Στις 25 Μαρτίου 1975, ο βασιλιάς της Σαουδικής Αραβίας Φαϊζάλ ιμπν Αμπντούλ Αζίζ αλ Σαούντ, έπεφτε νεκρός μέσα στο βασιλικό παλάτι στο Ριάντ, δολοφονημένος από τον ίδιο του τον ανιψιό. Η είδηση προκάλεσε διεθνές σοκ, όχι μόνο λόγω της βίαιης φύσης του γεγονότος, αλλά και επειδή ο Φαϊζάλ αποτελούσε μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της Μέσης Ανατολής σε μια περίοδο όπου το πετρέλαιο, η θρησκεία και ο Ψυχρός Πόλεμος διαμόρφωναν ένα ιδιαίτερα εύθραυστο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η δολοφονία σημειώθηκε σε μια στιγμή που, φαινομενικά, δεν προμήνυε κίνδυνο. Οπως συνηθιζόταν, ο βασιλιάς δεχόταν επισκέπτες και αξιωματούχους στο παλάτι, σε μια τελετουργική διαδικασία που αποτελούσε βασικό στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας της χώρας. Ανάμεσα στους παριστάμενους βρισκόταν και ο ανιψιός του, ο πρίγκιπας Φαϊζάλ μπιν Μουσάιντ αλ Σαούντ.
Οταν πλησίασε για να τον χαιρετήσει, έβγαλε ξαφνικά ένα περίστροφο και πυροβόλησε τον μονάρχη εξ επαφής. Ο τραυματισμένος βασιλιάς μεταφέρθηκε άμεσα σε νοσοκομείο, όμως οι γιατροί δεν κατάφεραν να τον σώσουν. Ο δράστης συνελήφθη επιτόπου, χωρίς να επιχειρήσει να διαφύγει, και η υπόθεση εξελίχθηκε ταχύτατα σε εθνική κρίση.
Το ανώτατο θρησκευτικό δικαστήριο της χώρας καταδίκασε τον δράστη σε θάνατο για τη δολοφονία του βασιλιά και η ποινή εκτελέστηκε δημόσια στο Ριάντ
Η επίσημη εκδοχή που δόθηκε από τις Αρχές απέδωσε την πράξη σε προσωπικά και οικογενειακά κίνητρα. Δέκα χρόνια νωρίτερα, το 1965, ο μεγαλύτερος αδελφός του δράστη είχε σκοτωθεί από δυνάμεις Ασφαλείας σε επεισόδιο που συνδέθηκε με την αντίθεση στην εισαγωγή της τηλεόρασης στη Σαουδική Αραβία, μια μεταρρύθμιση που προωθούσε ο βασιλιάς στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού της χώρας. Για ένα τμήμα της συντηρητικής κοινωνίας, η τηλεόραση θεωρούνταν σύμβολο δυτικής επιρροής και πιθανή απειλή για τις θρησκευτικές αξίες. Το περιστατικό του 1965 παρέμεινε σημείο αναφοράς στις ερμηνείες για τα κίνητρα της δολοφονίας, χωρίς όμως να αποδειχθεί ότι αποτέλεσε τον μοναδικό παράγοντα που οδήγησε σε αυτήν.
Πολλοί παρατηρητές εκτίμησαν ότι η δολοφονία δεν μπορούσε να εξηγηθεί μόνο ως προσωπική εκδίκηση. Ο Φαϊζάλ είχε αναλάβει την εξουσία το 1964, σε μια περίοδο κρίσης για το βασίλειο, αντικαθιστώντας τον αδελφό του, Σαούντ, έπειτα από έντονες εσωτερικές πιέσεις και οικονομικά προβλήματα. Η άνοδός του στην εξουσία σηματοδότησε μια προσπάθεια αναδιοργάνωσης του κράτους και περιορισμού της σπατάλης, καθώς και ενίσχυσης της διοικητικής αποτελεσματικότητας. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, αν και ενίσχυσαν τη σταθερότητα του καθεστώτος, δημιούργησαν και αντιδράσεις μέσα στη βασιλική οικογένεια, καθώς ισχυρές φατρίες είχαν διαφορετικές αντιλήψεις για τον τρόπο διακυβέρνησης και κατανομής των πόρων.
Η διεθνής επιρροή του Φαϊζάλ είχε αυξηθεί σημαντικά μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973. Τότε, η Σαουδική Αραβία και άλλα αραβικά κράτη αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το πετρέλαιο ως πολιτικό εργαλείο, περιορίζοντας τις εξαγωγές προς χώρες που υποστήριζαν το Ισραήλ στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ. Η απόφαση αυτή προκάλεσε σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στη Δύση και ανέδειξε το βασίλειο σε πρωταγωνιστή της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Ταυτόχρονα, όμως, αύξησε τις πιέσεις προς την ηγεσία της χώρας, τόσο από εξωτερικούς παράγοντες όσο και από εσωτερικούς κύκλους που ανησυχούσαν για τις συνέπειες μιας τόσο επιθετικής στρατηγικής.
Στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας, ο Φαϊζάλ επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τη διατήρηση της παραδοσιακής κοινωνικής τάξης. Ενίσχυσε την εκπαίδευση, επέκτεινε τις κρατικές υπηρεσίες και προσπάθησε να οργανώσει πιο αποτελεσματικά τη διαχείριση των πετρελαϊκών εσόδων. Παράλληλα, διατήρησε στενή συνεργασία με το θρησκευτικό κατεστημένο, αναγνωρίζοντας ότι η πολιτική σταθερότητα της χώρας εξαρτιόταν από μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη βασιλική οικογένεια και στους θρησκευτικούς ηγέτες. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, αν και συνέβαλαν στην ανάπτυξη του κράτους, ενίσχυσαν επίσης τις κοινωνικές αντιθέσεις και τις ανησυχίες για την ταχύτητα των αλλαγών.
Μετά τη δολοφονία του, η διαδοχή πραγματοποιήθηκε γρήγορα και χωρίς πολιτική αναταραχή. Στον θρόνο ανέβηκε ο αδελφός του, ο Χαλίντ ιμπν Αμπντούλ Αζίζ αλ Σαούντ, γεγονός που καθησύχασε τους συμμάχους της χώρας και διατήρησε τη συνέχεια της εξουσίας. Η ταχύτητα της μετάβασης ήταν κρίσιμη, καθώς η Σαουδική Αραβία αποτελούσε ήδη βασικό πυλώνα της διεθνούς ενεργειακής αγοράς και σημαντικό παράγοντα ισορροπίας στη Μέση Ανατολή.
Ο δράστης, ο πρίγκιπας Φαϊζάλ μπιν Μουσάιντ, οδηγήθηκε σε δίκη λίγους μήνες αργότερα. Αρχικά είχε ανακοινωθεί ότι ενδέχεται να αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα, ωστόσο επιτροπή Σαουδαράβων ιατρών έκρινε τελικά ότι είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του τη στιγμή της επίθεσης.
Το ανώτατο θρησκευτικό δικαστήριο της χώρας τον καταδίκασε σε θάνατο για τη δολοφονία του βασιλιά και η ποινή εκτελέστηκε δημόσια στο Ριάντ, κλείνοντας με δραματικό τρόπο μια υπόθεση που είχε συγκλονίσει τη Σαουδική Αραβία και προκαλέσει διεθνή προσοχή.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
