Η δημιουργία μιας πολιτικής οργάνωσης βασισμένης στην εργατική τάξη ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς από αλληλένδετες και ταυτόχρονα σύνθετες ιστορικές διαδικασίες, όπως η ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας, οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του 1867 και του 1884, οι οποίες έδωσαν δικαίωμα ψήφου στους άνδρες εργάτες και παράλληλα αύξησαν την εκλογική δύναμη της εργατικής τάξης, καθώς και η εμφάνιση των μαρξιστικών και σοσιαλιστικών ιδεών.
Κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, παρότι υπήρχε έως τότε συμμαχία μεταξύ συνδικαλιστών ηγετών, ψηφοφόρων της εργατικής τάξης και του Φιλελεύθερου Κόμματος, προέκυψαν μια σειρά προβλήματα. Eνα από τα πιο σημαντικά ήταν η «ακαμψία» που επέδειξαν οι φιλελεύθερες ενώσεις ως προς την παραχώρηση περισσότερης «δύναμης» στους συνδικαλιστές. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί ηγέτες των εργαζομένων αποσχίστηκαν από το Φιλελεύθερο Κόμμα όταν τους αρνήθηκε την υποψηφιότητα για το Κοινοβούλιο. Το 1892, για παράδειγμα, ο Σκωτσέζος μεταλλωρύχος Κιρ Χάρντι εξελέγη στο Κοινοβούλιο ως ανεξάρτητος εκπρόσωπος των εργαζομένων, ενώ λίγο πριν το Φιλελεύθερο Κόμμα είχε αρνηθεί την υποψηφιότητά του. Το επόμενο έτος σχηματίστηκε το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα, του οποίου στόχος ήταν να στείλει στο Κοινοβούλιο εκπροσώπους της εργατικής τάξης που ήταν ανεξάρτητοι.
Παρότι, όμως, είχε ορισμένα «δυνατά» ονόματα, παρέμενε αδύναμο. Παράλληλα, την εποχή αυτή, είχε αποδειχθεί απαραίτητη μια πιο συγκροτημένη πολιτική οργάνωση που να αναφέρεται άμεσα στους εργάτες, καθώς οι εργοδότες είχαν ιδρύσει τις δικές τους εθνικές ομοσπονδίες ώστε να αντιταχθούν στις συνδικαλιστικές απαιτήσεις και τις εργατικές κινητοποιήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, το φθινόπωρο του 1899, το Συνέδριο των Συνδικάτων εξέτασε ψήφισμα για ειδική συνάντηση συνδικάτων, συνεταιρισμών και σοσιαλιστικών οργανώσεων με στόχο τον σχεδιασμό μιας ενιαίας παρέμβασης για την εκλογή εκπροσώπων των εργατών στο Κοινοβούλιο.
Τελικά, ύστερα από έντονες συζητήσεις, η συγκεκριμένη πρόταση εγκρίθηκε. Η Επιτροπή Εκπροσώπησης των Εργατικών συστάθηκε σε συνεδρίαση στο Λονδίνο στις 27 Φεβρουαρίου 1900. Παρόντες ήταν 129 αντιπρόσωποι, εκ των οποίων οι 65 εκπροσώπησαν συνδικάτα με πάνω από 550 χιλιάδες μέλη, και οι υπόλοιποι τις διάφορες σοσιαλιστικές ενώσεις με λιγότερα από 25 χιλιάδες μέλη. Εξελέγη μια δωδεκαμελής επιτροπή με επτά συνδικαλιστές και πέντε σοσιαλιστές. Επρόκειτο, στην πραγματικότητα, για την πρώτη εμφάνιση του Εργατικού Κόμματος της Βρετανίας.
Ωστόσο, όταν έξι μήνες αργότερα πραγματοποιήθηκαν γενικές εκλογές, τα αποτελέσματα δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικά –καθώς δεν υπήρχαν ούτε χρόνος ούτε χρήματα– και μόνο δύο υποψήφιοι κατάφεραν να εκλεγούν. Ταυτόχρονα, υπήρξε ένταση μεταξύ των σοσιαλιστών και των παραδοσιακών υποστηρικτών του Φιλελεύθερου Κόμματος. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να σημάνει το τέλος του νέου πολιτικού μορφώματος, αν δεν εξελισσόταν μια νέα επίθεση ενάντια στα δικαιώματα των εργαζομένων και των συνδικάτων. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 1901, η Βουλή των Λόρδων εξέδωσε την περίφημη απόφασή της για την υπόθεση της εταιρείας σιδηροδρόμων Taff Vale, η οποία όχι μόνο επιβεβαίωσε τον περιορισμό των πικετοφοριών –των (πολιτικών) διαμαρτυριών με πλακάτ–, αλλά διακήρυξε ότι τα συνδικάτα θα ήταν εκείνα που θα πλήρωναν τις οικονομικές ζημίες που είχαν προκληθεί από τις απεργιακές κινητοποιήσεις. Η στροφή που σηματοδότησε αυτό το γεγονός άρχισε με το πέρασμα του χρόνου να γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Μέχρι τις γενικές εκλογές του 1906, η Επιτροπή Εκπροσώπησης των Εργατικών ήταν πια σε θέση να διεξαγάγει μια επιδέξια εκστρατεία με πενήντα υποψηφίους. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η εκλογή είκοσι εννέα υποψηφίων στη Βουλή των Κοινοτήτων. Τότε είναι που πήρε και επίσημα την ονομασία Εργατικό Κόμμα. Το 1924, δε, κέρδισε τις εκλογές, και ο Ράμσεϊ ΜακΝτόναλντ έγινε ο πρώτος πρωθυπουργός των Εργατικών.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
