Ο Τόμας Μορ γεννήθηκε στο Λονδίνο, ήταν γιος επιτυχημένου δικηγόρου και, όταν ενηλικιώθηκε, ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του. Χάρη, όμως, στο πνεύμα αναζήτησης που τον διέκρινε, στράφηκε και στο λογοτεχνικό πεδίο. Παράλληλα, για να δοκιμάσει αν του ταίριαζε η ιεροσύνη, διέμεινε επί τέσσερα χρόνια σε μοναστήρι. Αν και τον προσέλκυε ιδιαίτερα το Τάγμα των Φραγκισκανών, αποφάσισε τελικά ότι θα υπηρετούσε καλύτερα τον Θεό και τους συνανθρώπους του ως λαϊκός χριστιανός.
Τη δεκαετία του 1510, ο Μορ έγινε αγαπητός στους Λονδρέζους ως αμερόληπτος δικαστής και αμερόληπτης σύμβουλος, ενώ το 1517 εισήλθε στην υπηρεσία του βασιλιά και εξελίχθηκε σε έναν από τους πλέον αποτελεσματικούς και έμπιστους αυλικούς του Ερρίκου Η΄. Το 1521 χρίστηκε Ιππότης και δύο χρόνια αργότερα αναδείχθηκε σε πρόεδρο της Βουλής των Κοινοτήτων. Μέχρι το 1524, είχε μετακομίσει στο Τσέλσι. Το σπίτι που έχτισε εκεί έφερε τη σφραγίδα της φιλοσοφίας του˙ η πινακοθήκη, το παρεκκλήσι και η μεγάλη βιβλιοθήκη του, όλα ήταν προσανατολισμένα στα ενδιαφέροντά του.
Γύρω στο 1515, έγραψε την Ιστορία του Ριχάρδου Γ΄, ένα έργο που έχει χαρακτηριστεί ως το πρώτο αριστούργημα της αγγλικής ιστοριογραφίας.
Το 1525, έλαβε ακόμα μια αναγνώριση, αφού προήχθη σε καγκελάριο του δουκάτου του Λάνκαστερ, γεγονός που έθεσε ένα μεγάλο μέρος της βόρειας Αγγλίας υπό τον δικαστικό και διοικητικό του έλεγχο. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ο Μορ έχτιζε τη φήμη του και ως λόγιου.
Βρισκόταν κοντά στον ριζοσπαστικό καθολικό θεολόγο Ερασμο, ενώ έγραφε αρκετά κείμενα που στρέφονταν εναντίον του Μαρτίνου Λούθηρου και της προτεσταντικής Μεταρρύθμισης. Παρέμεινε σε όλη του τη ζωή ένθερμος υπερασπιστής της καθολικής πίστης, γράφοντας φυλλάδια εναντίον των αιρέσεων, απαγορεύοντας μη ορθόδοξα βιβλία και αναλαμβάνοντας την ευθύνη ως καγκελάριος για την ανάκριση αιρετικών. Γύρω στο 1515, έγραψε την Ιστορία του Ριχάρδου Γ΄, ένα έργο που έχει χαρακτηριστεί ως το πρώτο αριστούργημα της αγγλικής ιστοριογραφίας. Την επόμενη χρονιά, δημοσίευσε το πιο σημαντικό του έργο, την «Ουτοπία».
Πρόκειται για την περιγραφή μιας φανταστικής δημοκρατίας που κυβερνάται από τη λογική και έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα της σύγχρονης για εκείνον ευρωπαϊκής πολιτικής. Στα τέλη της δεκαετίας του 1520, όμως, είχε φτάσει η ώρα για τη διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ του βασιλιά και της Εκκλησίας της Ρώμης. Επρόκειτο μάλιστα να συγκληθεί το λεγόμενο Κοινοβούλιο της Μεταρρύθμισης, καθώς ο Ερρίκος είχε πια αποφασίσει να πάρει διαζύγιο από την Αικατερίνη της Αραγονίας.
Ο προηγούμενος αρχικαγκελάριος, λόρδος Γούλσεϊ, δεν είχε καταφέρει να επιτύχει αυτόν τον στόχο και έτσι αντικαταστάθηκε από τον Μορ, ο οποίος όμως δεν θα παρέμενε πολύ στη θέση αυτή. Οταν ο Ερρίκος αυτοανακηρύχθηκε «ανώτατος επικεφαλής της Εκκλησίας στην Αγγλία» –ιδρύοντας την Αγγλικανική Εκκλησία, γεγονός που του επέτρεψε να τερματίσει τον γάμο του–, ο Μορ παραιτήθηκε από την καγκελαρία.
Στη συνέχεια, η άρνησή του να παραστεί στη στέψη της Αν Μπολέιν θα τον έβαζε στο στόχαστρο. Υπήρξαν αρκετές κατηγορίες για αποδοχή δωροδοκιών από πλευράς του, ενώ τον Φεβρουάριο του 1534 συμπεριλήφθηκε σε ένα νομοσχέδιο που αφορούσε την υποτιθέμενη συνενοχή του με την Ελίζαμπεθ Μπάρτον, η οποία είχε εκφέρει προφητείες κατά του διαζυγίου του Ερρίκου. Κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον των βασιλικών επιτρόπων στις 13 Απριλίου για να συναινέσει ενόρκως στην Πράξη Διαδοχής.
Ο Μορ ήταν πρόθυμος να το κάνει, αλλά αρνήθηκε τον όρκο όπως του δόθηκε, επειδή συνεπαγόταν αποκήρυξη της παπικής υπεροχής. Τελικά, στις 17 Απριλίου φυλακίστηκε και στις 6 Ιουλίου 1535 εκτελέστηκε στον Τάουερ Χιλ ως προδότης.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

