Κατά τον 18ο αιώνα και μετά τον θάνατο του Καρόλου ΙΒ΄ (1718), η Σουηδία εισήλθε σε μια περίοδο εσωστρέφειας. Η ήττα της στον Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο, ο οποίος επανακαθόρισε σε μεγάλο βαθμό τον συσχετισμό δυνάμεων στη βόρεια Ευρώπη, συντέλεσε στη μείωση του διεθνούς κύρους της, καθώς και στην απώλεια κτήσεων που διατηρούσε εκτός της Σκανδιναβίας.
Η ήττα της Σουηδίας στον πόλεμο επανακαθόρισε επίσης και τον ρόλο που διαδραμάτιζε ο θεσμός της βασιλείας στο εσωτερικό. Η περίοδος που ακολούθησε, γνωστή ως «Εποχή της Ελευθερίας» (1719-1772), χαρακτηρίσθηκε από τη σημαντική αποδυνάμωση του στέμματος και την ενίσχυση της Συνέλευσης (Riksdag) των Τεσσάρων Τάξεων, εντός της οποίας ενδυναμώθηκε ο ρόλος των αριστοκρατών. Προϊόντος του χρόνου, οι εκπρόσωποι των αριστοκρατών έγιναν τόσο ισχυροί ώστε δινόταν η εντύπωση ότι η Σουηδία είχε εξελιχθεί σε ένα είδος αριστοκρατικής ολιγαρχίας.
Το 1771, μετά τον θάνατο του πατέρα του Αδόλφου Φρειδερίκου, ανήλθε στον θρόνο ο Γουσταύος Γ΄. Γεννημένος το 1746, ο νέος βασιλιάς είχε μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον βαθιά επηρεασμένο από τον γαλλικό πολιτισμό, τον Διαφωτισμό και την πρωσική αντίληψη περί της αποστολής της βασιλικής οικογένειας να κυβερνά και να υπηρετεί το κράτος. Από την αρχή της βασιλείας του κατέστησε σαφές ότι θεωρούσε το υπάρχον πολιτικό σύστημα ακατάλληλο για την ανασυγκρότηση του κράτους και την αποκατάσταση του κύρους της μοναρχίας.
Εναν χρόνο μετά την ανάρρησή του στον θρόνο, το 1772, ο Γουσταύος προχώρησε σε παλατιανό πραξικόπημα, με το οποίο έθεσε τέλος στην «Εποχή της Ελευθερίας» και επέβαλε ένα νέο συνταγματικό καθεστώς στη χώρα του.
Το Σύνταγμα του 1772 δεν κατήργησε τη λειτουργία της Riksdag, αλλά αποκατέστησε σε σημαντικό βαθμό το δικαίωμα του μονάρχη να επεμβαίνει στα πολιτικά πράγματα. Ο βασιλιάς εμφανίστηκε ως εγγυητής της εθνικής ενότητας και ως προστάτης του κράτους απέναντι στην πολιτική φθορά της αριστοκρατικής κυριαρχίας.
Κατά τη βασιλεία του Γουσταύου Γ΄, σημειώθηκε στη Σουηδία σημαντική πνευματική και πολιτιστική άνθηση. Ο ίδιος ο βασιλιάς υπήρξε προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών, ενισχύοντας τη δημόσια πολιτιστική ζωή της Στοκχόλμης. Από την άλλη, οξύνθηκαν δραματικά οι σχέσεις της αριστοκρατίας με το στέμμα, απόρροια της προσπάθειας του βασιλέα να υποβαθμίσει τον πολιτικό τους ρόλο.
Η ένταση κορυφώθηκε με την Πράξη Ενώσεως και Ασφαλείας (Förenings- och säkerhetsakten) του 1789, με την οποία ο Γουσταύος περιόρισε ακόμη περισσότερο την πολιτική ισχύ της αριστοκρατίας και ενίσχυσε το βασιλικό δικαίωμα παρέμβασης στην εκτελεστική και στη νομοθετική εξουσία. Για πολλούς δυσαρεστημένους ευγενείς, ο Γουσταύος είχε πλέον μετατραπεί σε έναν ηγεμόνα ο οποίος επιχειρούσε να συγκεντρώσει στα χέρια του όλες τις εξουσίες.
Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα δεν άργησε να εξυφανθεί συνωμοσία εναντίον του βασιλέα. Στις 16 Μαρτίου 1792, ο Γουσταύος Γ΄ παρέστη σε έναν χορό μεταμφιεσμένων στην Οπερα της Στοκχόλμης, αρνούμενος να δεχθεί τις προειδοποιήσεις των ανθρώπων της ασφάλειάς του ότι σχεδιαζόταν απόπειρα κατά της ζωής του. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο ευγενής Γιάκομπ Γιόχαν Ανκαστρομ πυροβόλησε τον βασιλέα τραυματίζοντάς τον βαριά. Επί 13 ημέρες, οι γιατροί του παλατιού αγωνίζονταν να σώσουν τη ζωή του Γουσταύου, ο οποίος υπέκυψε τελικά στα τραύματά του στις 29 Μαρτίου 1792.
Μετά τον θάνατό του, η Σουηδία εισήλθε σε μια περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας, καθώς ο νόμιμος διάδοχος, ο Γουσταύος Δ΄ Αδόλφος, ήταν ακόμη ανήλικος. Την αντιβασιλεία ανέλαβε ο αδελφός του εκλιπόντος βασιλιά Κάρολος. Η δολοφονία προκάλεσε έντονη αναστάτωση στη σουηδική κοινωνία ενισχύοντας την αίσθηση ότι η χώρα είχε εισέλθει σε περίοδο εσωτερικής αστάθειας. Οι Αρχές συνέλαβαν και τιμώρησαν τους συνωμότες, με τον Ανκαστρομ να πληρώνει το τίμημα των πράξεών του με δημόσια εκτέλεση.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
