«Λυπούμαστε για τους πιλότους και τις οικογένειές τους»

«Λυπούμαστε για τους πιλότους και τις οικογένειές τους»

Πριν από δύο χρόνια, ο Ονούρ Οϊμέν, που από πολλούς θεωρείται ο «αρχιτέκτονας» της κρίσης των Ιμίων, μίλησε στην «Κ» για εκείνες τις ημέρες και το παρασκήνιο της κρίσης. Στενός συνεργάτης της Τανσού Τσιλέρ και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, περιέγραψε την ασταθή κατάσταση που επικρατούσε τότε στο εσωτερικό της τουρκικής κυβέρνησης

4' 56" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η αστάθεια

«Όταν ξέσπασε η κρίση, ήταν μια περίοδος που στην Τουρκία και στην Ελλάδα υπήρχε αλλαγή κυβερνήσεων, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών μας είχε πρόσφατα αντικατασταθεί. Σκεφτείτε ότι υπήρξαν έξι φορές αλλαγές υπουργών στο ΥΠΕΞ σε δυόμισι χρόνια. Δεν ήταν και η πιο σταθερή περίοδος». 

«Όταν συνέβη το περιστατικό με το “Figen Akat”», προσθέτει, «αντιληφθήκαμε ότι τα Καρντάκ [Ίμια] ήταν καταχωρισμένα στα έγγραφα της τοπικής τουρκικής κυβέρνησης ως μέρος της τουρκικής επικράτειας, και συμβουλευτήκαμε διεθνείς χάρτες που τα εμφανίζουν εντός των τουρκικών χωρικών υδάτων. Στη συνέχεια συμβουλευτήκαμε και άλλες υπηρεσίες, που μπορεί να ήταν ενημερωμένες για την ιστορία των νησιών, και ανακαλύψαμε ότι δεν υπήρχε καμία απολύτως αμφιβολία για το πού υπάγονταν. Όμως εκείνη τη στιγμή δεν θέλαμε να δημιουργήσουμε πολιτικό πρόβλημα γιατί το θέμα με το καράβι λύθηκε και δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνουμε».

Τις μέρες που ακολούθησαν, η ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και ο πρέσβης Νεζερίτης βρίσκονταν σε επικοινωνία με το τουρκικό ΥΠΕΞ. Ο Οϊμέν λέει: «Προφορικά, η ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα ισχυριζόταν ότι επρόκειτο για ελληνικό έδαφος. Οι διπλωμάτες σας επισκέφτηκαν το Υπουργείο μας, συνομίλησαν μαζί μου και με τον υπουργό Μπαϊκάλ και προέβαλαν τα επιχειρήματά τους. Εμείς, από την πλευρά μας, τους εξηγήσαμε ότι, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως τα νησιά ήταν τουρκικό έδαφος και ότι για εμάς δεν υπάρχει καμία συζήτηση για αυτό. Έπειτα ο υπουργός μας επισκέφθηκε την Τσιλέρ και δήλωσε το ίδιο. Οπότε για εμάς το θέμα είχε ήδη κλείσει».

Η κλιμάκωση

Σύμφωνα με τον Οϊμέν, η κλιμάκωση της κρίσης ξεκίνησε στις 25 Ιανουαρίου, όταν ο δήμαρχος Καλύμνου, Δημήτρης Διακομιχάλης, μετέβη στην ανατολική νησίδα (Μικρή Ίμια) και ύψωσε την ελληνική σημαία. Όπως επισημαίνει, «ο ελληνικός Τύπος έγραψε αρκετά άρθρα σχετικά με το θέμα, και αυτό δημιούργησε δημόσια αντίδραση και στις δύο χώρες. Ο δήμαρχος Καλύμνου έφερε μια ελληνική σημαία και την τοποθέτησε στο Καρντάκ, ενώ στη συνέχεια ο τουρκικός Τύπος αντέδρασε με σειρά άρθρων. Αυτό οδήγησε κάποιους Τούρκους δημοσιογράφους να μεταβούν στη βραχονησίδα, να κατεβάσουν την ελληνική σημαία και να βάλουν αντί αυτής την τουρκική. Όλο αυτό το ζήτημα προκάλεσε μεγάλη πολιτική κρίση».

Σύμφωνα με τον Τούρκο διπλωμάτη, «η ελληνική κυβέρνηση ενήργησε επίσημα, έστειλε στρατεύματα και τοποθέτησαν την ελληνική σημαία. Ο κ. Πάγκαλος είπε ότι “αυτή η σημαία δεν θα αποσυρθεί ποτέ και τα στρατεύματα δεν θα επιστρέψουν ποτέ”. Έτσι προκλήθηκε πολιτική κρίση μεταξύ των χωρών, ενώ στο υπουργείο συζητήσαμε για το πώς μπορούμε να αντιδράσουμε. Χρησιμοποιήσαμε όλους τους διπλωματικούς διαύλους και όλα τα μέσα για να επικοινωνήσουμε με την ελληνική κυβέρνηση».

«Ωστόσο», συνεχίζει, «η θέση του κ. Πάγκαλου δεν άφηνε περιθώρια ελιγμών σε κανέναν. Ως εκ τούτου, συζητήσαμε με την κυβέρνηση σε ανώτατο επίπεδο και αποφασίσαμε ότι σε περίπτωση που οι Έλληνες δεν δεχθούν τη διπλωματική επίλυση του προβλήματος, ο μόνος τρόπος να αποτρέψουμε τις ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης είναι στέλνοντας στρατεύματα όχι στα μικρά νησιά όπου στάθμευαν ελληνικά στρατεύματα, αλλά στην άλλη βραχονησίδα (Δυτική Ίμια), αποφεύγοντας οποιαδήποτε αντιπαράθεση, και έπειτα να προσπαθήσουμε να το λύσουμε μέσω της διπλωματίας».

Ο αμερικανικός παράγοντας

Στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, οι Αμερικανοί παρακολουθούν τα τεκταινόμενα. Ο υπεύθυνος της αμερικανικής διπλωματίας και κύριος διαμεσολαβητής Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ βρισκόταν σε ανοικτή γραμμή με τα δύο υπουργεία Εξωτερικών. «Τον Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ τον γνώριζα από προηγούμενες συναντήσεις μας», θυμάται ο Οϊμέν. «Κατά τις 3 τα ξημερώματα [31 Ιανουαρίου] μου τηλεφώνησε και μου είπε: “Ακούσαμε ότι τα τουρκικά στρατεύματα πρόκειται να αποβιβαστούν στο Καρντάκ. Είναι αλήθεια; Μια τέτοια πράξη δημιουργεί μια σοβαρή κατάσταση”. Του απάντησα, “έχετε λάθος πληροφορία”, και μου λέει: “Τώρα είμαι ανακουφισμένος”. Και του ανταπαντώ: “Μην ανακουφίζεστε, γιατί τα στρατεύματά μας είναι ήδη εκεί. Δεν σχεδιάζουν να αποβιβαστούν, αλλά είναι ήδη εκεί, διότι δεν υπάρχει δυνατότητα επίλυσης του προβλήματος μέσω της διπλωματίας, και ο μόνος τρόπος για να πείσουμε την ελληνική κυβέρνηση να αποσύρει τα στρατεύματά της, είναι να πάρει πίσω τη σημαία της”. 

»Είχαμε τέσσερις ή πέντε τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Χόλμπρουκ. Στο τέλος της νύχτας μάς είπε: “Σε περίπτωση που τα ελληνικά στρατεύματα αποσυρθούν και η ελληνική σημαία απομακρυνθεί, η τουρκική κυβέρνηση να είναι έτοιμη να πάρει πίσω τα στρατεύματά της”.

»Μίλησα με τον υπουργό Μπαϊκάλ και με τους ανωτέρους μου, και τόνισαν ότι αυτή ήταν η αρχική μας θέση. Δεν ήταν στις προθέσεις μας να εισβάλουμε σε κανένα νησί ή να στείλουμε στρατεύματα σε κάποιο νησί αυτής της περιοχής, αλλά αναγκαστήκαμε από τους Έλληνες να προβούμε σε μια τέτοια ενέργεια. Πρέπει να σημειώσω ότι από τις πρώτες ώρες της επόμενης ημέρας [1η Φεβρουαρίου] είχαμε επιστρέψει στην προηγούμενη κατάσταση και δεν υπήρξε καμία περαιτέρω αντιπαράθεση και κανένα πρόβλημα, ενώ οι Έλληνες απέσυραν τα στρατεύματά τους και εμείς πήραμε πίσω τα δικά μας. Οπότε δεν υπήρχε πλέον τοποθετημένη η ελληνική σημαία. Αυτό δημιούργησε μια status quo ante».

Η εκτόνωση

Ωστόσο, η απώλεια των τριών μελών του πληρώματος του ελικοπτέρου «ΠΝ 21» σημάδεψε την έκβαση της κρίσης. Ο Οϊμέν λέει: «Η πτώση του ελικοπτέρου ήταν προφανώς ατύχημα. Λυπούμαστε πολύ για τους πιλότους, για τις οικογένειές τους και για την ελληνική κυβέρνηση. Η μελέτη του συμβάντος και οι πληροφορίες που έχουμε είναι ότι πρόκειται για ατύχημα. Συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας και πιθανόν να είχαν προβλήματα με τον εξοπλισμό νυχτερινής όρασης. Δεν ξέρω περισσότερα, καθώς δεν έχουμε αναφορά για το ατύχημα από την ελληνική πλευρά, αλλά αυτή η κρίση ήταν μια περιττή κατάσταση και είναι κρίμα που οι τρεις αεροπόροι έχασαν τη ζωή τους». 

Στο ερώτημα αν είχε δοθεί εντολή στους στρατιώτες να προσβάλουν ή να καταρρίψουν τα ελληνικά πτητικά μέσα, ο Οϊμέν δηλώνει: «Το ελικόπτερο δεν καταρρίφθηκε. Δεν είχαμε τέτοια πολιτική, ούτε τέτοια πρόθεση και, φυσικά, δεν δόθηκαν τέτοιες οδηγίες στους στρατιώτες μας».

«Ειλικρινά μιλώντας», επισημαίνει, «δεν περίμενα έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας, γιατί ήμουν αρκετά σίγουρος ότι οι Έλληνες θα αντιλαμβάνονταν πως η Τουρκία είναι αποφασισμένη, και έκαναν αυτό που περιμέναμε να κάνουν, δηλαδή απέσυραν τα στρατεύματά τους και τη σημαία τους, και έτσι δεν δημιουργήσαμε κανένα πρόσθετο πρόβλημα στον Τύπο ή στην κοινή γνώμη. Επομένως, η εκτίμησή μου είναι ότι επρόκειτο για σοβαρή κρίση εκείνη τη στιγμή, η οποία τελείωσε».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT