Το 1944 Γερμανία είχε πλέον περάσει στη φάση της διενέργειας ενός ολοκληρωτικού πολέμου εναντίον των εχθρών της στην Ελλάδα, με τη στρατιωτική ηγεσία της να αποφασίζει την ανάληψη επιχειρήσεων για την εξάλειψη του κινδύνου των ανταρτών σε όλη τη Μακεδονία. Στόχος ήταν η εξασφάλιση του οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου στη Βόρεια Ελλάδα, προκειμένου να παραμένει ανοιχτή πάντοτε η δίοδος της αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα.
Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκε μια σειρά από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις για την εξάρθρωση των δικτύων ανεφοδιασμού των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Στην προσπάθειά τους να εξαλείψουν την απειλή των ανταρτών οι Γερμανοί, συχνά με τη συνδρομή των μελών του Βουλγαρο-Μακεδονικού Επαναστατικού Κομιτάτου, της «Οχράνα», προέβησαν σε καταστροφές χωριών και πόλεων και σε μαζικές σφαγές του πληθυσμού τους.
Ενα από τα πιο τραγικά επεισόδια αυτής της ιστορίας εξελίχθηκε τον Απρίλιο του 1944 στο χωριό Κλεισούρα της Καστοριάς. Το πρωί της 5ης Απριλίου 1944, ο λοχαγός Γκέρχαρντ Κλίνγκενχεφερ, ο οποίος υπηρετούσε στο 7ο Σύνταγμα SS και η συνοδεία του δέχθηκαν επίθεση από αντάρτες του ΕΛΑΣ στη διάβαση «Νταούλι», λίγο έξω από την Κλεισούρα. Υστερα από τρίωρη περίπου ανταλλαγή πυρών, ο Κλίνγκενχεφερ και οι άνδρες του υποχώρησαν στην Πτολεμαΐδα, όπου και ενημέρωσαν σχετικά τον διοικητή του συντάγματος Καρλ Σύμερς (Karl Schümers). Οι απώλειες των Γερμανών από τη σύγκρουση ανέρχονταν σε τρεις άνδρες, αριθμός ο οποίος, όμως, αμφισβητείται από πολλές πηγές.
Σε μία από τις μεταπολεμικές καταθέσεις του σχετικά με τη σφαγή της Κλεισούρας, ο Κλίνγκενχεφερ ανέφερε ότι ο Σύμερς διέταξε αμέσως τη διεξαγωγή μιας επιχείρησης για την καταστροφή της Κλεισούρας. Σύμφωνα με τον ιστορικό Στράτο Δορδανά («Το αίμα των αθώων. Αντίποινα των γερμανικών Αρχών Κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2007, σσ. 387-436), η γερμανική στρατιωτική ηγεσία βρήκε την τέλεια αφορμή στο περιστατικό της επίθεσης εναντίον του Κλίνγκενχεφερ για να ισοπεδώσει ένα χωριό, το οποίο βρισκόταν από καιρό στο στόχαστρο των Γερμανών ως προπύργιο των ανταρτών.
Οταν μάλιστα πυρπόλησαν το κοντινό χωριό Λέχοβο, οι Γερμανοί και οι δωσίλογοι συνεργάτες τους υπό τον Γεώργιο Πούλο μετέβησαν στην Κλεισούρα και προειδοποίησαν τους κατοίκους της ότι ανάλογη τύχη περίμενε και το χωριό τους, σε περίπτωση που παρείχαν βοήθεια στους αντάρτες. Συν τοις άλλοις, με την καταστροφή της Κλεισούρας οι Γερμανοί επιθυμούσαν να εξαλείψουν τον κίνδυνο προσβολής εναντίον των στρατευμάτων τους κατά τη μετακίνησή τους από τον οδικό άξονα Καστοριάς – Αμυνταίου.
Μετά την αποχώρηση των ανταρτών από το Νταούλι και φοβούμενοι τα αντίποινα των Γερμανών, οι άνδρες της Κλεισούρας κατέφυγαν άλλοι στην Ιερά Μονή Γενεθλίου Θεοτόκου, η οποία βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, και άλλοι στο γειτονικό χωριό Βαρικό. Τους άνδρες, ωστόσο, δεν ακολούθησαν οι γυναίκες και τα παιδιά, παραμένοντας στα σπίτια τους στην Κλεισούρα, θεωρώντας ίσως ότι δεν υφίσταντο τα αντίποινα όντας άμαχοι.
Στις 5 το απόγευμα της ίδιας ημέρας έφθασαν στην Κλεισούρα οι άνδρες του 7ου Συντάγματος SS, οι οποίοι είχαν πάρει διαταγή από τον Σύμερς για καταστροφή του χωριού. Οι άνδρες του Σύμερς εκτέλεσαν 217 κατοίκους του χωριού (σύμφωνα με κάποιες πηγές ο αριθμός των εκτελεσθέντων φθάνει και τους 270), εφαρμόζοντας στην πράξη μια θεωρία, η οποία όριζε ότι οι γυναίκες και τα παιδιά δεν αποτελούσαν άμαχο πληθυσμό αλλά δυνάμει εχθρό. Μέσα σε δύο ώρες, οι Γερμανοί πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος του χωριού.
Η εκτέλεση των γυναικόπαιδων -κατά πλειοψηφία- της Κλεισούρας προκάλεσε την αντίδραση του Γερμανού ειδικού πληρεξούσιου του Γ΄ Ράιχ στην Ελλάδα για δημοσιονομικά ζητήματα Χέρμαν Νόιμπαχερ (Hermann Neubacher), ο οποίος σε έκθεσή του χαρακτήρισε «λουτρό αίματος» την καταστροφή της Κλεισούρας.
Κατά την έρευνα που διεξήχθη για τη σφαγή της 5ης Απριλίου 1944, ο ίδιος ο Σύμερς προσπάθησε να διαστρεβλώσει τα γεγονότα, αμφισβητώντας την ύπαρξη της διαταγής που έδωσε. Τελικά, οι γερμανικές αρχές δεν τιμώρησαν τον Σύμερς, ο οποίος δύο μήνες μετά την καταστροφή της Κλεισούρας επανέλαβε τις ειδεχθείς πράξεις του στο Δίστομο.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

