Καθοριστικός σταθμός για τη μετεξέλιξη της Φιλικής Εταιρείας σε μια οργάνωση η οποία θα προετοίμαζε μια εθνική επανάσταση κατά της οθωμανικής εξουσίας υπήρξε η μύηση του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Στις 12 Απριλίου 1820 ο Φαναριώτης πρίγκιπας και αξιωματικός του αυτοκρατορικού ρωσικού στρατού ανέλαβε την ηγεσία της Εταιρείας υπό τον τίτλο του «γενικού εφόρου», λαμβάνοντας το συνθηματικό όνομα «Καλός» και τα στοιχεία «ΑΡ» για την αλληλογραφία του.
Ο Υψηλάντης επιδόθηκε αμέσως στο έργο της οργάνωσης της Εταιρείας, επιδεικνύοντας πνεύμα συνεργασίας με τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη της. Επιθυμώντας να διαμορφώσει από κοινού με τους Φιλικούς το σχέδιο της επικείμενης επανάστασης, τον Οκτώβριο του 1820 ο Υψηλάντης συγκάλεσε μια σύσκεψη των στελεχών της Εταιρείας στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας.
Οι συμμετέχοντες στο συμβούλιο αποφάσισαν να οριστεί η Πελοπόννησος ως το κέντρο των επαναστατικών δράσεων, γεγονός που θα πραγματοποιείτο με την κάθοδο του Υψηλάντη στην περιοχή. Η κάθοδος του αρχηγού της Εταιρείας δεν θα γινόταν αποκλειστικά μέσω θαλάσσης με καράβι από το Ισμαήλιο, αλλά διά ξηράς μέχρι την Τεργέστη και από εκεί με πλοίο των Φιλικών μέχρι τη Μάνη.
Οσον αφορά τις Ηγεμονίες, εγκρίθηκε η πρόταση κάποιων Φιλικών να πραγματοποιηθεί μια εξέγερση στην περιοχή από τα μισθοφορικά σώματα της περιοχής, με αρχηγούς τους Γεωργάκη Ολύμπιο και Σάββα Φωκιανό σε συνεργασία με τον Τουντόρ Βλαδιμηρέσκου. Οπως και στα προηγούμενα σχέδια των Φιλικών (με εξαίρεση το «Σχέδιο Σάββα»), ο ρόλος της εξέγερσης στη Μολδοβλαχία ήταν ήσσονος σημασίας και εξυπηρετούσε τον σκοπό της δημιουργίας αντιπερισπασμών σε περιφερειακά μέτωπα για τη διάσπαση των οθωμανικών δυνάμεων καταστολής.
Λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση των συζητήσεων των Φιλικών στο Ισμαήλιο, η πληροφορία περί προδοσίας των μυστικών της Εταιρείας αποτέλεσε την αφορμή για την άμεση κινητοποίηση του επιτελείου του Υψηλάντη, ο οποίος έδωσε εντολή να κηρυχθεί πρόωρα η Επανάσταση στις 15 Νοεμβρίου του 1820. Η απόφαση αυτή ελήφθη στις 24 Οκτωβρίου του 1820 στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας και η διαταγή για πρόωρη επανάσταση ίσχυε έως την 1η Νοεμβρίου.
Η πληροφορία για προδοσία προήλθε, όπως αναφέρει ο Φιλήμων, από τον Φωκιανό. Ο Σάββας, απ’ ό,τι φαίνεται, μετέφερε τον εκνευρισμό του στον Υψηλάντη, ο οποίος, θεωρώντας ότι δεν υπήρχε καταλληλότερη στιγμή για την κήρυξη της επανάστασης, καθότι δεν είχε προλάβει να κινητοποιηθεί ακόμα ο οθωμανικός κατασταλτικός μηχανισμός, αποφάσισε να κηρύξει την Επανάσταση στις Ηγεμονίες παρά την ατέλεια στις προετοιμασίες. Οταν η εντολή για πρόωρη έναρξη της Επανάστασης ακυρώθηκε από τον Υψηλάντη, επανήλθαν σε ισχύ οι αποφάσεις του Συμβουλίου του Ισμαηλίου.
Ο Υψηλάντης πέρασε τους επόμενους μήνες οργανώνοντας την επανάσταση από την περιοχή της Βεσσαραβίας. Διάφορες απρόοπτες εξελίξεις, όπως η πρόωρη κήρυξη της εξέγερσης των ντόπιων Ρουμάνων από τον Βλαδιμηρέσκου και η σύλληψη από τις οθωμανικές αρχές Φιλικών, οι οποίοι κόμιζαν πολύτιμα έγγραφα για τη δράση της Εταιρείας, υποχρέωσαν τον Φαναριώτη πρίγκιπα να επισπεύσει την κήρυξη της επανάστασης. Στις 16 Φεβρουαρίου 1821 ο Υψηλάντης έλαβε την απόφαση για την άμεση έναρξη των επιχειρήσεων και τις επόμενες ημέρες καταπιάστηκε με το επιτελείο του με τις τελευταίες προπαρασκευές και τη συγγραφή των επαναστατικών προκηρύξεων.
Το βράδυ της 21ης Φεβρουαρίου ο Υψηλάντης αναχώρησε από το Κισνόβι με κατεύθυνση τα ρωσο-οθωμανικά σύνορα στον Προύθο, συνοδευόμενος από τους αδερφούς του Νικόλαο και Γεώργιο, τον Γεώργιο Μάνο, τον Γεώργιο Καντακουζηνό, καθώς και μερικούς ακόμα συντρόφους του. Το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου 1821 ο Υψηλάντης, ενδεδυμένος τη στολή του αξιωματικού του ρωσικού στρατού, και η συνοδεία του διέβησαν τον παγωμένο από το δριμύ ψύχος εκείνου του χειμώνα ποταμό Προύθο εισερχόμενος σε οθωμανικά εδάφη, στην αυτόνομη φόρου υποτελή Ηγεμονία της Μολδαβίας. Στο μολδαβικό έδαφος τον υποδέχθηκε η φρουρά του μυημένου στην Εταιρεία πρίγκιπα της Ηγεμονίας Μιχαήλ Σούτσου, η οποία τον συνόδευσε έως το Ιάσιο. Η πρώτη ενέργεια για την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης είχε μόλις πραγματοποιηθεί.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης,Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
