Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής συγκαταλέγονταν μεταξύ των πλέον φιλελεύθερων κρατών του δυτικού κόσμου, ιδίως ως προς τη συνταγματική κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων. Συντάσσοντας τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας το 1776 και το Σύνταγμα το 1787, οι ιδρυτές-πατέρες των ΗΠΑ θεμελίωσαν ένα νέο πολιτικό μόρφωμα, βασισμένο στις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης και της ομοσπονδιακής οργάνωσης του κράτους.
Ο φιλελεύθερος αυτός χαρακτήρας, ωστόσο, αφορούσε πρωτίστως συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και συνυπήρχε με βαθιές δομικές αντιφάσεις. Η διακήρυξη περί της ισότητας των ανθρώπων δεν συνοδεύτηκε από την καθολική εφαρμογή της, καθώς η δουλεία εξακολούθησε να αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής σε μεγάλο μέρος της χώρας, ιδιαίτερα στις Πολιτείες του Νότου.
Κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, αυτές οι αντιφάσεις οξύνθηκαν στο πλαίσιο της εδαφικής επέκτασης των Ηνωμένων Πολιτειών προς δυσμάς. Κύριο ερώτημα ήταν εάν θα επεκτεινόταν ο θεσμός της δουλείας και στα νέα εδάφη που ενσωμάτωναν οι ΗΠΑ. Παρά το γεγονός ότι οι πολιτικοί συμβιβασμοί που πραγματοποιήθηκαν αποσκοπούσαν στη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στους επικριτές της δουλείας και τους υπέρμαχους της διατήρησης του θεσμού, δεν επιλύθηκαν οι βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης, οι οποίες αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό τις διαφορές ανάμεσα στον προηγμένο βιομηχανικά Βορρά και τον βασισμένο στην αγροτική οικονομία Νότο.
Κατά τη δεκαετία του 1850, η πόλωση εντάθηκε περαιτέρω. Η αδυναμία των παραδοσιακών κομματικών σχηματισμών να απορροφήσουν τις εντάσεις, σε συνδυασμό με την άνοδο νέων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες αντιτίθεντο στην επέκταση της δουλείας, υπονόμευσε το υπάρχον σύστημα ισορροπιών. Σε αυτό το πλαίσιο, η εκλογή του Αβραάμ Λίνκολν στην προεδρία το 1860 λειτούργησε καταλυτικά στην εξέλιξη των γεγονότων. Μολονότι ο ίδιος δεν είχε εξαγγείλει την άμεση κατάργηση της δουλείας στις Πολιτείες όπου αυτή ήδη υφίστατο, η πολιτική του τοποθέτηση εναντίον της επέκτασής της ερμηνεύθηκε από την ελίτ του αμερικανικού Νότου ως απειλή για το μέλλον του κοινωνικού και οικονομικού της συστήματος.
Η αντίδραση των Νοτίων υπήρξε άμεση. Αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο του 1860, σειρά Πολιτειών του Νότου ανακοίνωσαν την απόσχισή τους από τις ΗΠΑ, επικαλούμενες την παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και την απώλεια της πολιτικής τους επιρροής στο ομοσπονδιακό κράτος. Στις 4 Φεβρουαρίου 1861, αντιπρόσωποι των πολιτειών που αποσχίσθηκαν συνήλθαν στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, όπου και συγκρότησαν το Προσωρινό Κογκρέσο των Συνομόσπονδων Πολιτειών της Αμερικής. Η πράξη αυτή σηματοδότησε τη μετάβαση από την πολιτειακή απόσχιση στη δημιουργία ενός νέου κρατικού μορφώματος, βαθαίνοντας το ρήγμα με την Ουάσιγκτον.
Μετά την ανάληψη της προεδρίας τον Μάρτιο του 1861, ο Λίνκολν αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη νομιμότητα της απόσχισης των Πολιτειών του αμερικανικού Νότου. Τον Απρίλιο έλαβαν χώρα οι πρώτες ένοπλες συγκρούσεις, εγκαινιάζοντας την περίοδο του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, ο οποίος έληξε το 1865 με τη νίκη των δυνάμεων του Βορρά.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

