Η ανάγκη προστασίας του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο, μετά τη σταδιακή οικονομική άνθηση της πόλης, οδήγησε τον αμερικανικό στρατό να χτίσει ένα φρούριο στην κορυφή του νησιού Αλκατράζ στις αρχές της δεκαετίας του 1850.
Παράλληλα, υπήρχαν σχέδια για εγκατάσταση 100 και πλέον κανονιών στο νησί, κάτι που θα το καθιστούσε την πιο οχυρωμένη στρατιωτική θέση στη Δυτική Ακτή. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας, οι πρώτοι κρατούμενοι βρίσκονταν ήδη στο νησί. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η αμυντική αναγκαιότητα του Αλκατράζ μειωνόταν. Ωστόσο, η χρήση του ως φυλακής θα συνεχιζόταν για 100 και πλέον χρόνια. Το 1909, ο στρατός κατεδάφισε το φρούριο, αφήνοντας το υπόγειό του ως θεμέλιο για μια νέα στρατιωτική φυλακή. Πράγματι, από το 1909 έως το 1911, την έχτισαν οι στρατιωτικοί κρατούμενοι στο Αλκατράζ.
Ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποίησε το νησί ώς το 1933, όταν το Αλκατράζ μεταφέρθηκε στη δικαιοδοσία του υπουργείου Δικαιοσύνης, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε αποφασίσει να ανοίξει ένα σωφρονιστικό ίδρυμα ύψιστης ασφάλειας και ελάχιστων προνομίων. Στόχος του θα ήταν η ασφαλής κράτηση των πιο επικίνδυνων κρατουμένων στις ομοσπονδιακές φυλακές και η συμβολή στην ουσιαστική αντιμετώπιση του αχαλίνωτου εγκλήματος των δεκαετιών 1920 και 1930.
Ενώ αρκετοί γνωστοί εγκληματίες, όπως ο Αλ Καπόνε, παρέμειναν επί αρκετό χρόνο στο Αλκατράζ, οι περισσότεροι από τους κρατούμενους του νησιού ήταν όσοι αρνούνταν να συμμορφωθούν με τους κανονισμούς των ομοσπονδιακών ιδρυμάτων και όσοι θεωρούνταν βίαιοι ή επικίνδυνοι για να δραπετεύσουν. Ωστόσο, ο μέσος αριθμός κρατουμένων ανερχόταν στους 260-275, κάτι που σημαίνει πως στις φυλακές του Αλκατράζ κρατούνταν λιγότερο από το 1% του συνολικού πληθυσμού των ομοσπονδιακών φυλακών.
Ενδιαφέρον έχει επίσης το γεγονός πως παρά την απεικόνιση του Αλκατράζ σε βιβλία και ταινίες ως «Νησί του Διαβόλου», οι συνθήκες κράτησης δεν φαίνεται να ήταν πολύ χειρότερες από άλλες περιπτώσεις –πάντα φιλοξενούνταν ένας κρατούμενος ανά κελί–, γεγονός που οδήγησε ορισμένους να ζητήσουν οι ίδιοι τη μεταφορά τους εκεί.
Ωστόσο, στις 21 Μαρτίου 1963, οι φυλακές έκλεισαν ύστερα από 29 χρόνια λειτουργίας. Παρά τη φήμη για κλείσιμο εξαιτίας της εξαφάνισης τριών κρατουμένων, η απόφαση είχε ληφθεί πολύ νωρίτερα. Ο λόγος ήταν οικονομικός: ήταν πολύ ακριβές για να συνεχίσουν να λειτουργούν.
Υπολογίζεται ότι χρειάστηκαν 3-5 εκατομμύρια δολάρια μόνο για εργασίες συντήρησης, χωρίς να περιλαμβάνονται τα ημερήσια λειτουργικά έξοδα, τα οποία παρέμεναν υψηλά λόγω της φυσικής απομόνωσης του νησιού. Μετά το κλείσιμο της φυλακής, το Αλκατράζ ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε. Το 1969, ωστόσο, μια ομάδα ιθαγενών Ινδιάνων το διεκδίκησε με την ελπίδα να δημιουργήσει στο νησί ένα πολιτιστικό κέντρο και εκπαιδευτικό συγκρότημα ιθαγενών Αμερικανών.
Αρχικά η δημόσια υποστήριξη ήταν ισχυρή, ωστόσο ζημιές που προκλήθηκαν από γκράφιτι, βανδαλισμούς και κυρίως από την πυρκαγιά που κατέστρεψε το σπίτι του φαροφύλακα και τη Λέσχη Αξιωματικών άλλαξαν τα δεδομένα, με αποτέλεσμα τον Ιούνιο του 1971, οι εναπομείναντες ιθαγενείς Αμερικανοί να εκδιωχθούν από το νησί.
Ενα χρόνο αργότερα, το Κογκρέσο δημιούργησε την Εθνική Περιοχή Αναψυχής Golden Gate και το νησί Αλκατράζ συμπεριλήφθηκε σε αυτήν ως μέρος της νέας μονάδας της Εθνικής Υπηρεσίας Πάρκων. Ανοιξε για το κοινό το φθινόπωρο του 1973 και γρήγορα μετατράπηκε σε ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα της Υπηρεσίας Πάρκων με περισσότερους από ένα εκατομμύριο επισκέπτες ετησίως.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης,Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

