Μεταξύ των αφανών πρωταγωνιστών της κρίσης, κεντρικό ρόλο είχε ο Κάρεϊ Κάβανο, διευθυντής για τη Νότια Ευρώπη στο αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Τριάντα χρόνια μετά, ομότιμος καθηγητής Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο του Κεντάκι, διδάσκει τα στάδια εξέλιξης της κρίσης και τις μεθόδους αποκλιμάκωσης που ακολούθησε η αμερικανική διπλωματία.
«Νομίζω ότι ήταν ατύχημα»
Ο Κάβανο εξιστορεί τις πρώτες στιγμές της κρίσης και την προσάραξη του “Figen Akat”, την οποία χαρακτηρίζει τυχαίο γεγονός. «Η πληροφόρηση που είχαμε είναι ότι ήταν ατύχημα, και μπορώ σχεδόν να εγγυηθώ ότι δεν ήταν κάποιο ευρύ σχέδιο. Ο καπετάνιος του τουρκικού πλοίου απέρριψε την πρόταση του Έλληνα για βοήθεια. Του είπε: “Θα περιμένω να αλλάξει η παλίρροια”, και η παλίρροια τον σήκωσε από τον βράχο».
«Στην πραγματικότητα», εξηγεί, «ο καπετάνιος ήταν κάποιος που πήγαινε στο σπίτι του για τις γιορτές, και δεν έφτασε εκεί τόσο γρήγορα όσο περίμενε. Δεν ήταν καλός καπετάνιος για το Αιγαίο με τους χιλιάδες βράχους και τις χιλιάδες νησίδες· νομίζω ότι ήταν απλώς ατύχημα».
«Πότε συνειδητοποιήσατε για πρώτη φορά ότι αυτό το γεγονός εξελισσόταν σε ένα διαφορετικό είδος κρίσης;» τον ρωτάμε. «Οι πρεσβείες στην Αθήνα και στην Άγκυρα παρακολουθούσαν τις ειδήσεις. Τις παρακολουθούσαμε, και η τηλεοπτική εκπομπή του Ant1 TV και οι εικόνες από τον βράχο, όταν ο δήμαρχος της Καλύμνου πήγε εκεί, κατέστησαν σαφές ότι επρόκειτο για μεγαλύτερο πρόβλημα. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα εξελίχθηκαν γρήγορα: ακολούθησε η εκπομπή της Χουριέτ και η αλλαγή της σημαίας στον βράχο. Μετά ο Πάγκαλος κάλεσε τον Αμερικανό πρέσβη και ξεχωριστά τον Ρώσο πρέσβη. Και έτσι [το περιστατικό] έγινε γνωστό».
«Η κατάσταση ήταν προβληματική»
«Από την Άγκυρα», προσθέτει, «οι ενημερώσεις που λαμβάναμε ήταν ότι το θέμα βρισκόταν στα διπλωματικά κανάλια. Επομένως, αυτό που καταλήξαμε να κάνουμε αρχικά στην Ουάσιγκτον ήταν να αρχίσουμε τα τηλεφωνήματα. Εξετάσαμε την κατάσταση, ήταν προβληματική και δεν υπήρχε καμία επιθυμία από την πλευρά της Άγκυρας ή της Αθήνας για διαμεσολάβηση. Ο Κλίντον τηλεφώνησε το απόγευμα και ζητήσαμε και από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ και τον Βρετανό ΥΠΕΞ να καλέσουν τις δύο πλευρές. Στις ΗΠΑ έγιναν δεκάδες τηλεφωνήματα. Είχαμε τον Κλίντον να τηλεφωνεί, τον υπουργό Άμυνας Γουίλιαμ Πέρι, τον Γουόρεν Κρίστοφερ [υπουργό Εξωτερικών] και τον Άντονι Λέικ [σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας] που μιλούσε με τον επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου, Σαλικασβίλι, και όλοι αυτοί τηλεφωνούσαν στους ομολόγους τους».
«Είχατε εικόνα σε πραγματικό χρόνο για το ποιες ναυτικές μονάδες βρίσκονταν στην περιοχή;» τον ρωτάμε. «Ναι, είχαμε. Μπορούσαμε να παρακολουθούμε με ακρίβεια την κλιμάκωση της κατάστασης, γι’ αυτό και έγιναν τόσα πολλά τηλεφωνήματα και ενεπλάκησαν τόσοι πολλοί άνθρωποι».
«Αν η σκέψη μας ήταν ότι επρόκειτο για διπλωματικό ζήτημα, που δεν θα ξεπερνούσε αυτό το επίπεδο, πιθανότατα θα είχατε λάβει τηλεφωνήματα μόνο από τον Μπούτρος-Γκάλι [σ.σ. γενικό γραμματέα του ΟΗΕ], τον Σολάνα [σ.σ. γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ], τον Κλίντον, τον Γουόρεν Κρίστοφερ και τον Χόλμπρουκ, αλλά όχι από τον υπουργό Άμυνας και τον επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου», μας λέει. «Αυτές οι κλήσεις και αυτές οι συνδέσεις έγιναν επειδή ήμασταν ενήμεροι για την κλιμάκωση της στρατιωτικής κατάστασης που μεταφερόταν στον Λευκό Οίκο, ώρα με την ώρα, και που διαρκώς χειροτέρευε. Άρα, η αίσθηση ήταν ότι αυτό οδηγούσε σε στρατιωτική σύγκρουση».
Ομάδα έκτακτης ανάγκης
«Η άλλη πρόκληση εδώ», τονίζει ο Κάβανο, «ήταν η διαφορά ώρας. Ενώ οι Ευρωπαίοι συμμετείχαν σε μερικές από τις πρώτες τηλεφωνικές κλήσεις, αυτές σταμάτησαν, και το μεγαλύτερο μέρος της κρίσης την τελευταία μέρα έλαβε χώρα το βράδυ. Νομίζω ότι η κρίσιμη συνάντηση στην Αθήνα έγινε στα γραφεία του Κοινοβουλίου και ξεκίνησε γύρω στις 6 το απόγευμα. Και αυτό που καταλήξαμε να κάνουμε, ήταν να επιδιώξουμε απευθείας τηλεφωνικές συνδέσεις με τους πρέσβεις μας στην Αθήνα και στην Άγκυρα· αυτοί έπρεπε να πάνε και να βγάλουν τους ανθρώπους που ψάχναμε από τις συναντήσεις όπου βρίσκονταν και να τους βάλουν να μας τηλεφωνήσουν. Επομένως, δημιουργήσαμε μια ομάδα έκτακτης ανάγκης για να αντιμετωπίσουμε την κρίση. Είχα ένα γραφείο με ανθρώπους που επικεντρώνονταν στη συλλογή δεδομένων από την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο, οπότε παρακολουθούσαμε όλα όσα συνέβαιναν εκεί και λαμβάναμε αναφορές από αυτούς. Δημιουργήσαμε και άμεση σύνδεση με διάφορους κύκλους πληροφοριών, και ήμασταν σε συνεχή επαφή με το Πεντάγωνο, απ’ όπου λαμβάναμε περαιτέρω αναφορές σχετικά με το στρατιωτικό σκέλος».
«Εκείνες τις ώρες», συνεχίζει, «είχα ανέβει στον επάνω όροφο, ενώ τα γραφεία για τη Νότια Ευρώπη βρίσκονταν στον τέταρτο όροφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στο γραφείο του Χόλμπρουκ. Μείναμε εκεί σε όλη τη διάρκεια της ενασχόλησης με αυτό το πρόβλημα. Τα τηλέφωνα ήταν ο μόνος δυνατός τρόπος για να ασχοληθούμε από τη διπλωματική πλευρά με αυτό το θέμα. Δεν υπήρχε τρόπος να στείλουμε κάποιον από την Ουάσιγκτον στην Αθήνα ή την Άγκυρα ή τις Βρυξέλλες ή τη Ζυρίχη ή σε κάποιο άλλο μέρος, λόγω του ότι η κρίση εξελισσόταν ταχύτατα».
«Νωρίς το απόγευμα», επισημαίνει, «έγινε σαφές, και το είχαμε μεταφέρει στον Λευκό Οίκο, ότι αυτό που συνέβαινε δεν ήταν μπλόφα και ότι θα οδηγούσε σε πόλεμο. Ο πρόεδρος Κλίντον το κατάλαβε και αυτό τον οδήγησε στην απόφαση ότι δεν αξίζει να γίνει πόλεμος. Στην άλλη γραμμή, ο Χόλμπρουκ μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Πάγκαλο. Εγώ ήμουν μαζί του, δουλεύοντας, λαμβάνοντας τηλεφωνήματα, ώστε όταν τελείωνε με το ένα, να έχω ήδη έτοιμο το επόμενο για να μιλήσει. Πρόκειται για επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο, αλλά το πρόβλημα ήταν η επικοινωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι οποίες δεν μιλούσαν ποτέ μεταξύ τους. Τελικά, καθώς νύχτωνε στην Ευρώπη, οι μόνες επαφές που συνεχίζονταν ήταν μεταξύ των ΗΠΑ, της Ελλάδας και της Τουρκίας».
Η πρόκληση
«Στείλατε τους πρεσβευτές σας να πιάσουν κάποιον, όπως τον υπουργό Εξωτερικών, και να τον βάλουν να μιλήσει με τον Χόλμπρουκ;» αναρωτιόμαστε. «Αυτό ακριβώς συνέβη. Και ο Τομ Νάιλς, ο πρέσβης μας στην Ελλάδα, πήγε έξω από το κοινοβούλιο όπου συνεδρίαζε ο πρωθυπουργός με τους υπουργούς του για να συζητήσουν για το θέμα, και τους είπε: “Πρέπει να μιλήσω με τον Πάγκαλο”. Η απάντηση που λάβαμε, ήταν: “Δεν μπορεί να έρθει. Είναι απασχολημένος. Έχει συνάντηση με τον πρωθυπουργό”. Αλλά επιμείναμε ότι πρέπει να του μιλήσουμε».
«Ο Πάγκαλος είχε σχέση με τον Χόλμπρουκ και κατάλαβαν ότι το πράγμα ήταν σοβαρό και γι’ αυτό ήρθε. Επομένως, η τακτική ήταν “πηγαίνετε εκεί όπου βρίσκονται και βγάλτε αυτούς τους ανθρώπους από τις συναντήσεις τους”. Εκείνη τη στιγμή μίλησα και εγώ με τον Πάγκαλο, γιατί ο Χόλμπρουκ μιλούσε με άλλον στην άλλη πλευρά του δωματίου, και είχα τον επόμενο έτοιμο και μιλούσα μαζί του μέχρι να τον “περάσω” στον Χόλμπρουκ», αφηγείται ο Κάβανο.
Στο ερώτημα αν γνώριζαν εκ των προτέρων ότι οι Τούρκοι επρόκειτο να αποβιβάσουν στρατιωτική μονάδα στη δυτική βραχονησίδα, ο Κάβανο αφηγείται πως οι αμερικανικές υπηρεσίες αγνοούσαν την ύπαρξη δίδυμης βραχονησίδας. «Γνωρίζαμε την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων γύρω από τους βράχους, αλλά το βράδυ [31 Ιανουαρίου] έγινε σαφές ότι υπήρχαν δύο βράχοι. Αυτό που συνέβη είναι ότι λάβαμε μήνυμα από το Πεντάγωνο και τη CIA πως υπήρχαν δύο βράχοι. Η Ουάσιγκτον είχε επικεντρωθεί στο ότι υπήρχε ένας βράχος με Έλληνες επάνω, και τότε τους ρωτήσαμε: “Τι εννοείτε ότι υπάρχουν δύο;” Έτσι, ξαφνικά, στη μέση της νύχτας, υπήρχαν δύο βραχονησίδες και αυτό εξελίχθηκε σε πρόβλημα. Αντιληφθήκαμε αμέσως ότι η Τουρκία κινήθηκε και έβαλε ανθρώπους στον άλλον βράχο. Στην πραγματικότητα, εμείς ήμασταν αυτοί που ενημερώσαμε την Ελλάδα ότι η τουρκική πλευρά είχε φτάσει εκεί, παρά τον κακό καιρό και τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Καταλάβαμε ότι όταν ανατείλει ο ήλιος, επειδή αυτά τα νησιά ή οι βράχοι δεν είναι πραγματικά νησιά, αλλά μικρά κομμάτια πέτρας σε σχήμα “καρυδιού”, θα δουν τους στρατιώτες και θα αρχίσουν οι πυροβολισμοί».
«Επομένως, ο Χόλμπρουκ είπε στον Πάγκαλο ότι οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στο άλλο νησί;» τον ρωτάμε. «Ναι», απαντά και μας εξηγεί: «Τον έπεισε πόσο επικίνδυνη είχε γίνει η κατάσταση. Και νομίζω ότι κατάλαβε πως θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ολοκληρωτικό πόλεμο. Δεν υπήρχε “μπλόφα”· νομίζω ότι αυτή ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε ο Κλίντον κάποια στιγμή. Ξέρω ότι ο Χόλμπρουκ σίγουρα το έκανε. Τίποτε από αυτά δεν ήταν μπλόφα. Και οι δύο πλευρές όδευαν προς τη σύγκρουση. Και το να τη σταματήσουμε ήταν μια πρόκληση».
«Όχι πλοία, όχι στρατιώτες, όχι σημαίες»
Ωστόσο, παρά την οριακή κατάσταση, ο Κάβανο θυμάται πώς κατέληξαν στη φόρμουλα αποκλιμάκωσης. «Μεταξύ των τηλεφωνημάτων, ο Χόλμπρουκ και εγώ σκεφτήκαμε τη φόρμουλα “όχι πλοία, όχι στρατεύματα, όχι σημαίες” – οι ΗΠΑ θα παρακολουθούν την απόσυρσή τους και θα εγγυηθούν ότι θα πραγματοποιηθεί, ότι οι άνθρωποι δεν θα επιστρέψουν και ότι δεν θα υπάρξει στρατιωτική εμπλοκή. Οι σχέσεις των δύο χωρών με τις ΗΠΑ ήταν τέτοιες, που ήμασταν σίγουροι ότι θα τηρούσαν τη συμφωνία».
«Δηλαδή η συμφωνία ήταν να αποσύρουν τα στρατεύματα και τα πλοία, και να αφήσουν τη σημαία εκεί να την “παρασύρει” ο άνεμος;» τον ρωτάμε. «Η σημαία δεν θα αντικαθίστατο, ούτε θα συντηρούνταν. Έφυγαν δίνοντάς μας διαβεβαιώσεις. Εμείς παρακολουθήσαμε την αποχώρηση με τεχνικά μέσα. Κάποιοι πίστευαν ότι ενδεχομένως θα στέλναμε στρατεύματα ή πολεμικά πλοία ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Δεν το κάναμε, δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μας. Για την ακρίβεια, ο Σαλικασβίλι, ο επικεφαλής του Μεικτού Επιτελείου, έδωσε εντολή να αποσυρθούν οι αμερικανικές δυνάμεις στην Ανατολική Μεσόγειο, φοβούμενος ότι οποιαδήποτε κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει μια απροσδόκητη αντίδραση από κάποιον – και δεν υπήρχε λόγος να προσπαθήσουμε να αυξήσουμε τη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή. Η παρακολούθηση γινόταν μέσω δορυφόρου».
Συνοψίζοντας, ο Κάβανο αφηγείται την πιο δραματική στιγμή της κρίσης. «Αυτό που μου έχει μείνει χαραγμένο στο μυαλό είναι ότι δεν υπήρχαν άλλα μέσα που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε, εκτός από αυτά που είχαμε. Η πιο δραματική στιγμή ήταν όταν έγινε σαφές πως υπήρχαν κομάντος και στα δύο νησιά, και στους δύο βράχους, και πως ήμασταν πιθανώς μιάμιση ώρα μακριά από το να αρχίσουν να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον. Και αυτό θα οδηγούσε σε πόλεμο…»

