Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, το διεθνές περιβάλλον ευνοούσε τη σύγκληση μιας διάσκεψης των βαλκανικών κρατών για τη σύσφιξη των σχέσεών τους και τη σύναψη συμφωνιών για οικονομική συνεργασία. Την ιδέα για τη διοργάνωση μιας τέτοιας διάσκεψης έθεσε πρώτος ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο οποίος μίλησε για την ανάγκη στενότερης συνεργασίας των βαλκανικών εθνών κατά τη διάρκεια των εργασιών του 27ου Συνεδρίου Ειρήνης στη Γενεύη, το 1928. Οι προτάσεις του Παπαναστασίου για τα Βαλκάνια δεν διέφεραν πολύ από εκείνες του Γάλλου πρωθυπουργού Αριστίντ Μπριάν, ο οποίος το 1929 έθεσε το πλαίσιο για μια ενωμένη Ευρώπη.
Το όραμα του Παπαναστασίου έλαβε σάρκα και οστά τον Οκτώβριο του 1930, όταν συνήλθε η Α΄ Βαλκανική Συνδιάσκεψη στην Αθήνα. Το κλίμα στην ελληνική πρωτεύουσα ήταν πανηγυρικό τις ημέρες των εργασιών της συνόδου. Στην οδό Σταδίου κυμάτιζαν οι σημαίες των έξι βαλκανικών χωρών. Κατά την πρώτη ημέρα των εργασιών, στις 5 Οκτωβρίου, οι αντιπρόσωποι των έξι κρατών έγιναν δεκτοί στη Βουλή, όπου χορωδία έψαλε τον Βαλκανικό Υμνο.

«Ολόγυρα στον Αίμο ένα χορό, θα στήσουμε γειτονοπούλες χώρες, θα πιούμε της αγάπης το νερό, σ’ ολόδροσες πηγές, ειρηνοφόρες. Απάνω απ’ τους βωμούς ένας βωμός, απάνω απ’ τις πατρίδες μια πατρίδα, και με λαχτάρα μια, κοινό σκοπό μιας νέας αυγής θα δούμε την αχτίδα. Στης θέλησής μας πάνω το βουνό, το κάθε εμπόδιο γίνεται συντρίμμι, και μέσα στης ειρήνης τον ναό, ιέρειες η τέχνη και η επιστήμη. Κι η δόξα με τα χέρια της τα δύο, θα πλέκει για την κόμη μας στεφάνια, με ωδές και ύμνους ως τον ουρανό, θα διαλαλή τα αθάνατα Βαλκάνια».
Οι επόμενες Βαλκανικές Συνδιασκέψεις διεξήχθησαν τον Οκτώβριο του 1931 στην Κωνσταντινούπολη και την Αγκυρα, τον Οκτώβριο του 1932 στο Βουκουρέστι και τον Νοέμβριο του 1933 στη Θεσσαλονίκη. Στις εργασίες των τεσσάρων πρώτων συνόδων των βαλκανικών κρατών συζητήθηκαν θέματα συνεργασίας στον οικονομικό και πολιτιστικό τομέα, τα οποία αφορούσαν την ανταλλαγή καθηγητών και φοιτητών των πανεπιστημίων, την ίδρυση ενός ιστορικού βαλκανιολογικού ινστιτούτου και την ίδρυση βαλκανικού εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου.

Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, κατέστη εμφανές ότι τα βαλκανικά κράτη ήταν ευάλωτα στην πολιτική του αναθεωρητισμού αρκετών ευρωπαϊκών κρατών. Η γαλλική πλευρά τότε ευνόησε την υπογραφή ενός Βαλκανικού Συμφώνου για τη διασφάλιση του εδαφικού καθεστώτος στην περιοχή, πρωτοβουλία την οποία ανέλαβε να υλοποιήσει ο υπουργός Εξωτερικών της Ρουμανίας Νικολάε Τιτουλέσκου. Το ενδεχόμενο υπογραφής ενός τέτοιου συμφώνου, όμως, αποτελούσε εμπόδιο για τη Βουλγαρία στο σχέδιο της υλοποίησης των αναθεωρητικών της στόχων.
Ως εκ τούτου, διαφώνησε με τους όρους που τέθηκαν σχετικά με τη σύναψή του. Από την άλλη, η Αλβανία, ούσα εξαρτημένη από την Ιταλία, αρνήθηκε να συμμετάσχει σε έναν φιλογαλλικό συνασπισμό.
Το Βαλκανικό Σύμφωνο υπογράφτηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1934 στην Ακαδημία Αθηνών από τους υπουργούς Εξωτερικών της Ελλάδας (Δημήτριος Μάξιμος), της Τουρκίας (Ρουσδή Αράς), της Γιουγκοσλαβίας (Μπόγκολιουμπ Γέφτιτς) και της Ρουμανίας (Νικολάε Τιτουλέσκου).
Το Σύμφωνο διακήρυττε τη διατήρηση του εδαφικού καθεστώτος στα Βαλκάνια παρέχοντας εγγυήσεις για την ασφάλεια των ενδοβαλκανικών συνόρων, όχι όμως και των εξωβαλκανικών (π.χ. Ιταλίας – Γιουγκοσλαβίας ή Τουρκίας – ΕΣΣΔ). Παράλληλα, υπογράφτηκε και ένα μυστικό πρωτόκολλο, το οποίο όριζε ότι εάν κάποιο από τα συμβαλλόμενα κράτη δεχόταν επίθεση από κάποια μη βαλκανική δύναμη με τη βοήθεια κάποιου βαλκανικού κράτους, τότε τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα κράτη όφειλαν να παρέχουν βοήθεια.
Η υπογραφή του Συμφώνου επέσυρε την οξεία κριτική της αντιπολίτευσης, φέρνοντας σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη. Ευρισκόμενος υπό αντιπολιτευτικά πυρά, ο Μάξιμος δήλωσε λίγο μετά την υπογραφή του Συμφώνου και του μυστικού πρωτοκόλλου ότι η Ελλάδα δεν θα οδηγούνταν σε πόλεμο με κάποια μεγάλη δύναμη εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις στο Σύμφωνο.
Μόνον έτσι κάμφθηκαν οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και το Σύμφωνο επικυρώθηκε στα μέσα Μαρτίου από τη Βουλή και στις αρχές Απριλίου από τη Γερουσία. Στα υπόλοιπα μέλη του Συμφώνου, ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση διευκρίνισε μέσα στον Μάιο ότι οι δηλώσεις του Μάξιμου οφείλονταν σε λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης και ότι η Ελλάδα παρέμενε πιστή στους συμφωνηθέντες όρους.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

