Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ήδη από το 1797, όταν πρόεδρος ήταν ο Τζ. Ουάσιγκτον, διατηρούσαν προξενικές σχέσεις με το παπικό κράτος. Από το 1848, δε, αναπτύχθηκαν περαιτέρω διπλωματικές σχέσεις –όχι βέβαια σε επίπεδο πρέσβεων–, καθώς είχε αναγνωριστεί η ιδιότητα του Πάπα ως αρχηγού κράτους. Αυτές οι σχέσεις, ωστόσο, τερματίστηκαν στις 28 Φεβρουαρίου 1867, όταν το Κογκρέσο ψήφισε νομοθεσία που απαγόρευε οποιαδήποτε μελλοντική χρηματοδότηση διπλωματικών αποστολών των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αγία Εδρα.
Η απόφαση αυτή αντανακλούσε σε μεγάλο βαθμό το αυξανόμενο αίσθημα εναντίον του καθολικισμού στην αμερικανική κοινωνία. Εκτός από το ζήτημα των υπευθύνων της συνωμοσίας που είχε στόχο τη δολοφονία του Αβραάμ Λίνκολν, υπήρχε επίσης ο ισχυρισμός ότι ο Πάπας είχε απαγορεύσει την τέλεση προτεσταντικών θρησκευτικών λειτουργιών στην κατοικία του Αμερικανού εκπροσώπου. Οι διπλωματικές σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Αγία Εδρα είχαν πλέον διακοπεί. Από το 1908, μάλιστα, σύμφωνα με το αποστολικό καταστατικό του Πάπα Πίου Ι΄, η Propaganda Fide, η Επιτροπή του Βατικανού που ήταν επιφορτισμένη να οργανώσει την ιεραποστολική δράση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, δεν θα επόπτευε την Καθολική Εκκλησία στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, παρά τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων, δεν ήταν λίγοι οι Αμερικανοί πρόεδροι που όρισαν προσωπικούς απεσταλμένους για επισκέψεις στην Αγία Εδρα σε διάφορες περιόδους. Σκοπός τους ήταν η πραγματοποίηση συζητήσεων πάνω σε διεθνή ανθρωπιστικά και πολιτικά ζητήματα. Πρώτο τέτοιο παράδειγμα κυβερνητικού αξιωματούχου που συνέβαλε στην ομαλοποίηση των σχέσεων με την Αγία Εδρα, υπήρξε ο Τζέιμς Φάρλεϊ. Πιο συγκεκριμένα, το 1933, απέπλευσε για την Ευρώπη με το ιταλικό υπερωκεάνιο «Conte di Savoia». Στην Ιταλία, ο Φάρλεϊ έγινε δεκτός από τον Πάπα Πίο ΙΑ΄ και είχε δείπνο με τον καρδινάλιο Πατσέλι, ο οποίος θα τον διαδεχόταν στο παπικό αξίωμα έξι χρόνια αργότερα.
Αλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε ο Μάιρον Τσαρλς Τέιλορ από το 1939 έως το 1950. Προσωπικούς απεσταλμένους όρισαν επίσης οι Νίξον, Φορντ, Κάρτερ και Ρέιγκαν. Δεν ήταν όμως μόνο αξιωματούχοι που έρχονταν σε επαφή με τον Πάπα. Αρκετοί είναι και οι Αμερικανοί πρόεδροι, όπως ο Τρούμαν, οι οποίοι –συνήθως μαζί με τις συζύγους τους– επισκέφτηκαν το Βατικανό κατά τη διάρκεια της προεδρίας τους. Παρ’ όλα αυτά, σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχαν διαφωνίες στο εσωτερικό της χώρας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του πρώην στρατηγού Μαρκ Γ. Κλαρκ, ο οποίος είχε οριστεί απεσταλμένος των Ηνωμένων Πολιτειών στη Αγία Εδρα από τον πρόεδρο Τρούμαν.
Τον Ιανουάριο του 1952, όμως, θα αποσυρόταν ύστερα από τις έντονες διαμαρτυρίες του γερουσιαστή Τομ Κόναλι από την Πολιτεία του Τέξας και διάφορων προτεσταντικών ομάδων. Σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον μέχρι και την προεδρία Κένεντι, το Βατικανό θεωρούνταν κάτι τελείως ξένο προς τις ΗΠΑ.
Χαρακτηριστικό είναι και το βιβλίο «Αμερικανική Ελευθερία και Καθολική Δύναμη» του Πολ Μπλάσαρντ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1949 γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Το εν λόγω βιβλίο παρουσίαζε το Βατικανό ως έναν αντιδημοκρατικό θεσμό, ισχυρό και επικίνδυνο για την αμερικανική κοινωνία. Η επανέναρξη των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Αγίας Εδρας συνέβη αρκετά χρόνια αργότερα – στις 10 Ιανουαρίου 1984. Αυτή τη φορά, η αντίθεση του Κογκρέσου και των προτεσταντικών ομάδων υπήρξε αδύναμη. Δύο μήνες αργότερα, στις 7 Μαρτίου 1984, η Γερουσία όρισε ως πρώτο πρέσβη των ΗΠΑ στην Αγία Εδρα τον Ουίλιαμ Α. Ουίλσον, ο οποίος είχε διατελέσει προσωπικός απεσταλμένος του προέδρου Ρέιγκαν από το 1981.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

