Στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ού αιώνα, η Πορτογαλία βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, η οποία επηρέασε αρνητικά το πολιτικό σκηνικό και την κοινωνική συνοχή της χώρας. Στο στόχαστρο της κριτικής βρέθηκε ο θεσμός της μοναρχίας, ο οποίος είχε δεχθεί ισχυρό πλήγμα ύστερα από την εγκατάλειψη των αποικιακών διεκδικήσεων της Πορτογαλίας το 1890. Σταδιακά άρχισαν να αποκτούν δημοφιλία ιδέες οι οποίες σχετίζονταν με την εγκαθίδρυση αβασίλευτης δημοκρατίας.
Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, η πολιτική κρίση εντάθηκε. Οι κυβερνήσεις αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τα οικονομικά προβλήματα, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξανόταν διαρκώς. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο υποστήριζε την εγκαθίδρυση αβασίλευτου καθεστώτος, απέκτησε ολοένα μεγαλύτερη επιρροή, ιδίως στους κύκλους της αστικής τάξης, των διανοουμένων αλλά και σε τμήματα του στρατεύματος. Η κορύφωση της κρίσης σημειώθηκε το 1908 με τη δολοφονία του βασιλέα Καρόλου Α΄ και του διαδόχου του θρόνου Λουδοβίκου Φιλίππου. Δύο χρόνια αργότερα, στις 5 Οκτωβρίου 1910, η μοναρχία ανατράπηκε και ανακηρύχθηκε η Α΄ Πορτογαλική Δημοκρατία.
Παρά τις μεγάλες προσδοκίες που δημιούργησε η εγκαθίδρυση του νέου πολιτεύματος, η δημοκρατία αποδείχθηκε από τα πρώτα της βήματα εξαιρετικά εύθραυστη. Στην πολιτική ζωή της χώρας κυριάρχησαν οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις ρεπουμπλικανικές παρατάξεις, καθώς και οι συζητήσεις σχετικά με τον ρόλο της Εκκλησίας και του στρατού στην κοινωνία. Οι ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης του Αφόνσο Κόστα προκάλεσαν ισχυρές αντιδράσεις στους συντηρητικούς κύκλους και σε σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, το οποίο θεωρούσε ότι το νέο καθεστώς επιδίωκε την αποδόμηση των παραδοσιακών θεσμών της χώρας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα ακραίας εσωτερικής πόλωσης, αναδείχθηκε ως ηγετική προσωπικότητα ο στρατηγός Ζοακίμ Περέιρα Πιμέντα ντε Κάστρο. Τον Ιανουάριο του 1915, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Μανουέλ ντε Αριάγκα τού ανέθεσε, δίχως να λάβει τη σύμφωνη γνώμη της Βουλής, τον σχηματισμό κυβέρνησης, σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της τάξης και περιορισμού της πολιτικής αστάθειας. Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση πολύ σύντομα κατηγορήθηκε ότι επιχειρούσε να ακυρώσει τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.
Η αντίδραση των δημοκρατικών δυνάμεων υπήρξε άμεση. Το Δημοκρατικό Κόμμα, έχοντας τη βοήθεια μερίδας των Eνόπλων Dυνάμεων, άρχισε να προετοιμάζει ένοπλη εξέγερση με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Η πολιτική ένταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο εξαιτίας των διεθνών εξελίξεων, καθώς η Ευρώπη είχε ήδη εισέλθει στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η εξέγερση κατά του Κάστρο εκδηλώθηκε στις 14 Μαΐου 1915 στη Λισαβόνα, όταν μονάδες του ναυτικού και του στρατού κινήθηκαν εναντίον της κυβέρνησης. Στο πλευρό τους τάχθηκαν ένοπλοι πολίτες και μέλη ρεπουμπλικανικών οργανώσεων, μετατρέποντας γρήγορα την πρωτεύουσα σε πεδίο σφοδρών συγκρούσεων. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν για μερικές ημέρες και προσέλαβαν χαρακτηριστικά εμφύλιας αναμέτρησης.
Υπό την πίεση των γεγονότων και μπροστά στον κίνδυνο γενικευμένης σύγκρουσης, ο Πιμέντα ντε Κάστρο αναγκάστηκε τελικά να παραιτηθεί στις 17 Μαΐου 1915. Λίγο αργότερα παραιτήθηκε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η επικράτηση των επαναστατικών δυνάμεων οδήγησε στην επάνοδο των δημοκρατικών παρατάξεων στην εξουσία και στην αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής λειτουργίας.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

