Τα μεσάνυχτα της 31ης Ιανουαρίου, ομάδα 12 Τούρκων βατραχανθρώπων θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο κατάληψης της δυτικής βραχονησίδας. Δύο ώρες αργότερα, η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνεται για την αποβίβασή τους. Τριάντα χρόνια μετά, ο Αλί Τουρκσέν, ο Τούρκος διοικητής της ομάδας των βατραχανθρώπων που κατέλαβε τη βραχονησίδα, αφηγείται τις οριακές στιγμές που έζησε και τις τακτικές που υιοθέτησε για την επιχείρηση.
«Την περίοδο της κρίσης είχα μόλις αποφοιτήσει από το πρόγραμμα “Underwater Red Flag”. Στα τέλη Ιανουαρίου [28 του μήνα], η ελληνική πλευρά αποφάσισε να στείλει στρατιώτες στην ανατολική βραχονησίδα. Τότε η διοίκησή μας βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και, μαζί με τους διοικητές μου, θεωρήσαμε ότι θα μεταβαίναμε κι εμείς στη βραχονησίδα, καθώς από τη στιγμή που οι Έλληνες έστειλαν στρατιώτες, η λογική κίνηση ήταν να πράξουμε το ίδιο».
«Αργά το βράδυ της 29ης Ιανουαρίου», συνεχίζει, «η κυβέρνησή μας αποφάσισε να αποστείλει στρατιώτες για να ελέγξουν την κατάσταση, συνοδεία πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού, ενώ πολλές μονάδες του Στρατού και της Πολεμικής Αεροπορίας τέθηκαν σε επιφυλακή, σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά ή η κατάσταση κλιμακωνόταν.
»Από τη διοίκησή μας, στην Κωνσταντινούπολη, μετακινηθήκαμε αμέσως με στρατιωτικά αεροσκάφη και άλλα μέσα στο Μπόντρουμ [Αλικαρνασσός]. Πριν φτάσουμε, πιστεύαμε ότι θα φτάναμε, θα ξεπακετάραμε, θα αποφασίζαμε το σχέδιο, θα παίρναμε τις πληροφορίες, θα κάναμε μια πρόβα και μετά θα αποφασίζαμε τι θα κάνουμε. Και πως κάποιος θα έδινε εντολή, ίσως δύο ή τρεις μέρες αργότερα. Αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ».
«Σε λίγες ώρες», συνεχίζει, «ο αρχηγός του Ναυτικού μάς είπε ότι πρέπει να πάμε αμέσως στην άλλη βραχονησίδα και να ελέγξουμε την κατάσταση. Ετοιμάσαμε τα πάντα στο Μπόντρουμ και καταρτίσαμε βιαστικά ένα σχέδιο. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση μας υπαγόρευσε ένα μέρος του σχεδίου και μετά το εκτελέσαμε».
Μη ασφαλείς πληροφορίες
«Ποιες πληροφορίες σάς δόθηκαν πριν από την επιχείρηση σχετικά με τις κινήσεις των Ελλήνων;» ρωτάμε τον Αλί Τουρκσέν. «Οι πληροφορίες ήταν ότι οι Έλληνες στρατιώτες βρίσκονταν στην ανατολική βραχονησίδα, ενώ η δυτική ήταν άδεια. Όμως οι πληροφορίες ήταν για πολλές ώρες πριν, και σκεφτήκαμε ότι ίσως η ελληνική πλευρά είχε στείλει στρατιώτες και στην άλλη βραχονησίδα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ωστόσο, η κυβέρνηση αποφάσισε ότι με αυτές τις μη ασφαλείς πληροφορίες έπρεπε να πάμε στη δυτική νήσο και να αλλάξουμε την ελληνική σημαία με την τουρκική, και απλά να περιμένουμε. Αυτή ήταν η διαταγή».
Σύμφωνα με μαρτυρία Έλληνα αξιωματικού, η εκτίμηση που δόθηκε στην ελληνική διοίκηση ήταν ότι η αποβίβαση των Τούρκων βατραχανθρώπων στη βραχονησίδα έγινε μετά από ελιγμό της τουρκικής φρεγάτας “Yavuz”. Ο Τουρκσέν τη διαψεύδει και αφηγείται την τακτική που ακολούθησε μαζί με τους άνδρες του. «Πρόσφατα τηλεφώνησα στον συνταξιούχο ναύαρχο Αϊντίν Γκιούρουλ. Εκείνη την εποχή ήταν αξιωματικός στη φρεγάτα “Yavuz” και τον ρώτησα αν κάποια από τα πλοία έκανε ελιγμό, ειδικά η “Yavuz”, και μου απάντησε: “Όχι, αυτό δεν συνέβη”.
»Αυτό που συνέβη είναι ότι πριν φύγουμε από το Γκιουμουσλούκ [σ.σ. στην αρχαιότητα, Μύνδος], υπήρχε ένα σχέδιο. Σύμφωνα με αυτό, εγώ με την ομάδα μου, με δύο σκάφη, θα πηγαίναμε στη δυτική βραχονησίδα, και αν δεν υπήρχε κανείς, θα αλλάζαμε μόνο τη σημαία και μετά θα περιμέναμε. Ωστόσο, ταυτόχρονα, ετοιμάσαμε δύο ελικόπτερα Sikorsky UH-60 Black Hawk, γεμάτα με στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων και βατραχανθρώπους, σχεδόν πάνω από 30 άτομα – αυτοί είχαν επιβιβαστεί στα δύο ελικόπτερα και περίμεναν. Επομένως, αν το σχέδιό μας δεν πετύχαινε και δεν μπορούσαμε να πάμε στο δυτικό νησί [σ.σ. Μεγάλη Ίμια], τα ελικόπτερα θα πήγαιναν αμέσως στην ανατολική βραχονησίδα, για να πολεμήσουν τους Έλληνες στρατιώτες. Και μας είπαν: “Αν καταφέρετε να εκτελέσετε την αποστολή σας, θα ακυρώσουμε το άλλο μέρος του σχεδίου. Αν δεν τα καταφέρετε, θα πάμε κατευθείαν στα άλλα νησιά”».
«Εκείνη την ώρα», θυμάται, «όταν ξεκινήσαμε από το Γκιουμουσλούκ, υπήρχε ένα πλοίο της τουρκικής Ακτοφυλακής, και ο διοικητής του μου είπε ότι η ιδέα ήταν να μείνουμε πολύ κοντά στο σκάφος, ώστε να μη μας ανιχνεύσουν τα ραντάρ. Θυμάμαι ότι πρόσθεσε πως ήταν αδύνατον να προσεγγίσουμε με τα σκάφη μας [φουσκωτά] στη βραχονησίδα, επειδή στην περιοχή κινούνταν πολλά ελληνικά πλοία. Μου είπε συγκεκριμένα: “Αν σας χτυπήσουν ή ακόμη κι αν περάσουν κοντά σας, λόγω των κυμάτων μπορεί εύκολα να αναποδογυρίσετε, και αυτό θα ήταν καταστροφή. Γι’ αυτό είναι αδύνατον να πραγματοποιήσουμε αυτήν την επιχείρηση”. Του απάντησα: “Έχω διαταγή. Απλώς καλύψτε μας κοντά στα νησιά και μετά θα κάνουμε ό,τι μπορούμε”».
«Δεν φοβόμουν, αλλά ήμουν ανήσυχος»
«Αφού φύγαμε από το Γκιουμουσλούκ, κινούμασταν πολύ κοντά στη δεξιά πλευρά του πλοίου της Ακτοφυλακής, ώστε στο ραντάρ να εμφανιζόμαστε σαν μια κουκκίδα», αφηγείται. «Όταν πλησιάσαμε πολύ κοντά στο νησί, ίσως στα 100 μέτρα, στρίψαμε δεξιά, ενώ το πλοίο της Ακτοφυλακής συνέχισε ευθεία. Εμείς απομακρυνθήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς τη δυτική βραχονησίδα. Την τελευταία στιγμή, ακριβώς την ώρα που προσπαθούσαμε να πατήσουμε στο νησί, είδα ένα άλλο πλοίο. Ήταν πολύ κοντά μας και ήταν μεγάλο, όμως δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν τουρκικό ή ελληνικό, καθώς υπήρχαν πολλά και δυνατά φώτα. Γι’ αυτό δεν κατάλαβα αν ήταν τουρκικό ή ελληνικό».
«Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να μετακινηθείτε από την τουρκική ξηρά στη βραχονησίδα;»
«Δεν χρειάστηκε περισσότερο από 20 ή 25 λεπτά, επειδή ο καιρός δεν ήταν καλός. Ήμασταν δύο μικρά σκάφη, και οι άντρες της Ακτοφυλακής μάς είπαν να κινούμαστε με μια συγκεκριμένη ταχύτητα, γιατί αν την ξεπερνούσαμε, ίσως η άλλη πλευρά [σ.σ. ελληνική] καταλάβαινε ότι κάτι συμβαίνει. Επομένως, θα ήταν σαν μια ρουτίνα αναγνώρισης, γι’ αυτό θα πήγαινα με 6-7 κόμβους, και η κίνηση δεν κράτησε περισσότερο από 20-25 λεπτά».
«Φοβηθήκατε μήπως κάποιος σας εντοπίσει ή πυροβολήσει ενάντια στα σκάφη σας;»
«Ήταν μια πιθανότητα, αλλά ήμασταν έτοιμοι, γιατί είχαμε διαταγές να πάμε στη δυτική βραχονησίδα και να αλλάξουμε τη σημαία. Ήμουν συγκεντρωμένος στο να πάω με τους άνδρες μου. Γι’ αυτό δεν φοβόμουν, αλλά ήμουν ανήσυχος».
«Ποιοι ήταν οι κανόνες εμπλοκής σας;»
«Είχαμε δύο συγκεκριμένες διαταγές, που δεν ίσχυαν μόνο για εμάς, αλλά και για τα πλοία. Η πρώτη ήταν ότι, αν κάποιος μας φώτιζε με τα φώτα του, μπορούσαμε να τον φωτίσουμε κι εμείς, όμως απαγορευόταν να το κάνουμε πρώτοι. Η δεύτερη ήταν ότι, αν κάποιος μας πυροβολούσε, τότε και μόνο τότε μπορούσαμε να πυροβολήσουμε και εμείς. Ήταν αδύνατον να ανοίξουμε πυρ χωρίς άδεια».
«Στην πραγματικότητα», τονίζει, «αυτό που με απασχολούσε περισσότερο ήταν ότι η πληροφορία πως τουρκικό ελικόπτερο είχε κάνει αναγνώριση και είχε δει Έλληνες στρατιώτες μόνο στην ανατολική βραχονησίδα, και όχι στη δυτική, δεν ήταν πρόσφατη. Δεν γνωρίζαμε αν, ένα λεπτό πριν, η βραχονησίδα ήταν άδεια ή αν, το επόμενο λεπτό, θα εμφανιζόταν κάποιος. Γι’ αυτό ανησυχούσαμε ότι, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο και βρισκόταν κάποιος πάνω στη βραχονησίδα, θα έπρεπε να περιμένουμε να μας πυροβολήσει πρώτος, και μόνο τότε να αρχίσουμε να πυροβολούμε την άλλη πλευρά».
«Έχουμε τον έλεγχο!»
«Όταν φτάσαμε, κατάλαβα ότι οι βραχονησίδες είναι πολύ απότομες και δεν ήταν εύκολο να περπατήσεις πάνω τους. Υπήρχαν δύο αυλακώσεις, σαν ράμπες, και τις ακολουθήσαμε για να ανέβουμε. Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, τα σκάφη μας ξεφούσκωσαν λόγω των απότομων βράχων και ανεβήκαμε αμέσως στη βραχονησίδα και προσπαθήσαμε να πάρουμε θέση, ώστε, αν κάποιος μας πυροβολούσε, να μη σκοτωθούμε. Η πληροφορία ήταν ότι δεν ήταν κανείς εκεί, αλλά περιμέναμε ότι αν ήταν κάποιος, θα έπρεπε να πολεμήσουμε.
»Όταν ανεβήκαμε, η κατάσταση ήταν πολύ τεταμένη. Υπήρχαν πολλές σκιές, σαν μια ομάδα στρατιωτών που κινούνταν πολύ γρήγορα από τη μία πλευρά στην άλλη, και είπα στους άνδρες μου ότι πρέπει να είναι προσεκτικοί και ότι ήταν λάθος η πληροφορία που είχαμε. Κι επίσης πως οι σκιές ήταν οι στρατιώτες που προσπαθούν να πάρουν θέση· κι έτσι, να περιμένουν την πρώτη βολή, και μετά να αρχίσουν να πυροβολούν. Περιμέναμε 10 δευτερόλεπτα, δεν συνέβη τίποτα. Περάσανε 15, μετά 20, και ύστερα από 30 δευτερόλεπτα ακούσαμε φωνές ότι υπήρχαν πολλά σκάφη γύρω από τις βραχονησίδες, κάτι που σήμαινε πως στρατιώτες μετακινούνταν από το ένα σημείο στο άλλο. Ωστόσο, παρότι υπήρχαν πολλά σκάφη γύρω από τη βραχονησίδα, δεν υπήρχε κανένας στρατιώτης – οπότε ένιωσα μεγάλη ανακούφιση».
«Στη συνέχεια», προσθέτει, «πήραμε θέσεις γύρω από τον ιστό της σημαίας και ανέφερα [στη διοίκηση] ότι ήταν 01.40 όταν πατήσαμε για πρώτη φορά στο έδαφος. Πέντε με δέκα λεπτά αργότερα, αφού αντικαταστήσαμε την ελληνική σημαία με την τουρκική, ανέφερα: “Έχουμε τον έλεγχο. Δεν υπάρχει κανείς εδώ, μόνο βάρκες. Έχουμε εξασφαλίσει τη θέση μας και περιμένουμε”. Το ανακοίνωσα στους διοικητές μου και εκείνοι μετέφεραν την πληροφορία στην κυβέρνηση».
«Κατά τη διάρκεια της νύχτας πέταξε ένα ελληνικό ελικόπτερο πάνω από τη θέση σας, το θυμάστε;»
«Φυσικά, και αυτό είναι το πιο θλιβερό κομμάτι της ιστορίας. Όταν πήραμε τη θέση μας και αλλάξαμε την τουρκική σημαία, κάποιοι από την κυβέρνηση, νομίζω σε ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή, δήλωσαν ότι οι στρατιώτες μας είναι στη βραχονησίδα. Και μερικά λεπτά μετά από από αυτήν την ανακοίνωση ακούσαμε από τη δυτική πλευρά τον θόρυβο του ελικοπτέρου».
«Κοιταχτήκαμε στα μάτια»
«Ήταν ένας θόρυβος πολύ συνηθισμένος για εμάς, καθώς βρισκόμασταν πολύ κοντά στη θάλασσα. Όταν το ελικόπτερο πλησίασε, ανέβηκε σε ύψος περίπου πέντε με δέκα μέτρων από πάνω μας – πέρασε πολύ κοντά. Μπροστά του υπήρχε ένα δυνατό φως [σ.σ. προβολέας] και κινούνταν πολύ αργά. Μας είδε με τη σημαία μας και είδα τους πιλότους και τους τεχνικούς του ελικοπτέρου – κοιταχτήκαμε στα μάτια. Με ένα μόνο πέρασμα, ο πιλότος μάς μέτρησε, έκανε έναν κύκλο πάνω από το νησί και δεν επέστρεψε ποτέ.
»Λίγα λεπτά αργότερα, ίσως όχι περισσότερα από πέντε, είδαμε πολύ έντονα φώτα στον ορίζοντα. Αργότερα ρώτησα τον ναύαρχο Αϊντίν Γκιούρουλ, ο οποίος μου είπε ότι το ελληνικό ελικόπτερο είχε πλησιάσει πολύ κοντά τους και είχε ανάψει όλα τα φώτα έκτακτης ανάγκης, κάτι που διεθνώς σημαίνει “βρίσκομαι σε κίνδυνο”. Αμέσως έλαβαν κλήση στο κανάλι VHF έκτακτης ανάγκης, στα 243 MHz: “Ελληνικό ελικόπτερο, εδώ Tango Bravo Sierra Alpha. Πράσινο κατάστρωμα, πράσινο κατάστρωμα”.
»Το μήνυμα εστάλη στους πιλότους με τα διακριτικά κλήσης “Tango Bravo”, που αντιστοιχούν στα δύο πρώτα γράμματα του τουρκικού Ναυτικού, και “Sierra Alpha”, στα διακριτικά της φρεγάτας “Υavuz”. Το μήνυμα επαναλήφθηκε: “Tango Bravo Sierra Alpha. Αν βρίσκεστε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, το κατάστρωμά μας είναι πράσινο”, που σήμαινε ότι το κατάστρωμα είχε ανοίξει, είχε φωτιστεί και ήταν έτοιμο για προσνήωση. Αν δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στο πλοίο τους, που εκείνη την ώρα ήταν η φρεγάτα “Ναβαρίνον”, μπορούσαν να προσγειωθούν στη δική μας πλατφόρμα.
»Σύμφωνα με όσα μου εξιστόρησε ο ναύαρχος Γκιούρουλ, οι πιλότοι περίμεναν για μερικά λεπτά, ίσως για να ζητήσουν οδηγίες από τη διοίκησή τους σχετικά με το αν μπορούσαν να προσγειωθούν σε τουρκικό πλοίο. Λίγα λεπτά αργότερα απάντησαν στη “Υavuz”: “Αρνητικό, αρνητικό!” Στη συνέχεια προσπάθησαν να επιστρέψουν στο «Ναβαρίνον», και αυτό συνέβη κατά τη διαδρομή της επιστροφής».
«Επομένως, ο ναύαρχος που βρισκόταν στη “Υavuz” συνομίλησε με τον κυβερνήτη του ελικοπτέρου;»
«Ναι, και είναι καταγεγραμμένο στο ημερολόγιο της “Υavuz”, και έλαβαν την απάντηση: “Aρνητικό, αρνητικό”. Αυτή ήταν η τελευταία κλήση… Μετά έμαθαν πως το ελικόπτερο συνετρίβη».
«Υπάρχει η περίπτωση κάποιος από την ομάδα σας να άνοιξε πυρ εναντίον του ελικοπτέρου;».
«Μετά το περιστατικό διάβασα στον Τύπο ότι η τουρκική πλευρά πυροβόλησε το ελικόπτερο και ότι, ως αποτέλεσμα, αυτό συνετρίβη. Αυτό είναι απολύτως παράλογο, γιατί είμαστε στρατιώτες και λειτουργούμε με διαταγές. Ήμασταν μόλις 12 άνδρες και εγώ ήμουν ο επικεφαλής τους, και ούτε μία σφαίρα δεν ρίχτηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των εξίμισι ωρών της επιχείρησης. Επιπλέον, τη στιγμή που εμφανίστηκε το ελικόπτερο δεν γνωρίζαμε αν επρόκειτο για αποστολή αναγνώρισης, δηλαδή συλλογής πληροφοριών, ή αν μετέφερε στρατιώτες. Ακόμη κι αν ίσχυε το δεύτερο σενάριο και, θεωρητικά, υπήρχε δυνατότητα να ανοίξουμε πυρ, οι διαταγές μας ήταν απολύτως σαφείς: “Αν δεν δεχθείτε πυρά, απαγορεύεται να πυροβολήσετε”».
«Για να είμαστε σαφείς, λέτε ότι κανείς από την ομάδα σας δεν πυροβόλησε;»
«Απολύτως κανείς. Η βραχονησίδα ήταν πολύ κοντά από τα άλλα νησιά, και αν είχαμε ρίξει έστω και μία σφαίρα, θα ακουγόταν εύκολα στη διπλανή βραχονησίδα. Πρέπει να ρωτήσετε και τους Έλληνες ΟΥΚ γι’ αυτό. Ήταν μια πολύ ήσυχη νύχτα. Δεν έπεσε ούτε ένας πυροβολισμός».
«Πόσες ώρες παραμείνατε στη βραχονησίδα;»
«Εξίμισι ώρες. Ήμασταν εκεί από τις 01.40 και λάβαμε διαταγές κοντά στις 8 το πρωί ότι και οι δύο πλευρές θα έπαιρναν τις σημαίες τους και θα έφευγαν από τα νησιά. Και ακριβώς στις 8 το πρωί, ένα από τα ελληνικά σκάφη πλησίασε πολύ κοντά στην ανατολική βραχονησίδα, και οι Έλληνες κομάντος πήραν τις σημαίες τους και μετακίνησαν τα σκάφη τους. Τους είδα να φεύγουν από το νησί και, περίπου δέκα λεπτά αργότερα, στις 8.10, πήρα τη σημαία μας και διέταξα όλους τους άντρες μου να ετοιμαστούν για τα σκάφη μας, ώστε να επιστρέψουμε στην αποστολή μας. Ήταν μια πολύ κρύα, βροχερή και τεταμένη νύχτα, αλλά τελικά ήμασταν πολύ χαρούμενοι που δεν συνέβη τίποτα».
«Όταν επιστρέψατε στη βάση σας, τι σας είπαν;»
«Όταν επιστρέψαμε στο Γκιουμουσλούκ, υπήρχαν πολλοί Τούρκοι με σκάφη που μας συνόδευσαν και μας έλεγαν: “Σας ευχαριστούμε, το εκτιμούμε πολύ”. Όταν φτάσαμε στη βάση, υπήρχαν κάμερες από όλα τα τηλεοπτικά κανάλια. Εγώ ήμουν υποπλοίαρχος και όλοι ζητούσαν μια δήλωση. Τους απάντησα: “Κάναμε τη δουλειά μας. Δεν έχω να πω τίποτε άλλο”.
»Στη συνέχεια χρειάστηκε να περιμένουμε για μερικές ώρες, λόγω έλλειψης επικοινωνίας με τη βάση μας, μέχρι να σταλεί λεωφορείο για να μας μεταφέρει πίσω στο Μπόντρουμ. Πήγαμε εκεί και πιστέψαμε ότι [η κρίση] είχε τελειώσει και ότι θα επιστρέφαμε άμεσα στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, μας ενημέρωσαν ότι η ένταση συνεχιζόταν και ότι θα επιστρέφαμε ξανά στη ναυτική βάση, όπου τελικά παραμείναμε σχεδόν τρεις μήνες. Ήταν κάτι σαν παρατεταμένη εκπαίδευση, καθώς δεν συνέβη τίποτα ουσιαστικό».

