Κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, ο φιλελληνισμός δεν εκφραζόταν απλώς ως ρομαντικός θαυμασμός για την κλασική αρχαιότητα, αλλά αποτελούσε ένα κίνημα με πολιτικές διαστάσεις. Οι ιδέες της ελευθερίας των λαών, της αυτοδιάθεσης και της αντίστασης στα απολυταρχικά καθεστώτα, οι οποίες είχαν ενισχυθεί μετά τη Γαλλική Επανάσταση και τους Ναπολεόντειους Πολέμους, βρήκαν στην Ελληνική Υπόθεση ένα ισχυρό συμβολικό πεδίο εφαρμογής. Για πολλούς διανοούμενους, πολιτικούς και καλλιτέχνες της Δύσης, η Ελληνική Επανάσταση ερμηνεύτηκε ως ένας αγώνας όχι μόνο των Ελλήνων αλλά και των Ευρωπαίων απέναντι στην καταπίεση των Οθωμανών.
Μετά την έκρηξη της Επανάστασης στην ελλαδική χερσόνησο τον Μάρτιο του 1821, ο φιλελληνισμός εκφράστηκε μέσα από ποικίλες μορφές δράσης. Φιλελληνικές επιτροπές συγκροτήθηκαν σε μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα, οργανώνοντας την οικονομική ενίσχυση των εξεγερθέντων Ελλήνων, αποστολές εφοδίων, συγκρότηση σωμάτων εθελοντών, καθώς και εκστρατείες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης μέσω του Τύπου και της λογοτεχνίας.
Στις τάξεις των φιλελλήνων υπήρχαν άνθρωποι που εμφορούνταν από υπέρμετρα ιδεαλιστικές αντιλήψεις, υπέρμαχοι της θρησκευτικής αλληλεγγύης προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και άνθρωποι ρεαλιστές, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν ότι η Ελληνική Επανάσταση αναδιάτασσε τις ισορροπίες στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ανάμεσα στους πιο γνωστούς φιλέλληνες της περιόδου της Ελληνικής Επανάστασης συγκαταλέγεται ο Γαλλοελβετός τραπεζίτης Jean-Gabriel Eynard, ή Εϋνάρδος όπως έχει επικρατήσει στην ελληνική ιστοριογραφία.
Ο Εϋνάρδος γεννήθηκε το 1775 στη Λυών, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και της εφηβικής του ηλικίας. Το 1793 η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Λυών, εξαιτίας της επικράτησης των πιο ριζοσπαστικών στοιχείων της Γαλλικής Επανάστασης στην πόλη, και να εγκατασταθεί στη Γενεύη. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Εϋνάρδος ανέπτυξε επιχειρηματική δραστηριότητα ιδρύοντας με τον αδερφό του Jaques εμπορικό οίκο. Μέσα σε λίγα χρόνια τα δύο αδέρφια κατάφεραν να αποκτήσουν μεγάλο πλούτο, επιτρέποντάς τους να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και στον τραπεζικό κλάδο.
Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης (1814-1815), ο Εϋνάρδος γνώρισε τον Ιωάννη Καποδίστρια, μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας, με τον οποίο ανέπτυξε στενή φιλική σχέση. Αμέσως μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης το 1821, ο Εϋνάρδος πρωτοστάτησε στην οργάνωση του φιλελληνικού κινήματος στη Γενεύη, ενώ κατά την περίοδο της παραμονής του Καποδίστρια στην πόλη, συνεργάστηκε μαζί του για την προώθηση των ελληνικών αιτημάτων στις ευρωπαϊκές αυλές. Οταν ο φίλος του ανέλαβε τα καθήκοντα του κυβερνήτη της Ελλάδας, ο Εϋνάρδος προσπάθησε να τον βοηθήσει στο έργο του, συμμετέχοντας το 1828 στην κεφαλαιοποίηση της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας, του πρώτου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Το ενδιαφέρον του Εϋνάρδου για την ανόρθωση της Ελλάδας δεν σταμάτησε ούτε με τη δολοφονία του Καποδίστρια τον Σεπτέμβριο/Οκτώβριο του 1831. Υπήρξε ένας από τους πρώτους που επένδυσαν χρήματα για την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας το 1841, από κοινού με μεγάλους ευεργέτες του ελληνισμού, όπως οι Ηπειρώτες Γεώργιος Σταύρος και Νικόλαος Ζωσιμάς και ο πατέρας του Οθωνα, Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας.
Ο Εϋνάρδος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του απομακρυσμένος από τα κοινά. Ασχολήθηκε κυρίως με τη φωτογραφία, απαθανατίζοντας οικογενειακές στιγμές και τοπία. Εφυγε από τη ζωή στις 5 Φεβρουαρίου 1863 στο μέγαρό του στη Γενεύη.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

