Στα τέλη του 18ου αιώνα, η Βιέννη είχε ήδη καθιερωθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά κέντρα της Ευρώπης. Το 1781 εγκαταστάθηκε στην πόλη ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες της εποχής του, ο οποίος άσκησε καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση του δυτικού μουσικού κανόνα. Το παράδειγμα του μεγάλου μουσικού ακολούθησαν δεκάδες άλλοι φιλόδοξοι συνθέτες, επιδιώκοντας να ενταχθούν στον κύκλο των καλλιτεχνών που στήριζε οικονομικά η αυτοκρατορική Αυλή.
Ανάμεσα σε εκείνους που φιλοδοξούσαν να γνωρίσουν τον Μότσαρτ και να λάβουν από εκείνον μαθήματα μουσικής ήταν και ο φέρελπις μουσικός από τη Βόννη, Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Γεννημένος τον Δεκέμβριο του 1770, ο Μπετόβεν έδειξε από μικρή ηλικία την κλίση του στη μουσική. Το 1786 ο έφηβος ακόμα Μπετόβεν μετέβη στη Βιέννη με την ελπίδα να μαθητεύσει στο πλευρό του μεγαλύτερου συνθέτη της γενιάς του. Δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες της σχέσης του νεαρού Μπετόβεν με τον Μότσαρτ. Πολλοί ερευνητές αμφιβάλλουν αν ποτέ γνωρίστηκαν οι δύο μουσικοί. Τον Μάιο του 1787 επέστρεψε στη γενέτειρά του.
Το 1792 ο Μπετόβεν αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Βιέννη. Εκεί ανέπτυξε φιλία με τον Γιόζεφ Χάυντν, ο οποίος τον επηρέασε βαθιά στον τρόπο με τον οποίο συνέθετε μουσική. Τα πρώτα χρόνια ο Μπετόβεν αφοσιώθηκε στον εμπλουτισμό των γνώσεών του στη μουσική και στην εκτέλεση έργων άλλων συνθετών, δημιουργώντας καλές εντυπώσεις στους μουσικόφιλους κύκλους της αψβουργικής πρωτεύουσας. Σταδιακά άρχισε να δημοσιεύει τα έργα του, πολλά από τα οποία αφιέρωνε σε ανθρώπους που τον στήριζαν οικονομικά, όπως τον πρίγκιπα Καρλ φον Λιχνόφσκι. Επέλεξε να μην ενταχθεί στον κύκλο κάποιου ευγενή ούτε και να εργαστεί στην Εκκλησία, διατηρώντας την ανεξαρτησία του ως συνθέτης.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1790 ο Μπετόβεν ολοκλήρωσε το πρώτο συμφωνικό του έργο, την 1η Συμφωνία σε Ντο μείζονα. Επρόκειτο για ένα έργο, το οποίο δεν διέφερε σημαντικά από τα έργα άλλων συνθετών της εποχής του ύστερου κλασικισμού ως προς τη δομή του, καθότι αποτελείτο από τέσσερα μέρη. Ωστόσο, οι έμπειροι παρατηρητές της εποχής διαπίστωσαν το προσωπικό ύφος του δημιουργού σε λεπτομέρειες, όπως την αργή εισαγωγή του πρώτου μέρους, στην οποία ο Μπετόβεν καθυστερεί να εγκαθιδρύσει τη βασική τονικότητα του έργου.
Ο Μπετόβεν παρουσίασε για πρώτη φορά το έργο του στο φιλόμουσο κοινό της αυστριακής πρωτεύουσας στις 2 Απριλίου 1800 στο Εθνικό Θέατρο της Βιέννης, το Burgtheater. Μερικά χρόνια πριν, στο ίδιο θέατρο, το οποίο είχε κατασκευαστεί με εντολή της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας το 1741, ο Μότσαρτ είχε παρουσιάσει τρεις από τις όπερές του (Απαγωγή από το Σεράι, Οι γάμοι του Φίγκαρο, Ετσι κάνουν όλες), καθώς και το Κονσέρτο σε πιάνο Νο. 24 σε Ντο μείζονα. Το πρόγραμμα της βραδιάς ήταν ιδιαίτερα απαιτητικό και περιλάμβανε έργα του ίδιου του Μπετόβεν, καθώς και κλασικές συνθέσεις μεγάλων δημιουργών της εποχής.
Ο Μπετόβεν ανταποκρίθηκε με επιτυχία στις προσδοκίες του ιδιαίτερα απαιτητικού κοινού της Βιέννης. Η Allgemeine Musikalische Zeitung, μάλιστα, χαρακτήρισε την παράσταση της 2ας Απριλίου 1800 «το πιο ενδιαφέρον μουσικό γεγονός ύστερα από πολύ καιρό».
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
