Η καταστροφή της Κλεισούρας από τα γερμανικά στρατεύματα, στις 5 Απριλίου 1944, προκάλεσε τρόμο στους κατοίκους των χωριών της Δυτικής Μακεδονίας. Αποτέλεσμα ήταν ότι για τις επόμενες εβδομάδες στη θέα και μόνο των γερμανικών στρατευμάτων οι κάτοικοι κατέφευγαν στα βουνά, φοβούμενοι την εκτέλεσή τους.
Παρά το γεγονός ότι οι Ελληνες αντάρτες συνέχισαν τη δράση τους, οι Γερμανοί δεν προέβησαν, τουλάχιστον τη δεδομένη χρονική στιγμή, σε μαζικές εκτελέσεις αμάχων, επιλέγοντας να πυρπολούν τα χωριά που παρείχαν στήριξη στους αντιστασιακούς.
Στις αρχές Απριλίου του 1944, οι Γερμανοί εκτέλεσαν στη Δροσοπηγή Φλώρινας δύο ηλικιωμένους κατοίκους της και στη συνέχεια την πυρπόλησαν. Οι εναπομείναντες κάτοικοι στεγάστηκαν προσωρινά στα λίγα σπίτια που δεν είχαν καταστραφεί από την πυρκαγιά και μετά τη διαταγή των Γερμανών να εκκενώσουν οριστικά το χωριό κατέφυγαν σε γειτονικές κοινότητες. Ανάλογη αντιμετώπιση είχαν και οι κάτοικοι δύο χωριών της Καστοριάς, από το Κωσταράζι και τον Γέρμα.
13 Απριλίου 1944: Οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους πυρπόλησαν το Κωσταράζι, καταστρέφοντας τις εκκλησίες, το σχολείο, καθώς και 263 οικίες. Μόλις 14 οικίες σώθηκαν από τις φλόγες, έχοντας υποστεί ζημιές ήσσονος σημασίας. Συνολικά, ανέστιες έμειναν 277 οικογένειες.
Αφορμή για την καταστροφή του Κωσταραζίου υπήρξε η κατηγορία ότι αποτελούσε ορμητήριο των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Την άνοιξη εκείνου του έτους οι Γερμανοί είχαν πληροφορηθεί ότι ένας μυλωνάς από το χωριό είχε εφοδιάσει τους αντιστασιακούς με μια μπαταρία ασυρμάτου. Στις αρχές Απριλίου η γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης έδωσε την εντολή στο Φρουραρχείο Καστοριάς να οργανώσει μια επιχείρηση εναντίον του Κωσταραζίου, καθώς και των άλλων χωριών της περιοχής, κυρίως εκείνων του βουνού Ασκιο, για τα οποία κυκλοφορούσαν φήμες ότι υπέθαλπαν τους αντάρτες. Επικεφαλής της επιχείρησης τέθηκε ο λοχίας Μίχαελ Eμπνερ.
Στις 12 Απριλίου 1944, ο Εμπνερ, συνοδευόμενος από μια δύναμη 200 Γερμανών στρατιωτών και 50 μελών του Βουλγαρο-Μακεδονικού Επαναστατικού Κομιτάτου, μετέβη στο Κωσταράζι. Βλέποντας τους Γερμανούς στρατιώτες και τους συνεργάτες τους οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού κατέφυγαν στα γειτονικά δάση. Στην προσπάθειά τους να εμποδίσουν τη φυγή των κατοίκων του Κωσταραζίου, οι Γερμανοί άνοιξαν πυρ, σκοτώνοντας ένα παιδί 12 ετών.
Ο Εμπνερ συγκέντρωσε τους εναπομείναντες κατοίκους στην πλατεία και απαίτησε την επιστροφή των υπόλοιπων συγχωριανών τους, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα επέβαλλε κάποια ποινή. Εκείνος που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα να επιστρέψει ήταν ο μυλωνάς και ο συνέταιρός του. Οταν διαπίστωσε ότι κανένας δεν ανταποκρινόταν στο κάλεσμά του, απείλησε ότι θα εκτελέσει 20 κατοίκους σε περίπτωση που δεν επέστρεφαν οι κάτοικοι στο χωριό.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μαρτυρίες των κατοίκων, ο Εμπνερ έστειλε στα γειτονικά δάση έναν κάτοικο ντυμένο στα λευκά για να ξεχωρίζει από απόσταση, προκειμένου να καλέσει πίσω τους συγχωριανούς του. Υστερα από την επάνοδο των Κωσταραζιωτών, ο Εμπνερ εκτέλεσε τον μυλωνά και συνέλαβε 78 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων του προέδρου και του αντιπροέδρου της κοινότητας. Την επόμενη ημέρα, 13 Απριλίου 1944, οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους πυρπόλησαν το Κωσταράζι, καταστρέφοντας τις εκκλησίες, το σχολείο, καθώς και 263 οικίες. Μόλις 14 οικίες σώθηκαν από τις φλόγες, έχοντας υποστεί ζημιές ήσσονος σημασίας. Συνολικά, ανέστιες έμειναν 277 οικογένειες.
Αντίστοιχη μεταχείριση είχαν και οι κάτοικοι από τον Γέρμα, όπου οι Γερμανοί εκτέλεσαν 7 κατοίκους. Στη συνέχεια πυρπόλησαν το χωριό, καταστρέφοντας 131 οικίες. Οι γερμανικές αρχές κατοχής έδωσαν την εντολή να μην επανακατοικηθούν τα δύο χωριά. Μετά την απελευθέρωση των 78 ανδρών από το Κωσταράζι δέκα ημέρες αργότερα, οι κάτοικοί του μετοίκησαν σε γειτονικά χωριά.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

