«Εδώ στα άγρια βουνά ακόμα άρχισε να φαίνεται η άνοιξη. Πολύ ευχάριστο πράγμα γιατί θα γλιτώσουμε από το κρύο και θα ρίξουμε στη θάλασσα αυτούς τους άθλιους». Με αυτά τα λόγια ο Κωνσταντίνος Κλαμπατσέας έκλεισε την επιστολή που έστειλε στις 25 Μαρτίου 1941 από το αλβανικό μέτωπο στη μητέρα του. Είναι τα λόγια ενός πατριώτη ο οποίος πολέμησε για την Ελλάδα αλλά δεν πρόλαβε να τη δει ελεύθερη διότι εκτελέστηκε από τους ναζί στην Καισαριανή.
Ο Κωνσταντίνος Κλαμπατσέας γεννήθηκε το 1916 και καταγόταν από τη Σαΐδόνα της Μεσσηνίας. Ηταν ένας από τους 200 που στάθηκαν αγέρωχοι απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα την Πρωτομαγιά του 1944 και επανέρχονται στο προσκήνιο μέσα από τις εικόνες-ντοκουμέντα της συλλογής Χόιερ. Η «Κ» φέρνει στο φως κάποιες από τις επιστολές του προς την οικογένειά του που εστάλησαν στην τελευταία φάση του ελληνο-ιταλικού πολέμου, όταν υπηρετούσε στο 6ο Σύνταγμα Πεζικού.

«Μας παρενοχλεί συνεχώς το πυρ του δειλού μας αντιπάλου»
Οσα γράφει τα έγραψαν στις δικές τους επιστολές και δεκάδες χιλιάδες άλλοι Ελληνες στρατιώτες που πολέμησαν στην Αλβανία, αποδεικνύοντας το φρόνημα και την πίστη στη νίκη επί των στρατευμάτων του Μουσολίνι. «Πήρα τα γράμματά σας και τα δελτάρια και χάρηκα γιατί είστε καλά. Εγώ το ίδιο, χαίρω άκρας υγείας αν και αυτές τις ημέρες μας παρενοχλεί συνεχώς το πυρ του δειλού μας αντιπάλου. Είμαι καλά, μένετε ήσυχη», γράφει στις 23 Μαρτίου.
Σε αυτές τις ολιγόλογες επιστολές, αποκαλύπτονται και κάποιες μικρές χαρές εκείνης της περιόδου. «Σήμερα που σας γράφω έχει μια εξαιρετική λιακάδα, με την ησυχία δε που έχουμε αποφάσισα με ένα φίλο μου να πάμε να λουστούμε στο ποτάμι και να πλύνουμε», γράφει από «κάπου στην Αλβανία» στις 8 Φεβρουαρίου 1941 και προσθέτει: «Ευτυχώς ο χειμώνας δεν είναι σκληρός όπως άλλα χρόνια όπως μας λένε οι κάτοικοι εδώ κι έτσι με αυτά τα μάλλινα που έχουμε εφοδιαστεί μπορούμε και αντιμετωπίζουμε την κατάσταση».
Ηταν ένα μυθικό πρόσωπο για την περιοχή του και τους κατοίκους της. Και μόνο που είχε καταφέρει να μπει στη Νομική ήταν μεγάλο κατόρθωμα εκείνη την εποχή. Επίσης ήταν ένας πολύ ψηλός και ευθυτενής άνθρωπος ο οποίος ήταν καλοχτενισμένος και έβαζε μπριγιαντίνη στα μαλλιά του. Δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που έμοιαζε σαν να είχε μεγαλώσει σε χωριό.
Δεκαετίες αργότερα, ο Παναγιώτης Κλαμπατσέας θα διάβαζε τις επιστολές και θα μάθαινε όλη την ιστορία από τις αφηγήσεις του πατέρα του, ο οποίος ήταν πρώτος ξάδελφος του Κωνσταντίνου Κλαμπατσέα. Το πρώτο πράγμα που λέει στην «Κ» είναι ότι κανείς δεν τον αποκαλούσε Κωνσταντίνο ή Κώστα. «Για όλους ήταν ο Ντίνος», τονίζει και τον περιγράφει ως «ένα μυθικό πρόσωπο για την περιοχή του και τους κατοίκους της. Και μόνο που είχε καταφέρει να μπει στη Νομική ήταν μεγάλο κατόρθωμα εκείνη την εποχή. Επίσης ήταν ένας πολύ ψηλός και ευθυτενής άνθρωπος ο οποίος ήταν καλοχτενισμένος και έβαζε μπριγιαντίνη στα μαλλιά του. Δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που έμοιαζε σαν να είχε μεγαλώσει σε χωριό».

Η ελευθερία δεν κράτησε πολύ
Η δικτατορία του Μεταξά βρήκε τον Κωνσταντίνο Κλαμπατσέα στην Αθήνα να σπουδάζει στη Νομική. Εκείνη την περίοδο εντάχθηκε στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδος (ΟΚΝΕ) και ανέλαβε οργανωτικό ρόλο. Οταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1940 πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του μετά την εισβολή των ναζί και τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας, αλλά η ελευθερία του δεν κράτησε πολύ.
«Στις 7 Σεπτεμβρίου 1941 συνελήφθη ως κομμουνιστής με εντολή της καραμπινιερίας της Καλαμάτας», λέει ο Παναγιώτης Κλαμπατσέας και μιλά για τη διαδρομή που έκανε ο συγγενής του σε φυλακές και στρατόπεδα, από την Αίγινα, στην Ακροναυπλία, στη Λάρισα και τελικά στο Χαϊδάρι. «Οταν ήταν κρατούμενος στην Αίγινα τον χτύπησε ένας φρουρός μέχρι που μάτωσε. Ο Ντίνος του απάντησε “πρόσεχε μη λερωθείς” εννοώντας ότι το αίμα του κομμουνιστή θα “λέρωνε” τον φρουρό του», λέει ο Παναγιώτης Κλαμπατσέας.

Ο κ. Κλαμπατσέας λέει ότι αρκετά πράγματα για τη δράση του Κωνσταντίνου Κλαμπατσέα δεν έφτασαν ποτέ στα αυτιά του γιατί ο πατέρας του δεν μιλούσε πολύ. «Είχε μεγαλώσει σε ένα κλίμα τρομοκρατίας και φόβου στο οποίο αυτές οι συζητήσεις ήταν ταμπού. Η Σαϊδόνα είναι ένα χωριό που είχε δεινοπαθήσει εκείνη την περίοδο», λέει. Αυτό που γνωρίζει σίγουρα ήταν η μεγάλη αγάπη που έδειχνε στα μέλη της οικογένειάς του και κυρίως στην αδελφή του, τη Χαρίκλεια, η οποία ήταν εκ γενετής τυφλή. «Εδωσε μάχη για να της δοθεί μια σύνταξη και μια αποζημίωση», λέει ο κ. Κλαμπατσέας.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η οικογένεια του Κωνσταντίνου Κλαμπατσέα έδωσε το αίμα της στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κ. Κλαμπατσέας μιλάει για τον Ηλία Νοέα ο οποίος ήταν αδελφός της μητέρας του Κωνσταντίνου Κλαμπατσέα. Ως ηγετικό στέλεχος της Νέας Φιλικής Εταιρείας Καλαμάτας έλαβε μέρος στην αντίσταση και ήταν ένας από τους κατοίκους της Σαϊδόνας που απέκρουσαν την επίθεση των Ιταλών στο χωριό στις 27 Μαρτίου 1942. Οι Ιταλοί επανήλθαν με ενισχυμένες δυνάμεις, έκαψαν περιουσίες και αιχμαλώτισαν κατοίκους.
Αυτή η γυναίκα έχασε έναν γιο και έναν αδελφό στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Για να αποφευχθούν χειρότερα αντίποινα, ο Νοέας και άλλοι αντάρτες παραδόθηκαν πιστεύοντας τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν για αμνηστία. Ο Ηλίας Νοέας εκτελέστηκε στις 13 Μαΐου 1942, ενώ οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. «Αυτή η γυναίκα έχασε έναν γιο και έναν αδελφό στο εκτελεστικό απόσπασμα», λέει ο κ. Κλαμπατσέας.

Σήμερα η Σαϊδόνα δεν έχει ξεχάσει τον Κωνσταντίνο Κλαμπατσέα. Ο αδελφός του Νίκος άφησε στην κοινότητα ένα ακίνητο το οποίο μετατράπηκε στο «Μουσείο και Βιβλιοθήκη του Συλλόγου των Απανταχού Σαϊδονιτών». Το μουσείο φιλοξενεί ιστορικά κειμήλια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που σχετίζονται με το χωριό αλλά και εκθέματα για τη ζωή και τη δράση του Κωνσταντίνου Κλαμπατσέα.

