. Ιδίως η υπηρεσία του ως αξιωματικός του γερμανικού κατοχικού στρατού στη Γιουγκοσλαβία, στην Αλβανία και την Ελλάδα το 1942-1944 προκαλούσε εύλογα ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο του σε εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν εκείνη την περίοδο.
Ελληνική παράμετρος – Ο Βάλντχαϊμ παραδέχθηκε ότι είχε υπηρετήσει ως αξιωματικός του γερμανικού κατοχικού στρατού στη Γιουγκοσλαβία, στην Αλβανία και στην Ελλάδα, το 1942-1944, αρνούμενος όμως κάθε γνώση για εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού και μαζικές απελάσεις Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης.
Το «σύνδρομο Βάλντχαϊμ»
Στην αντίδρασή του ο Βάλντχαϊμ ακολούθησε διπλή στρατηγική: αφενός άρνηση ή μερική μόνο ομολογία, κάτι που στη διεθνή έρευνα ονομάζεται σήμερα «σύνδρομο Βάλντχαϊμ», αν και παρατηρείται και σε πολλές άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Ετσι παραδέχθηκε, π.χ., ότι υπηρέτησε στο Ε΄ Σώμα Στρατού της Βέρμαχτ, κάτι που είχε αποσιωπήσει πλήρως μέχρι τότε στη βιογραφία του, αρνούμενος όμως ταυτόχρονα κάθε γνώση για εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού και μαζικές απελάσεις Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Αφετέρου, προχώρησε σε αντεπίθεση μέσω ηθικής στηλίτευσης της κριτικής: παρουσίασε δηλαδή τα αυξανόμενα ερωτήματα του κοινού για το παρελθόν του ως κακεντρεχή και ως συντονισμένη καμπάνια δυσφήμησης, με σκοπιμότητα να βλάψει τον ίδιο και την υποψηφιότητά του.
Με αυτόν τον τρόπο, όμως, το ζήτημα απέκτησε ευρύτερες διαστάσεις διότι ο Βάλντχαϊμ και το προεκλογικό επιτελείο του δεν περιόρισαν την αντεπίθεσή τους στον τοπικό ανταγωνιστή, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Αυστρίας (SPÖ) με τον δικό του υποψήφιο, αλλά προσέγραφαν το «κυνήγι μαγισσών» επίσης σε παράγοντες του εξωτερικού, κατονομάζοντας συγκεκριμένα τα διεθνή ΜΜΕ, ιδίως της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ αλλά και το Παγκόσμιο Εβραϊκό Συνέδριο (WJC).
Οι προσγραφές αυτές αντλούσαν πειστικότητα από το γεγονός ότι οι αναφερόμενοι, για ευνόητους λόγους, πραγματικά πρωταγωνιστούσαν στην προσπάθεια διαλεύκανσης των αγνώστων πτυχών της βιογραφίας του Βάλντχαϊμ. Στον συγκεκριμένο συνδυασμό τους, όμως, δημιούργησαν ταυτόχρονα έναν καμβά για συνωμοσιολογίες που κέρδισαν γρήγορα έδαφος, και μάλιστα όχι μόνον εντός Αυστρίας, όπου σημαντικό μέρος του κοινού απέδιδε την ευθύνη για την αναδυόμενη υπόθεση Βάλντχαϊμ στα «αμερικανικά ΜΜΕ».
Νίκη στις εκλογές
Τέτοιες εκτιμήσεις εκδήλωναν κλασικά αντισημιτικά στερεότυπα, έβρισκαν όμως και σημεία αναφοράς στις αντιπαραθέσεις που είχε προκαλέσει ο Βάλντχαϊμ προηγουμένως ως γενικός γραμματέας του ΟΗΕ: είχε ασκήσει ρητή κριτική έναντι των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ (1972), υπερασπίστηκε την εμφάνιση του Γιάσερ Αραφάτ ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (1974) και κατά τη διάρκεια της θητείας του εκδόθηκαν καταδικαστικά ψηφίσματα για τη στρατιωτική επιθετικότητα του Ισραήλ στον Λίβανο (332/1973), την πολιτική εποικισμού που ασκούσε στα κατεχόμενα εδάφη (452/1979) και επίσης την καταδίκη του Σιωνισμού ως μορφή ρατσισμού (3379/1975, το οποίο ανα-κλήθηκε το 1991).
Με αυτά τα συμφραζόμενα η προεκλογική καμπάνια του Βάλντχαϊμ μάλλον ωφελήθηκε παρά ζημιώθηκε από το διεθνές σκάνδαλο, διότι επέτρεπε την παρουσίασή του ως θύματος ξένων επιβουλεύσεων, προκαλώντας ανάλογα πατριωτικά αντανακλαστικά στο αυστριακό κοινό. Η νίκη του στις προεδρικές εκλογές τον Ιούνιο του 1986 (54% στις επαναληπτικές) δεν τερμάτισε βέβαια την υπόθεση Βάλντχαϊμ, η οποία εξακολουθούσε να απασχολεί τόσο το αυστριακό όσο και το διεθνές κοινό. Μία παρενέργεια εντός Αυστρίας ήταν η μετατροπή του ιστορικά φιλελεύθερου κόμματος των «Γαλάζιων» (FPÖ), το οποίο συνεργαζόταν τότε με τους Σοσιαλδημοκράτες, σε ακροδεξιό, όπως είναι μέχρι σήμερα μετά την ανάληψη της ηγεσίας από τον νεαρό τότε Γεργκ Χάιντερ τον Σεπτέμβριο του 1986.
Η επιτροπή των ιστορικών
Αφού παρέμειναν αναπάντητα τα ερωτήματα για τη βιογραφία του Βάλντχαϊμ, συστάθηκε με πρωτοβουλία της αυστριακής κυβέρνησης μια διεθνής επιτροπή ιστορικών από Βέλγιο, Ο.Δ. Γερμανίας, Ηνωμένο Βασίλειο, Ελβετία, ΗΠΑ, Ισραήλ και Ελλάδα για την επιστημονική διερεύνηση της υπόθεσης. Η επιτροπή, στην οποία εκ μέρους της Ελλάδας συμμετείχε ο Χάγκεν Φλάισερ, συνήλθε τον Σεπτέμβριο του 1987 και παρουσίασε πέντε μήνες αργότερα το πόρισμά της, το οποίο δημοσιεύτηκε με καθυστέρηση το 1993. Σύμφωνα με αυτό, δεν βρέθηκαν μεν αποδείξεις για την άμεση προσωπική συμμετοχή του Βάλντχαϊμ σε εγκλήματα πολέμου κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ωστόσο υπήρχαν ισχυρές ενδείξεις ότι όχι μόνον είχε σαφή γνώση για τέτοια, αλλά λόγω της στρατιωτικής αρμοδιότητάς του ως συντάκτη αναφορών αναγνώρισης εχθρικών κινήσεων συνέβαλε και στη διευκόλυνση της διάπραξης αυτών.
Ο Βάλντχαϊμ παρουσίασε το πόρισμα ως απόδειξη της αθωότητάς του, κάτι που φυσικά δεν ήταν, όπως τόνισαν και οι ιστορικοί της επιτροπής, αλλά η υπόθεση έμεινε ανοικτή με συνεχιζόμενες έρευνες που έθεταν επιπρόσθετα ερωτήματα, όπως για τον ρόλο του στην εξαφάνιση έξι Βρετανών κομάντος που είχαν συλληφθεί τον Απρίλιο του 1944 στην Αλιμιά της Δωδεκανήσου.
Διεθνείς αντιδράσεις
Ο διεθνής στιγματισμός του Βάλντχαϊμ, που είχε ήδη προηγηθεί (τον Απρίλιο του 1987 η κυβέρνηση των ΗΠΑ προέβη στην εγγραφή του στη λίστα παρακολούθησης, watch list, πιθανών εγκληματιών πολέμου και του αφαίρεσε την άδεια εισόδου στη χώρα), δεν μπορούσε να ανατραπεί. Η απόφαση αυτή σηματοδότησε μια διπλωματική περιθωριοποίηση της Αυστρίας τα επόμενα χρόνια, η οποία θα διαρκούσε έως το τέλος της προεδρικής θητείας του Βάλντχαϊμ το 1992. Η διαδεδομένη σήμερα εικόνα διεθνούς απομόνωσης εκείνη την περίοδο είναι ωστόσο σωστή μόνον ως προς τις χώρες του δυτικού κόσμου – π.χ. Ιρλανδία, Κάτω Χώρες, Ο.Δ. Γερμανίας και Ελβετία, οι οποίες απέφυγαν ακόμη και εθιμοτυπικές επαφές με τον πρόεδρο της Αυστρίας.
Πόρισμα – καταπέλτης – Σύμφωνα με την επιτροπή των ιστορικών, υπήρχαν ισχυρές ενδείξεις ότι ο Βάλντχαϊμ όχι μόνον είχε σαφή γνώση για εγκλήματα πολέμου, αλλά λόγω της στρατιωτικής αρμοδιότητάς του ως συντάκτη αναφορών αναγνώρισης εχθρικών κινήσεων, συνέβαλε και στη διευκόλυνση της διάπραξης αυτών.
Διαφορετική ήταν η στάση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως π.χ. η Ουγγαρία, αλλά και η ίδια η ΕΣΣΔ, που σχολίασε την εγγραφή του Βάλντχαϊμ στη λίστα παρακολούθησης των ΗΠΑ ως «εχθρική πράξη σιωνιστικών κύκλων». Ανεπιφύλακτα θετική έως και ένθερμη μάλιστα ήταν η στάση χωρών του ισλαμικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένων του Ιράν και της Τουρκίας. Εκείνες επικροτούσαν την εκλογή του Βάλντχαϊμ και τον προσκαλούσαν σε επίσημες επισκέψεις (Ιορδανία και Αίγυπτος το 1987, Συρία, Τουρκία και Κουβέιτ το 1988, Ιράκ το 1990), οι οποίες με τη σειρά τους ενέτειναν την ήδη υφιστάμενη αντιπαράθεσή του με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.
Μακροπρόθεσμες επιπτώσεις
Στο πεδίο διεθνούς πολιτικής αυτό αποδείχθηκε, όμως, το ίδιο παροδικό όπως όλη η θητεία του Βάλντχαϊμ ως προέδρου, η οποία σε ιστορική οπτική μοιάζει με μία παρένθεση, τουλάχιστον στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής. Δεν είχε επιπτώσεις για την ένταξη της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, που προπαρασκευαζόταν ήδη κατά την προεδρική θητεία του και πραγματοποιήθηκε το 1995. Ούτε εμπόδιζε τη στρατιωτική σύνδεση της χώρας με το ΝΑΤΟ μέσω των οργανισμών Σύμπραξη για την Ειρήνη (PfP – προσχώρηση 1995) και Ευρωατλαντικό Συμβούλιο Εταιρικής Σχέσης (EAPC – προσχώρηση το 1997).
Πραγματικό σημείο καμπής και όχι μόνο πολιτική «παρένθεση» ήταν η υπόθεση Βάλντχαϊμ, ωστόσο, από άλλη άποψη: Στάθηκε αφορμή για ένα «ραντεβού με την Ιστορία» διαφορετικού τύπου, δηλαδή τη συστηματική, ουσιαστική και αυτοκριτική αντιμετώπιση του ναζιστικού παρελθόντος της χώρας, πράγμα το οποίο συνέβαλε στην αποδόμηση του αδιαμφισβήτητου μέχρι τότε μύθου του «πρώτου θύματος» του χιτλερικού επεκτατισμού και την αναγνώριση ιστορικών ευθυνών της Αυστρίας ως διαδοχικού κράτους του Τρίτου Ράιχ.
Επρόκειτο για μία σημαντική στροφή στην αντιμετώπιση του πρόσφατου ακόμη ιστορικού παρελθόντος, παραδειγματική και για άλλες χώρες όπου λίγο αργότερα άρχισαν να σημειώνονται παρόμοιες στροφές με την εμφάνιση μιας ανύπαρκτης μέχρι τότε συστηματικής ιστορικής έρευνας του ευρωπαϊκού δοσιλογισμού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία συνεχίζεται έως σήμερα.
*Ο κ. Ιωάννης Ζελεπός είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

