Τον Σεπτέμβριο του 1986 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 84 ετών, μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της πολιτικής και πνευματικής ζωής, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Η μη συμπερίληψή του στα ψηφοδέλτια της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 1985 (λόγω ηλικιακού ορίου) έθεσε τέλος σε μια πολιτική πορεία 50 ετών, από την ίδρυση του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος (ΕΕΚ) το 1935. Αν και υπηρέτησε ως πρωθυπουργός μόνον για δύο πολύ σύντομες θητείες (τρεις εβδομάδες το 1945 και σχεδόν τρεις το 1967), πρωταγωνίστησε με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα σε επιλογές καθοριστικές για την πορεία του έθνους.
Ρηξικέλευθες παρεμβάσεις
Ανιψιός του Δημητρίου Γούναρη, ο Κανελλόπουλος προοριζόταν από την οικογένειά του να «αντικαταστήσει» τον αδικοχαμένο θείο του στην πολιτική. Αλλά μια αυτόνομη προσωπικότητα δεν κινείται όπως αναμένουν άλλοι. Μετά τις λαμπρές σπουδές του στη Χαϊδελβέργη, και δίνοντας οπωσδήποτε έμφαση στο κοινωνικό στοιχείο (όπως ο θείος του), δεν εισήλθε πάντως στην πολιτική με τους αντιβενιζελικούς. Επαιξε καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία για την ίδρυση του ΙΚΑ και εξελέγη υφηγητής, κατόπιν καθηγητής, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στην έδρα της Κοινωνιολογίας. Στο πανεπιστήμιο εδραίωσε μια δημιουργική σχέση με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, που απέληξε σε μείζονος σημασίας πνευματικές παρεμβάσεις σε μια μεσοπολεμική Ελλάδα η οποία αναζητούσε τον δρόμο της μετά το τέλος της Μεγάλης Ιδέας.
Ο Κανελλόπουλος υπήρξε ο πρώτος πολιτικός που, μετά τις τρομερές πολιτικές περιπέτειες του 1935, επιζήτησε την ορμητική προσαρμογή της ελληνικής δημόσιας ζωής σε μια εποχή κατά την οποία η Παγκόσμια Υφεση του 1929 είχε αλλάξει ριζικά τα δεδομένα και διεθνώς και στην Ελλάδα. Αρνήθηκε, ως καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, να ορκιστεί πίστη στο πραξικοπηματικά επιβληθέν πολίτευμα της βασιλευομένης. Τον Δεκέμβριο του 1935 ίδρυσε έναν πολιτικό σχηματισμό, το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα, που κατήλθε στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936. Αν και δεν εξέλεξε βουλευτές, ήταν η πρώτη πολιτική δύναμη που ευθέως κατήγγειλε τις νοοτροπίες και τις (τεχνητές πλέον) αναβιώσεις του Εθνικού Διχασμού και αναζήτησε λύσεις σε ένα θεμελιωδώς νέο επίπεδο, με κρατική παρέμβαση στην οικονομία και την επιδίωξη της συγκροτημένης κοινωνικής παρέμβασης.
Αν και υπηρέτησε ως πρωθυπουργός μόνον για δύο πολύ σύντομες θητείες (τρεις εβδομάδες το 1945 και σχεδόν τρεις το 1967), πρωταγωνίστησε με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα σε επιλογές καθοριστικές για την πορεία της χώρας.
Παρά την αποτυχία του στις εκλογές, ο Κανελλόπουλος ενέμεινε στην προσπάθειά του. Συγκέντρωσε γύρω του πολλούς νέους ανθρώπους που θα αναδεικνύονταν στη δημόσια ζωή στο μέλλον, εξέδωσε μια εξαιρετική εφημερίδα, την «Ελληνική Φωνή», με λόγο ορμητικά εκσυγχρονιστικό, μετείχε στις συζητήσεις του 1936 περί δημοκρατίας και δικτατορίας υποστηρίζοντας αδιαπραγμάτευτα, μαζί με τον Γ. Παπανδρέου, τον κοινοβουλευτισμό. Κατά τη δικτατορία Μεταξά ο Κανελλόπουλος εξορίστηκε σε διάφορα νησιά. Το 1940 το αίτημά του να πολεμήσει έγινε δεκτό και βρέθηκε απλός μαχητής στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Μετά την κατάληψη της Ελλάδας, το 1941, συνέχισε τη δραστηριότητά του υπέρ της σκλαβωμένης πατρίδας και συγκρότησε ένα πλέγμα αντιστασιακών οργανώσεων, τις λεγόμενες «κανελλοπουλικές»: το ίδιο το ΕΕΚ, την ΠΕΑΝ, την Ιερή Ταξιαρχία.
Ανοδος και πτώση ενός ιδεαλιστή
Το 1942, καταδιωκόμενος από τις αρχές Κατοχής, διέφυγε από τη χώρα και έγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εθνικής Αμύνης στην εξόριστη κυβέρνηση. Αναδιοργάνωσε τον στρατό της εξορίας και εξασφάλισε τη συμμετοχή του, πρωτίστως στη μεγάλη μάχη του Ελ Αλαμέιν, καμπή στον πόλεμο της ερήμου. Αλλά ο ενωτισμός του ήταν το στοιχείο που τον έφερε σε αδιέξοδο, σε μια αμείλικτη εποχή. Ως υπουργός Εθνικής Αμύνης αποδέχθηκε την επανένταξη στον στρατό βενιζελικών αποτάκτων του 1935 (την οποία είχε αρνηθεί ο Μεταξάς), ως βήμα προς μια ενωτική πολιτική. Αλλά αμέσως μετά, το «άνοιγμα» αυτό ακολούθησε σειρά πραξικοπημάτων μεταξύ μεταξικών και «δημοκρατικών» (σε ένα στρατό που βρισκόταν εκτός της χώρας, στην εξορία!), κάτι που συνέβαλε στο να οδηγηθεί στην παραίτησή του από την κυβέρνηση, αρχές του 1943.
Τον Αύγουστο του 1943 ο ενωτισμός του Κανελλόπουλου επέφερε την αποδόμηση του ηγετικού προφίλ του. Η σύσκεψη, στην Αίγυπτο, εκπροσώπων αντιστασιακών οργανώσεων με την κυβέρνηση απέτυχε, και εγειρόταν η προοπτική ενός εμφυλίου πολέμου. Αυτό δημιούργησε ένα υπαρξιακό δίλημμα για τον ίδιο. Πώς μπορούσε αυτός, ο ενωτικός, να αποδεχθεί μια τέτοια προοπτική; Αποφάσισε να μείνει πιστός στις θεμελιώδεις επιλογές του, ανεξαρτήτως του κόστους. Απέστειλε ένα μήνυμα στους «φίλους» του, στην Αθήνα, ζητώντας τους, για να μην ξεσπάσει εμφύλιος, να προσχωρήσουν στο ΕΑΜ! Αλλά με τις δυσκολίες της επικοινωνίας με την κατεχόμενη χώρα, το μήνυμα έφθασε στην Αθήνα στα μέσα Οκτωβρίου, δηλαδή μετά την εκδήλωση της επίθεσης του ΕΑΜ εναντίον όλων των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων. Πολλοί νέοι αντιστασιακοί (ΠΕΑΝ, ΙΤ), που βρίσκονταν πλέον είτε υπό τα πυρά είτε υπό την απειλή του ΕΑΜ, αποστασιοποιήθηκαν πλέον από τον Κανελλόπουλο, τον οποίο είδαν ως «εκτός θέματος».
Η αποδόμησή του οδήγησε στην ανάδειξη του Γ. Παπανδρέου ως ηγέτη του ριζοσπαστικού μεταρρυθμιστικού ρεύματος. Το φθινόπωρο του 1944, κατά την απελευθέρωση, συνεργάστηκε με τον Αρη Βελουχιώτη και απέτρεψε μεγαλύτερες βιαιότητες στην Πελοπόννησο, αλλά και τούτο ακόμη οδήγησε πολλούς αντικομμουνιστές να τον κατηγορήσουν ότι είχε «συνεργήσει» στις ακρότητες του Αρη. Αυτή η ήπια στάση του το 1943-44 τον καθιστούσε στα επόμενα χρόνια «ύποπτο» σε πολλούς σκληρούς δεξιούς – ακόμη και το 1963-74, όταν ηγείτο της ΕΡΕ, του κόμματος της μείζονος Δεξιάς.
Οπως συνήθως συμβαίνει με τους ιδεαλιστές διανοουμένους, η αποδοχή της λογικής του εμφυλίου πολέμου (αναγκαστικά, από κάποια στιγμή και μετά) θα τον οδηγήσει εκ των υστέρων σε μια έντονη αντιπαλότητα με τον κομμουνισμό, ιδίως το 1946-49. Αλλά πρέπει να μη λησμονείται ότι ο Κανελλόπουλος ποτέ δεν είπε τις φράσεις περί Μακρονήσου ή περί ελληνικού στρατού που του απέδωσε εκ των υστέρων μια ρηχή και αδίστακτη προπαγάνδα. Ο αντικομμουνισμός του παρέμεινε πάντοτε στο πλαίσιο του ευρύτερου διεθνούς/δυτικού φαινομένου του «ψυχροπολεμικού φιλελευθερισμού».

«Νέστορας» του πολιτικού συστήματος
Στα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, βρέθηκε στη νέα Δεξιά του Αλέξανδρου Παπάγου, αλλά υποσκελίστηκε δύο φορές, το 1955 και το 1974, στον αγώνα για την πρωθυπουργία από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, σύζυγο της ανιψιάς του, Αμαλίας. Εντάχθηκε στην ΕΡΕ στις αρχές του 1959, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, σε μια εποχή κατά την οποία η Ελλάδα έκανε μια υπαρξιακής σημασίας προσπάθεια για προσέγγιση με την αγαπημένη του Ευρώπη, την προσπάθεια Σύνδεσης με την ΕΟΚ. Ο ίδιος, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, υπέγραψε τη Συμφωνία Σύνδεσης στην Αίθουσα των Τροπαίων της Βουλής, στις 9 Ιουλίου 1961.
Διαδέχθηκε τον Καραμανλή στην ηγεσία της ΕΡΕ το 1963, αλλά η ηγεσία του δεν υπήρξε ιδιαίτερα δυναμική στα έτη έως το 1967, όταν ο ίδιος, ως πρωθυπουργός, ανετράπη και συνελήφθη από τους συνταγματάρχες. Ωστόσο, στα επόμενα χρόνια, ως ηγέτης του κεντροδεξιού χώρου, παρουσίασε μια μεγαλειώδη δραστηριότητα: με την αντίθεσή του (και των στελεχών της ΕΡΕ) απέκοψε τους δικτάτορες από τη συντηρητική κοινή γνώμη και δεν τους επέτρεψε να διεκδικήσουν λαϊκή βάση. Το 1967-74 αναδείχθηκε ως ο ευρύτερα αναγνωρισμένος ηγέτης της εσωτερικής αντίστασης στο καθεστώς. Μετά το 1974 και την έλευση του Καραμανλή παρέμεινε βουλευτής της Ν.Δ., αναλαμβάνοντας ένα ρόλο «Νέστορα» του πολιτικού συστήματος. Αυτό διαφάνηκε ιδιαίτερα το 1982, όταν, παρά την αποχώρηση του κόμματός του από τη συζήτηση στη Βουλή για την αναγνώριση της ΕΑΜικής αντίστασης, αυτός παρέμεινε και υπερψήφισε.
Ιδεαλιστής διανοούμενος
Ως ιδεαλιστής διανοούμενος δεν ήταν, ίσως, ο πιο αποτελεσματικός ηγέτης στο πρακτικό πεδίο, όπου υποσκελιζόταν κατά κανόνα από τον «πραγματοποιό» Καραμανλή. Αλλά ο ίδιος έβλεπε τον ρόλο του ως αυτόν του «παιδαγωγού του έθνους», όπως δήλωσε στον Θεόδωρο Κουλουμπή κατά τη δικτατορία. Υπήρξε ο μέντορας μιας μεγάλης σειράς σημαντικών προσωπικοτήτων που υπηρέτησαν τη χώρα. Ανάμεσά τους, οι Παναγής Παπαληγούρας, Ιωάννης Πεσμαζόγλου, Κώστας Περρίκος (ο εκτελεσμένος ηγέτης της ΠΕΑΝ), Φαίδων Βεγλερής (αρθρογράφος της «Ελληνικής Φωνής»), Κωνσταντίνος Καλλίας, Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος και άλλοι.
Ομοίως παιδαγωγικό χαρακτήρα είχαν οι μεγάλες δημόσιες παρεμβάσεις του, με τον γραπτό του λόγο, από τις οποίες ξεχωρίζει η μνημειώδης, πολύτομη «Ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος» και η συμμετοχή του στη διευθυντική ομάδα της «Ιστορίας του ελληνικού έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών. Από το 1959 υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Αναδείχθηκε ως υποστηρικτής της νηφαλιότητας, της σοβαρότητας, της δημοκρατικής ομαλότητας, του εκσυγχρονισμού, του εξευρωπαϊσμού. Υπήρξε επίσης και σε ένα προσωπικό/ανθρώπινο επίπεδο ένα πρότυπο για τις γενιές των νεότερων ανθρώπων.
Είναι θεμιτό να αναρωτηθεί κάποιος εάν για τον ίδιο θα ήταν καλύτερο να έμενε στο πανεπιστήμιο αντί να εισέλθει στην πολιτική, όπου έμελλε να υποστεί τη μικροψυχία, τις τοξικές επιθέσεις, τη ρηχότητα, τον φανατισμό ανθρώπων που είναι αμφίβολο εάν μπορούσαν να παρακολουθήσουν όχι τις ιδέες του, αλλά ακόμη και τα σημεία στίξης των κειμένων του… Ισως, τέλος πάντων, για τον ίδιο να ήταν καλύτερα εάν είχε παραμείνει εκτός πολιτικής. Οχι όμως για τη χώρα, η οποία κέρδισε πολλά από τη δημόσια παρουσία του. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1986 έφυγε ένας μεγάλος άνθρωπος, στον οποίο το έθνος αναμφίβολα παραμένει, τόσα χρόνια μετά, οφειλέτης.
Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

