Η παλαιότερη από τις προσπάθειες για εντοπισμό πετρελαίου στην Ελλάδα ήταν στη Ζάκυνθο το 1865. Αλλά η πλέον ενδιαφέρουσα ίσως να είναι εκείνη που εξελίχθηκε στην Ηπειρο μεταξύ του 1910 και του 1940. Κυρίως λόγω της σύνδεσής της με τη σταδιοδρομία του πρώτου Ελληνα γεωλόγου πετρελαίου.
Ιατρός υπεδάφους
Οι ενδείξεις ύπαρξης υδρογονανθράκων στην περιοχή του χωριού Δραγοψά, κοντά στα Ιωάννινα, ήταν γνωστές από όταν ακόμη η Ηπειρος ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Tο ζήτημα είχε επισημάνει στην οθωμανική διοίκηση ο Ν. Βασιλάκης, ιατρός με έδρα τα Ιωάννινα και διερμηνέας του εκεί ρουμανικού προξενείου. Ο Βασιλάκης είχε έλθει σε επαφή με την τοπική γνώση του υπεδάφους όταν μία ασθενής του, στην οποία είχε μόλις συστήσει εντριβές με οινόπνευμα, τον ρώτησε αν μπορούσε εναλλακτικά να χρησιμοποιήσει για τις εντριβές «το πετρέλαιον που βγαίνει στο χωριό της».
Οι πρώτες έρευνες – Το 1911 έφθασαν στη Δραγοψά Ρουμάνοι γεωγόλοι, ειδικευμένοι στο πετρέλαιο. Ενας εξ αυτών, ο Κ. Νικουλέσκου επέστρεψε εννέα χρόνια μετά ως επικεφαλής 25 γεωτρυπανιστών. Στις έρευνες συμμετείχε και ο επιθεωρητής γεωλόγος Γεώργιος Γεωργαλάς.
Ο ιατρός κινητοποιήθηκε άμεσα. Το 1910 υπέβαλε στο οθωμανικό υπουργείο Δασών και Μεταλλείων αίτηση παραχώρησης της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων της Δραγοψάς. Το 1911, οι επαφές του με τη Ρουμανία και την εκεί πετρελαϊκή τεχνογνωσία έφεραν στη Δραγοψά τον διευθυντή του Γεωλογικού Ινστιτούτου της Ρουμανίας, Λουντόβικ Μραζέκ και τον μαθητή του, Κ. Νικουλέσκου. Οι δύο γεωλόγοι θεώρησαν την περιοχή υποσχόμενη και αξιοποίησαν τα διαλείμματα μεταξύ των αλλεπάλληλων πολέμων των επόμενων χρόνων για να συνεχίσουν τις επιτόπιες μελέτες τους.
Οι διεργασίες ολοκληρώθηκαν αμέσως μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ η περιοχή είχε πλέον περάσει σε ελληνικά χέρια. Ενα ελληνογαλλικό «συνδικάτο πετρελαίου» ιδρύθηκε το 1919 με τη βασική του χρηματοδότηση να προέρχεται από γαλλικές τράπεζες. Τη γενική διεύθυνση του συνδικάτου ανέλαβε ο Αλμπέρ Πουγιάν, μεταλλειολόγος, πρώην συνταγματάρχης και εξερευνητής της Δραγοψάς εν καιρώ πολέμου. Ο Πουγιάν εξέπεμπε ορμητική αισιοδοξία· ήδη τον Δεκέμβριο του 1919, «δεδομένων των αποτελεσμάτων που υπολογίζουμε ότι θα λάβουμε» (sic), ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση την άδεια να κατασκευάσει ένα διυλιστήριο πετρελαίου στον Πειραιά, αλλά και τα αποκλειστικά δικαιώματα της διύλισης πετρελαίου εντός ελληνικής επικράτειας για τα επόμενα τριάντα χρόνια.
Η ελληνική κυβέρνηση καθόλου δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό του. Στην εσωτερική αναφορά που συνέταξε η (μη κατονομαζόμενη) «αρμόδιος υπηρεσία» του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, η επιτυχία των ερευνών χαρακτηριζόταν «αβέβαια», η δε απόδοση αποκλειστικών δικαιωμάτων διύλισης στο γαλλοελληνικό συνδικάτο «ασύμφορος». Η αναφορά κατέληγε σε ρεαλιστικούς τόνους: «Εν όσω δεν αποδειχθή η ύπαρξις πετρελαίων εν Ελλάδι, πας συνδυασμός βασιζόμενος επί των τοιαύτης εκμεταλλεύσεως είναι πρόωρος».


Προφανώς η «αρμόδιος υπηρεσία» ήταν πολύ λιγότερο αφελής από όσο υπολόγιζε ο Πουγιάν. Επίσης βρισκόταν σε διαδικασία ανανέωσης. Ο πρώτος «Επιθεωρητής Γεωλόγος του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας» είχε διοριστεί μόλις τον Δεκέμβριο του 1918. Ονομαζόταν Γεώργιος Γεωργαλάς, είχε μόλις κλείσει τα 30 και θα συνέδεε το όνομά του με το ζήτημα των ελληνικών πετρελαϊκών ερευνών για τα επόμενα 20 χρόνια.
Νέες χώρες, νέο πεδίο
Ο νεοδιόριστος επιθεωρητής γεωλόγος είχε ισχυρά κίνητρα ανάμειξης στις εν Δραγοψά εξελίξεις. Από τη μια επρόκειτο για πετρέλαιο· οι πρόσφατες πολεμικές εφαρμογές της μηχανής εσωτερικής καύσης είχαν μετατρέψει το πετρέλαιο από καύσιμο για λάμπες φωτισμού, σε υλικό στρατηγικής σημασίας. Από την άλλη, επρόκειτο για τις «Νέες Χώρες»· ο γεωλόγος που θα κατόρθωνε να παράσχει χρήσιμη γνώση περί της διπλασιασμένης επικράτειας, θα αποδείκνυε τη –διόλου δεδομένη τότε– πρακτική αξία της επιστήμης του και θα προσέφερε σημαντική εθνική υπηρεσία, με προφανή ατομικά οφέλη. Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι ούτε ο Γεωργαλάς ούτε κανείς άλλος Ελληνας γεωλόγος είχε έως τότε εντρυφήσει στη γεωλογία του πετρελαίου.
Ευτυχώς, ένας κατάλληλος δάσκαλος εμφανίστηκε σύντομα. Τον Αύγουστο του 1920, ο Κ. Νικουλέσκου επέστρεψε στη Δραγοψά, επικεφαλής 25 Ρουμάνων γεωτρυπανιστών, και ξεκίνησε διερευνητικές γεωτρήσεις. Ο Γεωργαλάς, ως ο κατεξοχήν μεσάζων μεταξύ του «Συνδικάτου Πετρελαίων» και του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, είχε πρόσβαση όχι μόνο στις αναφορές του Νικουλέσκου, αλλά και στον ίδιο. Πράγματι, το φθινόπωρο του 1920, οι δύο νεαροί γεωλόγοι χρειάστηκαν έξι ώρες καβάλα σε γαϊδούρια για να διανύσουν τα «περί τα 16 χιλιόμετρα ευθυγράμμου αποστάσεως» που χώριζαν τα Ιωάννινα από τη Δραγοψά. Ο χρόνος για την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων ήταν άφθονος.
Μεταξύ του 1920 και του 1922, ο Γεωργαλάς επέδειξε τη νέα του ειδίκευση σε πληθώρα δημοσιεύσεων περί των ελληνικών πετρελαίων.
Το φλέγον ερώτημα «Υπάρχουν πετρέλαια εν Ελλάδι;» ετίθετο ευθέως και αμέσως χωριζόταν σε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορούσε την ύπαρξη «υπογείων κοιτασμάτων πετρελαίου» και κατέληγε σε ενθουσιώδη κατάφαση. Οι γεωλογικές ομοιότητες με την «υδρογονανθρακούχο ζώνην των Καρπαθίων», αποδείκνυαν ότι η κατά Γεωργαλά «υδρογονανθρακούχος ζώνη της Δυτικής Ελλάδας», όντως άξιζε το όνομά της. Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος αφορούσε την οικονομική βιωσιμότητα των κοιτασμάτων. Εδώ η πετρελαϊκή γεωλογία επιστρατευόταν για ένα αμφίσημο τελικό συμπέρασμα: «η εκτίμησις είναι δύσκολος».
Ηταν μια ρητορική που συνδύαζε τον ενθουσιασμό με τη σύνεση και διασφάλιζε το επιστημονικό κύρος σε περίπτωση αποτυχίας. Στα επόμενα χρόνια, ο επιθεωρητής γεωλόγος θα μάθαινε να την επιστρατεύει όλο και αποτελεσματικότερα.
Για επενδυτές στο Βέλγιο
Τον Φεβρουάριο του 1922, το «συνδικάτο πετρελαίου» εγκατέλειψε τη Δραγοψά. Τα αίτια της εγκατάλειψης παραμένουν άγνωστα, πιθανόν όμως να σχετίζονται με τον εν εξελίξει ελληνοτουρκικό πόλεμο και τη σταδιακά εντεινόμενη γαλλική υποστήριξη προς την Τουρκία. Ο Αύγουστος του 1922 βρήκε τον Γεωργαλά στο Βέλγιο, να αναζητά επενδυτές στο πλαίσιο του 13ου Διεθνούς Γεωλογικού Συνεδρίου. Η ανακοίνωσή του κατέληγε, σεμνά, ότι ορισμένες «ενδιαφέρουσες [πετρελαϊκές] εφαρμογές στην Ηπειρο», εν πάση περιπτώσει «δεν είναι αδύνατες». Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στη Μικρά Ασία κατέρρευσε ελάχιστες ημέρες αργότερα.
Οι πετρελαϊκές έρευνες είχαν καταστεί εγχείρημα χαμηλής προτεραιότητας. Το 1923 ο Γεωργαλάς κατέθεσε την επόμενη πετρελαϊκή του πρόταση όχι για τη γνωστή του Δραγοψά, αλλά για την Ταύρη (πρ. Τεκέ), κοντά στην Αλεξανδρούπολη. Παρά την απόρριψη της πρότασης, ο Γεωργαλάς υπερίσχυσε σε περίπλοκες διαμάχες και τελικά διορίστηκε διευθυντής της νεοσύστατης Γεωλογικής Υπηρεσίας της Ελλάδας το 1925. Εως τότε είχε αναγνωριστεί ως ο κατεξοχήν Ελληνας ειδικός του πετρελαίου, αρμόδιος για κάθε ψύχραιμη διάψευση των πετρελαϊκών «ανακαλύψεων» που ενίοτε διάνθιζαν την επικαιρότητα.
Η επόμενη κορύφωση των ελληνικών πετρελαϊκών ενασχολήσεων συμπίπτει με την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά. Η πρόταση για την Ταύρη επανήλθε. Τώρα, το σκεπτικό της μπορούσε να εκτεθεί στον ημερήσιο Τύπο. Οπως εξηγούσε η εφημερίδα «Οικονομολόγος των Αθηνών» της 15ης Αυγούστου 1936, μια ανακάλυψη στη Θράκη θα οδηγούσε σε σύγκρουση μεταξύ «δύο τεραστίων συγκροτημάτων, ήτοι της “Σελλ Ρόαγιαλ Δοντς” και της “Στάνταρ Σοκόνυ Κορπορέσιον”.
Εκ τούτων η πρώτη εκπροσωπεί το Βρεττανικόν Κράτος και η δευτέρα το Αμερικανικόν, μεταξύ δε αυτών θα διεξαχθή ο πραγματικός συναγωνισμός διά την επικράτησιν εν Ελλάδι». Οι έρευνες στη Θράκη θα έδεναν τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων σε ένα νευραλγικό σημείο της ελληνικής επικράτειας. Ηταν σημαντικότερες από μια απλή ανακάλυψη πετρελαίου.
Θερμή υποδοχή – Στο εναρκτήριο μάθημα του Γεωργαλά ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1937, το συμπέρασμα ότι «η Ελλάς έχει ασφαλώς πετρέλαιον, άγνωστον όμως εις ποίαν ποσότηταν και υπό ποίαν σύνθεσιν»,
έγινε δεκτό «με ζωηρά και παρατεταμένα χειροκροτήματα».
Η πηγή των άρθρων ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, ο Γεωργαλάς. Οι παλιές του προτάσεις επανέρχονταν και ο ίδιος αναφερόταν ονομαστικά. Ακόμη και οι τίτλοι των άρθρων προέκυπταν αντιγράφοντας το ρητορικό ερώτημα του 1922: «Υπάρχει Πετρέλαιον εν Ελλάδι;». Καθώς πλησίαζε τα 50 του χρόνια, ο διευθυντής της Γεωλογικής Υπηρεσίας παρέμενε ανεπηρέαστος από πολιτειακές μεταβολές, επεδείκνυε γνώση της πετρελαϊκής γεωλογίας, επίγνωση των πολιτικών της όψεων, και τη ρητορική ευελιξία που απαιτούνταν για να συνδυάσει τα δύο. Είχε μετατραπεί σε δημόσιο διανοούμενο.
Τον Ιανουάριο του 1937, ο Γεωργαλάς διορίστηκε τακτικός καθηγητής Ορυκτολογίας – Πετρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το εναρκτήριο μάθημά του εξελίχθηκε σε λαμπρή τελετή, με «εκλεκτόν ακροατήριον» και την παρουσία «της Α.Β.Υ. του Διαδόχου». Το συμπέρασμα ότι «η Ελλάς έχει ασφαλώς πετρέλαιον, άγνωστον όμως εις ποίαν ποσότηταν και υπό ποίαν σύνθεσιν», έγινε δεκτό «με ζωηρά και παρατεταμένα χειροκροτήματα».
Ο τίτλος της διάλεξης ήταν φαινομενικά απλός. Και όμως, συνόψιζε 20 χρόνια σχετικής εμπειρίας: «Υπάρχουν πετρέλαια εν Ελλάδι;».
Μύθοι και αλήθειες
Από όλους τους μύθους που συνοδεύουν τις ελληνικές πετρελαϊκές έρευνες, οι πλέον επίμονοι είναι εκείνοι που θέλουν το ελληνικό κράτος να ολιγωρεί και να υστερεί, δέσμιο συμφερόντων και υπέρτερων δυνάμεων. Αντιθέτως, οι πρόσφατες ιστορικές έρευνες του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών – ΙΤΕ καταλήγουν ότι οι ελληνικές πετρελαϊκές έρευνες διεξάγονταν αμέσως μόλις οι υλικές δυνατότητες και η ιστορική συγκυρία επέτρεπαν τη διεξαγωγή τους, συνήθως σε περιόδους όξυνσης των διεθνών ανταγωνισμών. Ακολούθως, τα αποτελέσματα ή η απουσία τους γίνονταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ένα περίπλοκο σταυροδρόμι μεταξύ ατομικού, εταιρικού και κρατικού συμφέροντος. Πρόκειται ακριβώς για τα χαρακτηριστικά που απαντώνται και στη διεθνή ιστορία των πετρελαϊκών ερευνών.
Ο Γεώργιος Γεωργαλάς έζησε σε αυτό το περίπλοκο σταυροδρόμι έως ότου ακόμη και τα δικά του αξιοσέβαστα αποθέματα πολιτικής ευελιξίας εξαντλήθηκαν. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ, χρημάτισε πρόεδρος της ΕΠΟΝ και μέλος της ΠΕΕΑ. Μεταπολεμικά, αυτές οι δραστηριότητες θα του κόστιζαν την πανεπιστημιακή έδρα του.
Οσο για τις πετρελαϊκές έρευνες στην Ηπειρο, αυτές επιχειρούνται επί έναν αιώνα δίχως απτά αποτελέσματα. Η πιο πρόσφατη σχετική δραστηριότητα έλαβε χώρα το 2022. Οπως σημείωνε τότε ο πρωθυπουργός, «οφείλουμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν υπάρχουν αποθέματα τα οποία είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμα. Θα το ξέρουμε τέλος του 2023» («Καθημερινή», 13/4/2022). Αυτή η προσεκτική προσέγγιση δεν εμπόδιζε «την αξία του κοιτάσματος» να «εκτιμάται στα 5 δισ. ευρώ» («Καθημερινή», 12/11/2022). Είχαν περάσει ακριβώς 100 χρόνια από τότε που ο πρώτος Ελληνας γεωλόγος πετρελαίου είχε μάθει να διαχωρίζει εκείνο που γνωρίζουμε από εκείνο που γνωρίζουμε ότι δεν γνωρίζουμε. Η ρητορική του ακόμη προστάτευε τους προσεκτικούς.
*Η κ. Τζελίνα Χαρλαύτη είναι επικεφαλής του Κέντρου Ναυτιλιακής Ιστορίας, διευθύντρια του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών – ΙΤΕ και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Το κείμενο αυτό στηρίζεται στο ερευνητικό πρόγραμμα «Αναζητώντας πετρέλαιο στην ελληνική επικράτεια 1920-1980», που διεξήχθη στο ΙΜΣ-ΙΤΕ το διάστημα 2020-2021 από τον δρα Χρήστο Καραμπάτσο και επιστημονική ομάδα, με ακαδημαϊκή σύμβουλο την Τζελίνα Χαρλαύτη.

