Η εγκατάλειψη του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών το 1971 και το ξέσπασμα των πετρελαϊκών κρίσεων το 1973 και το 1979 οδήγησαν σε στασιμοπληθωρισμό, περίπου μηδενική άνοδο της παραγωγής με παράλληλη άνοδο τιμών, και τις δυτικές οικονομίες στη συνειδητοποίηση ότι απαιτείται διεθνής συνεννόηση για την αντιμετώπιση αυτής της πρωτόγνωρης κατάστασης και πιθανώς αλλαγή μείγματος της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής. Αλλεπάλληλες διακυβερνητικές σύνοδοι ασχολήθηκαν με τη βραχυχρόνια επίλυση προβλημάτων και τη χάραξη μακροχρόνιου προγραμματισμού.
Η απόπειρα συντονισμού αρχικά δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής και πήρε τουλάχιστον μία δεκαετία για να επικρατήσει συναίνεση, καθώς παντού κυριαρχούσε μεγάλη και επίμονη ανεργία, ενώ ταυτόχρονα αυξάνονταν τα δημόσια ελλείμματα και διευρύνονταν τα ελλείμματα ισοζυγίου πληρωμών.
Αντεξε δύο χρόνια – Βάσει του σταθεροποιητικού προγράμματος, η δραχμή υποτιμήθηκε κατά 15% και άρχισε ο εκσυγχρονισμός του τραπεζικού συστήματος. Το 1987, οπότε το πρόγραμμα δυστυχώς εγκαταλείφθηκε οριστικά, το έλλειμμα του προϋπολογισμού είχε μειωθεί από το 11,6% του ΑΕΠ το 1985, στο 9,6%.
Τελικά, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, κυρίως σε Βρετανία και ΗΠΑ, κυριάρχησαν ιδέες απελευθέρωσης των αγορών με τον έλεγχο της προσφοράς χρήματος και τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών και του κράτους πρόνοιας. Με τις συμφωνίες Plaza (22 Σεπτεμβρίου 1985) και Λούβρου (22 Φεβρουαρίου 1987) επανήλθε η παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση σε μια σχετική σταθερότητα.
Το οικονομικό όραμα του Ανδρ. Παπανδρέου
Οσο εξελίσσονταν διεθνώς τα παραπάνω, η Ελλάδα επικεντρώθηκε στην προσπάθεια προσχώρησης στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες προκειμένου να ενταχθεί γεωπολιτικά σε έναν ευρύτερο πολιτικό και οικονομικό χώρο που θα επικουρούσε τις εθνικές προσπάθειες για αμυντική θωράκιση, περιφερειακή ανάπτυξη και συμπεριληπτική πολιτική. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε το 1981 λίγους μήνες πριν από την πολιτική μετακίνηση της χώρας από την Κεντροδεξιά στην Κεντροαριστερά, που έκανε τον Ανδρέα Παπανδρέου πρωθυπουργό.
Ο Παπανδρέου είχε ένα όραμα μετασχηματισμού της οικονομίας, που ξεκινούσε από την πολιτική εξάρτηση και την άνιση ανταλλαγή στο διεθνές εμπόριο του Νότου –της περιφέρειας– από τον Βορρά, τη μητρόπολη. Η οικονομία έπρεπε να σχεδιαστεί από την κοινότητα έως το κεντρικό κράτος συγκρουόμενη με το «κατεστημένο» και επιφέροντας την «αλλαγή» στην ελληνική οικονομία. Σε αυτόν τον αγώνα έπρεπε να αυξηθεί η «κοινωνική κατανάλωση», να «κοινωνικοποιηθεί» το τραπεζικό σύστημα και να ελέγχεται κεντρικά το εξωτερικό εμπόριο, ώστε να παραμένει η εθνική οικονομία απρόσβλητη από τις παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες.
Ετσι, και σε αντίθεση με τις τάσεις που επικρατούσαν την εποχή εκείνη παγκοσμίως, το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση υποκατέστησε την ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα με τις δημόσιες δαπάνες και τις μεταβιβαστικές πληρωμές. Κατά τα έτη 1981-83 δόθηκαν υψηλές μισθολογικές αυξήσεις εν μέσω ύφεσης. Καταβλήθηκαν προσπάθειες για τη μεταρρύθμιση των υφιστάμενων διαύλων μεσαζόντων και διαμεσολαβητών που κυριαρχούσαν στο εσωτερικό εμπόριο, με οριακή επιτυχία. Για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας αυξήθηκε το δημόσιο χρέος. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα απαίτησε από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες χρηματοδότηση της περιφερειακής ανάπτυξης, που ξεκίνησε άμεσα με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα.
Αύξηση χρέους, μείωση επενδύσεων
Για τον καλύτερο συντονισμό της οικονομικής και ειδικά της νομισματικής πολιτικής χρίστηκε ο Γεράσιμος Αρσένης ταυτόχρονα υπουργός Εθνικής Οικονομίας και διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Σκοπός της πολιτικής αρχικά διακηρύχθηκε η αποτελεσματικότερη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ώστε να μπορούν να πραγματοποιηθούν οι ευρύτεροι στόχοι της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής. Σύντομα όμως στόχος έγινε η σταθεροποίηση της οικονομίας, ο έλεγχος του πληθωρισμού και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Το ποσοστό ανόδου τιμών το 1981 ήταν 24,5% και έμεινε κοντά στο 20% την επόμενη πενταετία. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης εκτινάχθηκε από 2,6% του ΑΕΠ το 1980 στο 8,7% το 1981 και στο 11,6% το 1985. Η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής συνέπεσε με την κατάργηση της Νομισματικής Επιτροπής και τη μεταφορά ορισμένων αρμοδιοτήτων της εκτός κεντρικής τράπεζας. Η αύξηση της προσφοράς χρήματος Μ3 ήταν 35,7% το 1981, 28% το 1982 και 29,6% το 1984.

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ισοζυγίου πληρωμών επιβλήθηκε τον Ιανουάριο του 1983 ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα, που περιελάμβανε την υποτίμηση της δραχμής κατά 16% ως προς το δολάριο και 15% ως προς το ECU. Η προσπάθεια αυτή δεν είχε μακροχρόνια θετική επίδραση στην οικονομία, που άλλωστε σχετιζόταν με την προσαρμογή της χώρας σε ένα πιο ανοικτό και ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Από την άλλη πλευρά, η πλήρης προσχώρηση της χώρας στην Ενωμένη Ευρώπη που είχε επιδεινώσει το εμπορικό ισοζύγιο (από 4.342,8 εκατ. δολάρια το 1978 το έλλειμμα έφθασε στα 6.696,8 εκατ. δολάρια το 1981 και στα 6.267,9 εκατ. το 1985), καθώς και η αύξηση του κόστους που επήλθε από την άνοδο του ελάχιστου κατώτατου ημερομισθίου κατά 32% το 1982 επέτειναν τα χρηματοοικονομικά προβλήματα πολλών εταιρειών και οδήγησαν στην εμφάνιση του φαινομένου των «προβληματικών επιχειρήσεων».
Με τους νόμους 1365/83 και 1386/83 επιχειρήθηκε μια κατ’ αρχάς διαχείριση των κοινωνικοποιημένων αυτών επιχειρήσεων με ευνοϊκές μεν συνέπειες στη διατήρηση της απασχόλησης, με δυσμενείς όμως σε ό,τι αφορούσε την κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Την ίδια περίοδο οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ έπεσαν από 19,1% το 1980 σε 17,7% το 1981 και σε 16% το 1984.
Αποδοχή της ΕΟΚ – Η σημαντικότερη συνέπεια του προγράμματος ήταν ότι οι προ του 1981 αντιρρήσεις του Ανδρ. Παπανδρέου για την Ενωμένη Ευρώπη υποχώρησαν πλήρως μπροστά στην ετοιμότητα των Βρυξελλών να συνδράμουν με τα «πακέτα» Ντελόρ και Σαντέρ τη σύγκλιση του Ευρωπαϊκού Νότου με τον
Βορρά.
Πρόσκαιρη βελτίωση της ελληνικής οικονομίας
Τα διογκούμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και ο υψηλός πληθωρισμός οδήγησαν τη δεύτερη κυβέρνηση Παπανδρέου, με αρμόδιο υπουργό τον Κώστα Σημίτη, να εφαρμόσει τον Οκτώβριο του 1985 σταθεροποιητικό πρόγραμμα, το οποίο υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Με το πρόγραμμα αυτό, τον Οκτώβριο του 1985 υποτιμήθηκε εκ νέου η δραχμή κατά 15%, ενώ περικόπηκαν οι δημόσιες δαπάνες για το 1986 και επιβλήθηκε «πάγωμα» μισθών. Η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών έπαψε να περιλαμβάνει τον «εισαγόμενο πληθωρισμό», ενώ η «πράσινη δραχμή», εκείνη των ευρωπαϊκών ενισχύσεων προς τον αγροτικό τομέα, διαφοροποιήθηκε από την αξία της επίσημης ισοτιμίας.
Το πρόγραμμα αυτό επικουρήθηκε από την πτώση των διεθνών τιμών πετρελαίου και βελτίωσε θεαματικά τους οικονομικούς δείκτες. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού μειώθηκε από το 11,6% του ΑΕΠ το 1985, στο 9,6% το 1987.
Το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1985-87 έθεσε και στόχους παρακολούθησης των νομισματικών μεγεθών. Από τον Μάιο του 1986 ελήφθησαν μέτρα περιορισμού της πιστωτικής επέκτασης, καταργήθηκαν τα «προτιμησιακά» επιτόκια, εισήχθησαν ελάχιστα επιτόκια χορηγήσεων και απελευθερώθηκαν τα επιτόκια στεγαστικών δανείων και η κίνηση κεφαλαίων για αγορά περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό.

Μέριμνα των νομισματικών αρχών ήταν, σε συμφωνία με τη διεθνή τότε πρακτική, ο έλεγχος της προσφοράς του χρήματος με την ευρεία έννοια (Μ3). Μεταξύ των αποτελεσμάτων της ακολουθούμενης πολιτικής ήταν η βαθμιαία μείωση του ποσοστού των καταθέσεων που οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να επενδύσουν σε έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου και επομένως ο δανεισμός του Δημοσίου με έκδοση εντόκων γραμματίων στο μη τραπεζικό κοινό από το 1986-1987.
Αμεση συνέπεια ήταν η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού του Δημοσίου.
Ειδικό βάρος δόθηκε στον εκσυγχρονισμό και στην απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος. Ελήφθησαν μέτρα ανεξαρτητοποίησης των εμπορικών τραπεζών, μέτρα επιτρέποντα την ελεύθερη διάθεση του χαρτοφυλακίου τους. Επετράπη ο ελεύθερος ενδοτραπεζικός δανεισμός και απελευθερώθηκε η διαμόρφωση του ύψους των επιτοκίων δανεισμού.
Η διολίσθηση της δραχμής άρχισε να γίνεται σε ποσοστό χαμηλότερο του πληθωρισμού (πολιτική της «σκληρής δραχμής») και με κριτήριο την εξισορρόπηση περισσοτέρων του ενός στόχων της οικονομικής πολιτικής, σε μια προσπάθεια ελέγχου του πληθωρισμού, αλλά και του διογκούμενου από την υποτίμηση του νομίσματος δημοσίου χρέους. Η πολιτική αυτή συγκράτησε τη μεγάλη διόγκωση του δημοσίου χρέους, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών περιορίστηκε στο 0,8% του ΑΕΠ το 1987.
Αποτίμηση του προγράμματος
Το οικονομικό πρόγραμμα του 1985 πέτυχε να σταθεροποιήσει βραχυπρόθεσμα την ελληνική οικονομία, δυστυχώς όμως εγκαταλείφθηκε μετά το 1987. Η πρόσκαιρη βελτίωση της ελληνικής οικονομίας θεωρήθηκε μονιμότερου χαρακτήρα και η πολιτική διολίσθησε και πάλι σε επεκτατικά μονοπάτια, με αποτέλεσμα την κορύφωση ενός οικονομικού αδιεξόδου το 1990.
Η σημαντικότερη, ωστόσο, συνέπειά του ήταν η πλήρης αποδοχή του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της οικονομίας από το ΠΑΣΟΚ. Οι προ του 1981 αντιρρήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου για την Ενωμένη Ευρώπη υποχώρησαν πλήρως μπροστά στην ετοιμότητα των Βρυξελλών να συνδράμουν με τα «πακέτα» Ντελόρ και Σαντέρ τη σύγκλιση του ευρωπαϊκού Νότου με τον Βορρά. Η οικονομική πολιτική της χώρας άρχισε να εθίζεται στους πόρους των ευρωπαϊκών ταμείων και το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών ξεχάστηκε προσωρινά ως μόνιμος πονοκέφαλος της ελληνικής οικονομικής πολιτικής. Η εμπειρία του 1985-87 καλό θα ήταν να παραμένει παρούσα στην επιστημονική προσέγγιση της πολιτικής στην Ελλάδα, ειδικά μετά την περιπέτεια του 2010-18.
*Ο κ. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ, σύμβουλος στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

