Στις 4 Απριλίου 1968, στις 6:01, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, εμβληματική μορφή του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών στις ΗΠΑ και ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ, πυροβολήθηκε στο κεφάλι από τον Τζέιμς Ερλ Ρέι, ενώ βρισκόταν στο μπαλκόνι του δωματίου του, στο ξενοδοχείο Lorraine Motel. Λίγα λεπτά αργότερα μεταφέρθηκε στο St. Joseph’s Hospital, όμως, παρά τις προσπάθειες των γιατρών, στις 7:05 ανακοινώθηκε ο θάνατός του.
Η δολοφονία του Κινγκ, του ακτιβιστή που είχε εκφωνήσει το ιστορικό «Εχω ένα όνειρο», προκάλεσε σοκ στην αμερικανική κοινωνία.
Ο Κινγκ είχε φτάσει στο Μέμφις του Τενεσί την προηγούμενη ημέρα για να στηρίξει μια πορεία των Αφροαμερικανών εργαζομένων στην καθαριότητα, οι οποίοι απεργούσαν από τον Φεβρουάριο. Την ίδια ημέρα μίλησε σε 2.000 άτομα που είχαν συγκεντρωθεί στο Mason Temple. Στις 4 Απριλίου, συναντήθηκε με μέλη της Συνδιάσκεψης της Χριστιανικής Ηγεσίας του Νότου (Southern Christian Leadership Conference – SCLC). Το απόγευμα, λίγο πριν αναχωρήσει από το Lorraine Motel όπου έμενε, για να μεταβεί στο σπίτι του πάστορα Μπίλι Κάιλς για δείπνο, βγήκε στο μπαλκόνι του και είχε σύντομη συνομιλία με μέλη της SCLC. Εκείνη τη στιγμή, ο Κινγκ δέχτηκε στο πρόσωπο τη σφαίρα του Τζέιμς Ερλ Ρέι, η οποία τον τραυμάτισε θανάσιμα.
Η δολοφονία του Κινγκ, του ακτιβιστή που είχε εκφωνήσει το ιστορικό «Εχω ένα όνειρο», προκάλεσε σοκ στην αμερικανική κοινωνία. Ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον αποκήρυξε κάθε πράξη βίας και κήρυξε εθνική ημέρα πένθους στις 7 Απριλίου. Οι δημόσιες βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα σχολεία και οι επιχειρήσεις έκλεισαν, ενώ η τελετή απονομής των βραβείων Οσκαρ καθώς και πολλές αθλητικές εκδηλώσεις αναβλήθηκαν. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στις 9 Απριλίου στην Ατλάντα, και σε αυτήν συμμετείχαν περισσότεροι από 100 χιλιάδες άνθρωποι, οι οποίοι ακολούθησαν τη σορό του Κινγκ στους δρόμους της πόλης. Η δολοφονία του προκάλεσε τις επόμενες ημέρες έντονες αντιδράσεις σε δεκάδες πόλεις και χρειάστηκε κινητοποίηση πολυάριθμων κατασταλτικών δυνάμεων για να αντιμετωπιστούν. Προκάλεσε, επίσης, προβληματισμούς εντός του κινήματος στο οποίο ηγούνταν ο Κινγκ, με βασικό ερώτημα αν έπρεπε να συνεχίσουν να ακολουθούν την επιλογή της μη βίας ή έπρεπε να υιοθετήσουν πιο δυναμικές μορφές πάλης. Μεγάλο ζητούμενο τις πρώτες ημέρες ήταν και η ταυτότητα του δολοφόνου. Η έρευνα του FBI οδήγησε σε ένα συγκεκριμένο διαμέρισμα της πόλης.
Τα δακτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν εκεί ταίριαζαν με εκείνα του Τζέιμς Ερλ Ρέι, ενός φυγά από φυλακή του Μιζούρι. Ομοσπονδιακοί πράκτορες καθώς και η αστυνομία του Μέμφις ανακάλυψαν ότι ο Ρέι είχε νοικιάσει δωμάτιο που είχε οπτική επαφή με το Lorraine Motel, όπου είχε διαμείνει ο Κινγκ. Στις 19 Ιουλίου, ο Ρέι εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη Βρετανία για να δικαστεί. Αν παραδεχόταν την ενοχή του, οι εισαγγελείς του Τενεσί θα συμφωνούσαν τον Μάρτιο του 1969 να παραιτηθούν από την επιδίωξη της θανατικής ποινής. Ωστόσο, όταν ο τελευταίος ανακάλεσε την ομολογία του λίγο μετά την καταδίκη του σε 99 χρόνια φυλάκισης, γεννήθηκαν πολλά ερωτήματα.
Σταδιακά, οι αμφιβολίες για την επάρκεια των στοιχείων εναντίον του Ρέι τροφοδοτήθηκαν από αποκαλύψεις οι οποίες αφορούσαν την εκτεταμένη παρακολούθηση του Κινγκ από το FBI αλλά και άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες.
Ετσι, από το 1976, η αρμόδια Επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων επανεξέτασε, ανάμεσα σε άλλες υποθέσεις, και αυτήν της δολοφονίας του Κινγκ. Σύμφωνα με την τελική έκθεσή της, ήταν πιθανό ο Ρέι να είχε συνεργούς, δεν υπήρχαν όμως πειστικά στοιχεία για συνενοχή κυβερνητικών και κρατικών υπηρεσιών. Ο Ρέι εξακολούθησε, πάντως, να υποστηρίζει την αθωότητά του. Αν και στο β΄ μισό της δεκαετίας του 1990, μέλη της οικογένειας του Κινγκ ήταν υπέρ της έφεσης που είχε καταθέσει ο Ρέι, οι Αρχές του Τενεσί αρνήθηκαν να ανοίξουν ξανά την υπόθεση. Ο Ρέι πέθανε στη φυλακή στις 23 Απριλίου 1998.
Ακόμα, όμως, και μετά τον θάνατό του, οι κατηγορίες περί συνωμοσίας δεν σταμάτησαν. Το ίδιο έτος η οικογένεια Κινγκ είχε ζητήσει έρευνα από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία, που δικαιολογούσαν περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

