Η ΕΟΚ «διευρύνει» τη δημοκρατία στην Ευρώπη

Η ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας ήταν πολιτική πράξη μείζονος βαρύτητας

7' 20" χρόνος ανάγνωσης

Το 1975, αναλυτές, δημοσιογράφοι και πολιτικοί κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα: η Νότια Ευρώπη είχε φτάσει σε σημείο καμπής και η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα –μαζί με τα κράτη-μέλη της– δεν διέθετε σαφή στρατηγική για να διαχειριστεί την κρίση. Μια «τέλεια καταιγίδα» διαμορφωνόταν στη γειτονιά της Δυτικής Ευρώπης, ακριβώς τη στιγμή που διεθνώς επικρατούσε το κλίμα της ύφεσης (détente) μεταξύ των υπερδυνάμεων.

Παραδόξως, η χαλάρωση του ψυχροπολεμικού πλαισίου δεν λειτούργησε στον ευμετάβλητο Νότο της Ευρώπης. Αντιθέτως, άφησε χώρο σε κοινωνίες που έβγαιναν από αυταρχικά καθεστώτα να αμφισβητήσουν το αφήγημα Ανατολής – Δύσης και να προτάξουν τα εθνικά τους συμφέροντα, ακόμη και εις βάρος της συνοχής της Δύσης. Ο φόβος των δυτικών ελίτ δεν προερχόταν τόσο από τη Μόσχα, όσο από τη σταδιακή απώλεια νομιμοποίησης της «σύνδεσης με τη Δύση» στα μάτια των πολιτών του ευρωπαϊκού Νότου. Η παγκόσμια νομισματική και ενεργειακή κρίση, οι τριγμοί στις διατλαντικές σχέσεις και η αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεμονίας μετά το Βιετνάμ και το Γουότεργκεϊτ υπονόμευαν τις βεβαιότητες πάνω στις οποίες είχε οικοδομηθεί η «Δύση».

Ανησυχία στο ΝΑΤΟ

Το πρώτο σοκ ήρθε στις 25 Απριλίου 1974 με την απρόσμενη κατάρρευση της πορτογαλικής δικτατορίας. Η χώρα βυθίστηκε σε πολιτική αβεβαιότητα και η Δύση αιφνιδιάστηκε. Το μεταβατικό στρατιωτικό καθεστώς που διαδέχθηκε τον σαλαζαρικό αυταρχισμό δεν είχε σαφή κατεύθυνση, ενώ στην Ουάσιγκτον διατυπώνονταν φόβοι για διολίσθηση προς μια μορφή «ευρωκομμουνισμού», με πιθανές συνέπειες για τη θέση της χώρας στο ΝΑΤΟ. Ο Χένρι Κίσινγκερ μιλούσε ακόμη και για ανάγκη «απομόνωσης» της Πορτογαλίας, θεωρώντας τη σχεδόν χαμένη υπόθεση. Παράλληλα, ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον χαρακτήριζε τη χώρα «δοκιμασία της ύφεσης».

Μόλις τέσσερις μήνες μετά την «Επανάσταση των Γαριφάλων», πραξικόπημα της ελληνικής χούντας κατά του Μακαρίου οδήγησε στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Για τις ΗΠΑ, το Κυπριακό δεν ήταν σύγκρουση Ανατολής – Δύσης, αλλά κίνδυνος για τη σχέση Ελλάδας – Τουρκίας. Οπως σημείωνε αμερικανικό υπόμνημα τον Αύγουστο του 1974, στόχος ήταν «η απομάκρυνση της Κύπρου ως σημείου τριβής». Η απειλή για το ΝΑΤΟ δεν ερχόταν από τη Σοβιετική Ενωση, αλλά από την αντιπαλότητα δύο συμμάχων.

Η Βρετανία, εγγυήτρια δύναμη βάσει της Συνθήκης του 1960, βρέθηκε με «ευθύνη χωρίς ισχύ», κατά την ομολογία του Τζέιμς Κάλαχαν. Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, είχαν περιορισμένα περιθώρια κινήσεων και λόγω της πίεσης που ασκούσε η ελληνοαμερικανική κοινότητα στο Κογκρέσο. Στην Αθήνα, η πτώση της δικτατορίας και η διπλή τουρκική εισβολή γέννησαν ένα πρωτοφανές κύμα αντιαμερικανισμού. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, γνωρίζοντας ότι ο στρατός είχε αποδυναμωθεί από τα χρόνια της χούντας, απέκλεισε το ενδεχόμενο πολέμου με την Τουρκία. Αντί αυτού, ανακοίνωσε την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και ζήτησε επαναδιαπραγμάτευση των αμερικανικών βάσεων. Η κίνηση αυτή δημιούργησε φόβους για τη νότια πτέρυγα της Συμμαχίας. Παρά τον σαφή δυτικό προσανατολισμό του Καραμανλή, η άνοδος του ΠΑΣΟΚ και η αντιαμερικανική ρητορική του Ανδρέα Παπανδρέου προκαλούσαν νευρικότητα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η ΕΟΚ «διευρύνει» τη δημοκρατία στην Ευρώπη-1
13.6.1985. Πορτογάλοι και Ισπανοί σοσιαλιστές υπέρμαχοι της ευρωκοινότητος, τονίζει στον τίτλο η «Κ».

Οι ανησυχίες δεν περιορίζονταν στην Ελλάδα. Το καθεστώς του Φράνκο στην Ισπανία έδειχνε να πλησιάζει στο τέλος του, ενώ η συμφωνία του 1953 με τις ΗΠΑ για τις βάσεις βρισκόταν υπό επανεξέταση. Στην Ιταλία η πολιτική αστάθεια, η οικονομική κρίση και το ενδεχόμενο ανόδου του κομμουνιστικού κόμματος μέσω του «ιστορικού συμβιβασμού» ενίσχυαν την εικόνα της χώρας ως «μαλακό υπογάστριο» της Συμμαχίας. Μέσα σε αυτή την κρίση η ΕΟΚ άρχισε να εμφανίζεται η μόνη πολιτική λύση. Η ένταξη των χωρών του Νότου δεν παρουσιαζόταν πλέον ως οικονομική επέκταση, αλλά ως εργαλείο σταθεροποίησης.

Το ερώτημα δεν ήταν αν θα ενταχθούν οι νέες δημοκρατίες, αλλά πώς και πότε, χωρίς να διαρραγεί η συνοχή της Κοινότητας.

Η «ευρωπαϊκή λύση»

Το κρίσιμο ερώτημα που απασχολούσε τις Βρυξέλλες ήταν σαφές: πώς μπορούσε η Κοινότητα να συμβάλει ουσιαστικά στη σταθεροποίηση αυτών των εύθραυστων δημοκρατιών; Η απάντηση ήρθε, παραδόξως, από τις ίδιες τις υποψήφιες χώρες. Ελλάδα, Πορτογαλία και Ισπανία στράφηκαν μαζικά προς την ΕΟΚ, θεωρώντας την ως το μόνο κατάλληλο πολιτικό πλαίσιο που μπορούσε να στηρίξει τη δημοκρατική τους μετάβαση. Το ερώτημα δεν ήταν αν θα ενταχθούν οι νέες δημοκρατίες, αλλά πώς και πότε, χωρίς να διαρραγεί η συνοχή της Κοινότητας.

Από τη δεκαετία του 1960 η ΕΟΚ είχε ήδη διαμορφώσει σχέσεις με την περιοχή. Η Αθήνα και η Αγκυρα είχαν υπογράψει συμφωνίες σύνδεσης το 1961 και το 1963 αντιστοίχως, οι οποίες προορίζονταν ρητά να οδηγήσουν σε πλήρη ένταξη, διατηρώντας τις δύο χώρες σταθερά προσδεδεμένες στη Δύση. Το 1962 η Ισπανία, ακολουθώντας το ελληνικό και τουρκικό πρότυπο, ζήτησε κι αυτή καθεστώς σύνδεσης ως πρώτο βήμα προς την ένταξη. Παρότι Παρίσι και Βόννη ήταν πρόθυμες να εξετάσουν το αίτημα, η έλλειψη δημοκρατικού καθεστώτος οδήγησε τελικά σε μια απλή προτιμησιακή συμφωνία το 1970.

Παρομοίως, η σχέση της Πορτογαλίας με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση περιορίστηκε σε μια συμφωνία ελευθέρου εμπορίου το 1972, αποτέλεσμα της πρώτης διεύρυνσης προς τη Βρετανία. Η ιδέα της ΕΟΚ ως «κοινότητας αξιών» ενισχύθηκε δραστικά με την επιβολή της ελληνικής δικτατορίας και την απόφαση της Κοινότητας να «παγώσει» τη συμφωνία σύνδεσης με την Αθήνα. Για την ΕΟΚ, η δημοκρατία μετατρεπόταν σιωπηρά σε προϋπόθεση ένταξης. Η ελληνική εμπειρία λειτούργησε ως πρότυπο. Οταν η επιτροπή δημοσίευσε τη γνωμοδότησή της το 1976, αναγνώριζε τις οικονομικές και θεσμικές δυσκολίες, αλλά κατέληγε ότι η εδραίωση της δημοκρατίας υπερίσχυε.

Οικονομία και πολιτική – Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εκείνης της περιόδου μας υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά οικονομικό σχέδιο. Ηταν –και παραμένει– ένα πολιτικό εγχείρημα, στο οποίο οι θεσμοί χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία για να στηρίξουν δημοκρατίες που δεν είχαν ακόμη ριζώσει.

Ετσι, στη δεκαετία του 1970 και οι τρεις χώρες προσέγγισαν το «ευρωπαϊκό ζήτημα» με ένα σαφές επιχείρημα: η ένταξη θα λειτουργούσε ως ασπίδα για τη δημοκρατία. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε καταστήσει σαφές στους Ευρωπαίους συνομιλητές του ότι αποτυχία της ελληνικής αίτησης θα υπονόμευε τη δημοκρατική μετάβαση και τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας. Σε παρόμοια λογική, οι πορτογαλικές ελίτ συνέδεσαν τη δημοκρατική σταθεροποίηση με την ευρωπαϊκή προοπτική και υπέβαλαν αίτηση ένταξης στις 28 Μαρτίου 1977. Λίγους μήνες αργότερα, στις 28 Ιουλίου 1977, μόλις ένα μήνα μετά τις πρώτες ελεύθερες εκλογές, η Ισπανία υπέβαλε και αυτή την αίτησή της. Η απόφαση στηριζόταν σε πρωτοφανή πολιτική συναίνεση στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και στον φόβο ότι τυχόν καθυστέρηση θα την άφηνε πίσω σε σχέση με τους άλλους δύο Νοτιοευρωπαίους.

Γεωπολιτικά σχέδια και οικονομικοί φόβοι

Η ΕΟΚ «διευρύνει» τη δημοκρατία στην Ευρώπη-2
Λισσαβώνα, 12.6.1985. Ο πρωθυπουργός Μάριο Σοάρες υπογράφει τη συμφωνία ένταξης της Πορτογαλίας στην ΕΟΚ. [ASSOCIATED PRESS]

Δεν ήταν μόνο οι αιτούντες που διαμόρφωναν την ατζέντα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά, οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν διστακτικά να βλέπουν τη διεύρυνση ως εγγύηση σταθερότητας και ασφάλειας για τη Νότια Ευρώπη. Η Ουάσιγκτον αντιλαμβανόταν ότι το κύμα αντιαμερικανισμού που διαπερνούσε την περιοχή περιόριζε δραστικά τα περιθώρια άμεσης παρέμβασης. Το τραύμα του Βιετνάμ και το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ είχαν αποδυναμώσει την προεδρική εξουσία, ενώ το Κογκρέσο διεκδικούσε πλέον πιο ενεργό ρόλο στη χάραξη  εξωτερικής πολιτικής.

Δύσκολη απόφαση – Η Γαλλία του Ζισκάρ ντ’ Εστέν ανησυχούσε για την επίπτωση της διπλής ένταξης στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και το 1980 ζήτησε «παύση» των διαπραγματεύσεων. Η λύση ήρθε μόνο όταν η Δυτική Γερμανία αποδέχθηκε μεγαλύτερο οικονομικό βάρος και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδίασε τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα.

Η κυβέρνηση του Τζέραλντ Φορντ δεν διέθετε την ευελιξία των προηγούμενων περιόδων. Το αμερικανικό εμπάργκο όπλων προς την Τουρκία, μετά την εισβολή στην Κύπρο, κατέδειξε πόσο εύκολα οι ΗΠΑ μπορούσαν να βρεθούν «παραλυμένες εις βάρος του ΝΑΤΟ». Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η ένταξη των νοτιοευρωπαϊκών δημοκρατιών στην ΕΟΚ άρχισε να παρουσιάζεται και από αμερικανικής πλευράς ως έμμεσο αλλά αποτελεσματικό μέσο εσωτερικής σταθεροποίησης, ένας τρόπος ενίσχυσης της δυτικής συνοχής, χωρίς την ανάγκη αμερικανικής εμπλοκής.

Μακρόχρονη διελκυστίνδα

Παρά την πολιτική βούληση, οι οικονομικές και θεσμικές αντιστάσεις ήταν υπαρκτές. Η Γαλλία του Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν ανησυχούσε για την επίπτωση στην Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Το 1980 ζήτησε «παύση» των διαπραγματεύσεων. Η Μαδρίτη αντέδρασε, συνδέοντας την ένταξή της με τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ. Η απόπειρα πραξικοπήματος του Αντόνιο Τεχέρο το 1981 ενίσχυσε δραματικά το επιχείρημα ότι η ευρωπαϊκή ένταξη αποτελούσε πολιτική αναγκαιότητα. Η λύση ήρθε μόνο όταν η Δυτική Γερμανία αποδέχθηκε μεγαλύτερο οικονομικό βάρος και η επιτροπή σχεδίασε τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα. Παράλληλα, η κυβέρνηση του Φελίπε Γκονζάλες αξιοποίησε τη σύνδεση με το ΝΑΤΟ ως διαπραγματευτικό χαρτί.

Τελικά, η ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην ΕΟΚ την 1η Ιανουαρίου 1986 δεν υπήρξε προϊόν ομαλών διαπραγματεύσεων, αλλά αποτέλεσμα μιας μακράς διελκυστίνδας ανάμεσα σε οικονομικούς φόβους, αγροτικά συμφέροντα, θεσμικές αδυναμίες και, πάνω απ’ όλα, την επίγνωση ότι η δημοκρατία στον ευρωπαϊκό Νότο δεν είχε ακόμη εδραιωθεί. Η Ευρώπη δεν άνοιξε την πόρτα μόνο για λόγους αγοράς ή κανονισμών. Την άνοιξε επειδή θεώρησε ότι η πολιτική σταθερότητα και η δημοκρατική εδραίωση άξιζαν το κόστος. Η διεύρυνση εκείνης της περιόδου μας υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά οικονομικό σχέδιο. Ηταν –και παραμένει– ένα πολιτικό εγχείρημα, στο οποίο οι θεσμοί χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία για να στηρίξουν δημοκρατίες που δεν είχαν ακόμη ριζώσει.
 
*Η κ. Ειρήνη Καραμούζη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Sheffield.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT