«Θεέ μου, έχουμε σοβαρό πρόβλημα!»

Ο Ινάλ Μπατού (1936-2013), τότε υφυπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, αρμόδιος για τις ελληνοτουρκικές υποθέσεις και ένας από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, λίγα χρόνια μετά την κρίση είχε δώσει τη δική του οπτική

7' 8" χρόνος ανάγνωσης

Ο Ινάλ Μπατού (1936-2013), τότε υφυπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, αρμόδιος για τις ελληνοτουρκικές υποθέσεις και ένας από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, λίγα χρόνια μετά την κρίση είχε δώσει τη δική του οπτική. Ο Μπατού αφηγείται πώς μια φαινομενικά περιορισμένη εδαφική διαφορά εξελίχθηκε στη σοβαρότερη και πιο επικίνδυνη αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

«Με τη Χουριέτ συνειδητοποίησαν ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε»

«Εκείνη την εποχή, η οικογένεια μου ζούσε στη Νέα Υόρκη και είχα πάει για να περάσω τις διακοπές μου και το νέο έτος εκεί. Όταν επέστρεψα στην Τουρκία, ένας νεαρός Τούρκος διπλωμάτης, ένας από τους συνεργάτες μου, μου ανέφερε με πολλή άνεση αυτό που είχε συμβεί [σ.σ. προσάραξη “Figen Akat”] και μου έδειξε την ανταλλαγή των διπλωματικών σημειωμάτων. Μόλις τα είδα, συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί κάτι πολύ σοβαρό αν κάποιος ενεργούσε ανεύθυνα. Έτσι, επειδή ήταν μια τυπική εδαφική διαμάχη, φρόντισα να μη διαρρεύσει ούτε μία λέξη στον Τύπο και ήμουν πολύ αυστηρός. Είπα: “Αν διαρρεύσει μία λέξη στον Τύπο για το περιστατικό, θα θυμώσω πολύ, και όποιος είναι υπεύθυνος για αυτήν τη διαρροή θα υποφέρει”. Και θυμάμαι ότι μίλησα με πολύ σκληρή γλώσσα στους φίλους μου στο Υπουργείο Εξωτερικών». 

«Όμως, λίγες μέρες αργότερα», αφηγείται, «άρχισαν να έρχονται αναφορές από την Ελλάδα. Ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια ανέφεραν το θέμα ως “πώληση ελληνικού εδάφους στους Τούρκους” και Έλληνες πολιτικοί τσακώνονταν μεταξύ τους. Και τότε είπα: “Θεέ μου, έχουμε σοβαρό πρόβλημα!” Έτσι άρχισα να διαβάζω τα πάντα που ήταν διαθέσιμα για το ιστορικό υπόβαθρο των “δίδυμων βραχονησίδων”. Αλλά ήταν πολύ αργά για οποιαδήποτε ακαδημαϊκή εργασία, και αρχίσαμε να οδεύουμε προς μια πολύ σοβαρή σύγκρουση, πιθανώς μια ένοπλη σύγκρουση».

Κατά τον Μπατού, η πραγματική καμπή ήρθε με τα πρωτοσέλιδα της Χουριέτ. «Δύο Τούρκοι δημοσιογράφοι έπλευσαν σε έναν από τους βράχους και ύψωσαν την τουρκική σημαία. Η αντίδραση της Ελλάδας ήταν πολύ έντονη, και εκείνη τη στιγμή βρισκόμασταν στη μέση μιας τρομερής εσωτερικής κρίσης, κάτι που είναι καθημερινό φαινόμενο στην Τουρκία. Έτσι, η πρώτη φορά που οι Τούρκοι πολιτικοί συνειδητοποίησαν ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε, ήταν με τον τίτλο στη Χουριέτ». 

«Ούτε ένα βότσαλο δεν θα δοθεί στους Έλληνες»

«Την ίδια μέρα», εξηγεί, «χωρίς καμία οδηγία από τον υπουργό, έκανα μια πολύ έντονη δήλωση εναντίον αυτών των δύο Τούρκων δημοσιογράφων, κάτι που ήταν πολύ επικίνδυνο για εμένα. Αλλά πήρα το ρίσκο και επέκρινα έντονα αυτή την ανεύθυνη συμπεριφορά η οποία ακολούθησε την αντίστοιχη ανεύθυνη συμπεριφορά της Ελλάδας, δηλαδή του δημάρχου της Καλύμνου. Τότε ξεκίνησε ένας πόλεμος ανακοινώσεων, και θυμάμαι ότι μίλησα με τον Έλληνα πρέσβη, ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη Ελλήνων κομάντος στο Καρντάκ [Ίμια]. Και αυτό με έκανε να νιώσω λίγο πιο άνετα. Νόμιζα ότι μιλούσε με βάση τα γεγονότα. Δεν λέω ότι μας έλεγε ψέματα, αλλά πιθανώς δεν ήξερε ότι οι Έλληνες είχαν ανέβει στη βραχονησίδα. Και με την αποστολή των Ελλήνων κομάντος η κρίση έγινε πολύ επικίνδυνη. Η πιο επικίνδυνη και πιο κρίσιμη σύγκρουση που έλαβε χώρα μεταξύ των δύο χωρών μας από τον πόλεμο».

Λίγο πριν από την κορύφωση της κρίσης, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη υψηλού επιπέδου, με τη συμμετοχή της πρωθυπουργού Τανσού Τσιλέρ, του υπουργού Εξωτερικών Ντενίζ Μπαϊκάλ, της στρατιωτικής ηγεσίας και του αρχηγού της Eθνικής Yπηρεσίας Πληροφοριών. 

Ο Μπατού θυμάται τη συνάντηση. «Ήταν μια σύσκεψη υψηλού επιπέδου, και η Τσιλέρ έδωσε εντολές για την αποχώρηση των Ελλήνων κομάντος από το νησί. Όχι με τη βία, αλλά το υπονοούσε. Δεν μπήκε σε λεπτομέρειες, αλλά ήθελε οι Έλληνες κομάντος να επιστρέψουν και να εγκαταλείψουν το Καρντάκ».

Είναι αλήθεια ότι είπε «τραβήξτε τους από τον αυτιά και βγάλτε τους από εκεί», ρωτάμε. «Δεν είπε “αυτιά”, αλλά κάτι παρόμοιο. Είναι μια τυπική τουρκική έκφραση και τη χρησιμοποιούμε για τα μικρά παιδιά. “Βγάλτε τα από το δωμάτιό τους τραβώντας τα από τα αυτιά ”. Και όταν συνάντησε τον Τύπο την ίδια μέρα, είπε: “Ούτε ένα βότσαλο δεν θα δοθεί στους Έλληνες. Η ελληνική σημαία θα κατέβει και τα ελληνικά στρατεύματα θα αποχωρήσουν”. Αυτά ήταν τα λόγια που χρησιμοποίησε μετά από τη συνάντηση της με τον πρόεδρο [Ντεμιρέλ]». 

Στην ερώτηση για την αντίδραση του στρατού στις οδηγίες της, απαντά: «Ο στρατός μας ενήργησε με πολύ πειθαρχημένο τρόπο. Όταν τους δόθηκαν οι οδηγίες, δεν έθεσαν αντίρρηση. Είχαμε μια συνάντηση περίπου 36 ώρες πριν οι Τούρκοι κομάντος σταλούν στο άλλο δίδυμο νησί. Και όταν άκουσα τις οδηγίες που δόθηκαν στον στρατό, συνειδητοποίησα ότι βρισκόμασταν στο χείλος του πολέμου με την Ελλάδα, κάτι που είναι πολύ σοβαρό και τρομερό για τις δύο χώρες. 

»Προσπάθησα να βρω έναν τρόπο να τον σταματήσω ή να τον καθυστερήσω. Οπότε συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν δύο βράχοι. Αν οι Έλληνες είναι στον έναν, εμείς μπορούσαμε να είμαστε στον άλλον. Έτσι, κάποιος θα παρέμβει, οι Αμερικανοί ή η Ευρωπαϊκή Ένωση, και θα μας ζητήσει να φύγουμε και οι δύο. Και έτσι ο πόλεμος θα μπορούσε να αποφευχθεί. Δεν περίμενα από τους άλλους να θεωρήσουν την ιδέα μου εξαιρετική, και ήμουν πολύ χαρούμενος όταν ο στρατός είπε ότι ήταν μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Η συνάντηση ολοκληρώθηκε και όλοι πήγαμε σπίτια μας. Την επόμενη μέρα πήγα στο Αρχηγείο του Ναυτικού, όπου συνάντησα τον Γκιουβέν Ερκάγια [σ.σ. επικεφαλής του Ναυτικού], στον οποίο άρεσε πολύ η ιδέα μου, και ήταν ο πρώτος που ενημέρωσε την τουρκική κοινή γνώμη για αυτό το επεισόδιο. Μετά έγιναν μερικές σύντομες τηλεφωνικές συνομιλίες με την πρωθυπουργό και τον αρχηγό του Επιτελείου, στρατηγό Καρανταγί, και όλοι είπαν: “Εντάξει, προχωρήστε”. Έτσι, περάσαμε άλλη μια νύχτα στο Υπουργείο Εξωτερικών… γιατί ήμουν πολύ ανήσυχος. Ξέρετε, αν οι Τούρκοι ΟΥΚ που στάλθηκαν στον δίδυμο βράχο εντοπίζονταν και αναχαιτίζονταν από τους Έλληνες, θα μπορούσαμε να έχουμε πόλεμο. 

»Προσπαθούσα να αποτρέψω και να εμποδίσω τον πόλεμο, αλλά η λύση που πρότεινα θα μπορούσε επίσης να ξεκινήσει έναν πόλεμο αν τους αναχαιτίζανε. Δεν είμαι στρατιωτικός, δεν ήξερα πόσο μεγάλες πιθανότητες είχαν να φτάσουν στον δεύτερο βράχο χωρίς να εντοπιστούν από τους Έλληνες που ήταν παντού γύρω, αλλά αυτό που συνέβη ήταν ένα θαύμα για μένα. Και όταν, γύρω στις 3 ή 4 το πρωί, μάθαμε ότι είχαν φτάσει με ασφάλεια στο δεύτερο νησάκι, τότε κατάλαβα ότι δεν θα γινόταν πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας».

«Όλοι προσπάθησαν να παρέμβουν»

Ο Μπατού υποστηρίζει ότι γνώριζε πως στο δεύτερο νησάκι δεν υπήρχαν Έλληνες κομάντος. «Εκείνη την εποχή, αυτά τα πράγματα ήταν πολύ εύκολο να τα μάθεις. Και γι’ αυτό είπα ότι ήταν θαύμα που οι τουρκικές ειδικές δυνάμεις δεν εντοπίστηκαν ή δεν αναχαιτίστηκαν από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις». 

Την ίδια ώρα, στο παρασκήνιο, ο πρόεδρος Κλίντον τηλεφωνούσε στον Ντεμιρέλ για αποκλιμάκωση, ενώ ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Χαβιέ Σολάνα συνομιλούσε με τον υπουργό Εξωτερικών Ντενίζ Μπαϊκάλ. «Όλοι προσπάθησαν να παρέμβουν», αναφέρει ο Μπατού. «Υπήρχαν δύο κανάλια. Το ένα κανάλι ήταν ο πρόεδρός μας και οι ομόλογοί του σε όλο τον κόσμο, όχι η Τσιλέρ. Και ο Ντεμιρέλ δέχτηκε κλήσεις από κάποιους πολύ σημαντικούς ανθρώπους, όπως τον Κλίντον. Το δεύτερο κανάλι ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Μπαϊκάλ. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Σολάνα τον κάλεσε, καθώς και μερικοί άλλοι. Καθόμουν μόλις δύο μέτρα μακριά του. Ήταν μια μακρά νύχτα. Ο Αμερικανός υφυπουργός Χόλμπρουκ ήταν σε στενή επαφή με τον Οϊμέν, τον υφυπουργό Εξωτερικών μας – και νομίζω ότι αυτό ήταν το πιο ενεργό κανάλι εκείνη τη νύχτα. Ο πόλεμος δεν ξέσπασε και η ειρήνη αποκαταστάθηκε. Υπήρχε ένα μορατόριουμ εκείνη τη νύχτα, που ήταν σημαντικό όχι μόνο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά ήταν ένα παράδειγμα της ευρωπαϊκής αναποτελεσματικότητας και της αμερικανικής αποτελεσματικότητας. Οι Έλληνες επέστρεψαν πίσω και αποσύραμε τους άντρες μας από τον άλλο βράχο, και δημιουργήθηκε μια ουδέτερη ζώνη». 

«Το διάστημα που ακολούθησε», προσθέτει, «είχαμε μερικά αστεία επεισόδια. Για παράδειγμα, υπήρχαν κάποιες κατσίκες εκεί [σ.σ. στα Ίμια] και οι Έλληνες έρχονταν να τις ταΐσουν. Ακόμα και αυτό ήταν μια διπλωματική σύγκρουση, καθώς οι ψαράδες μας πλησίαζαν πολύ, και τα ελληνικά περιπολικά σκάφη πήγαιναν εκεί και αντιμετωπίζονταν από τα τουρκικά περιπολικά σκάφη». 

Στην ερώτηση αν υπήρξαν μηνύματα μέσω των Αμερικανών ότι από την ελληνική πλευρά δεν θα γινόταν χρήση βίας, απαντά: «Οι Αμερικανοί έχουν τη φήμη ότι γνωρίζουν τα πάντα, αλλά δεν γνώριζαν ότι στέλναμε και εμείς τους δικούς μας εκεί. Μας ζητούσαν συνεχώς: “Μην κάνετε τίποτα. Θα φροντίσουμε να αποσυρθούν οι Έλληνες. Μην κάνετε καμία ανοησία. Σας υποσχόμαστε ότι οι Έλληνες κομάντος θα φύγουν από τα Καρντάκ”. Προσποιούνταν ότι δεν γνώριζαν την απόφασή μας να στείλουμε τα αγόρια μας στον επόμενο βράχο. Αυτή η απόφαση είχε ληφθεί περισσότερες από 24 ώρες νωρίτερα, αλλά οι Αμερικανοί δεν το γνώριζαν, ή προσποιούνταν ότι δεν το γνώριζαν. Αν δεν το είχαμε κάνει, αυτή η κρίση θα συνεχιζόταν ατέλειωτα και δεν νομίζω ότι η ελληνική κυβέρνηση, θα έβρισκε εύκολο να αποσύρει τους κομάντος της από τα Καρντάκ. Πιστεύω ότι αυτό που κάναμε ήταν λίγο ριψοκίνδυνο, αλλά ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε σε αυτές τις πολύ δύσκολες μέρες».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT