Στις 27 Ιανουαρίου, ελικόπτερο του τουρκικού τηλεοπτικού σταθμού Kanal D και της εφημερίδας Χουριέτ αποβιβάζει τους δημοσιογράφους Τζεσούρ Σερτ και Φατίχ Αλταϊλί στη Μικρή Ίμια. Οι Τούρκοι δημοσιογράφοι, αφού υποστέλλουν την ελληνική σημαία, υψώνουν την τουρκική και τραβούν φωτογραφίες. Την επόμενη μέρα, η Χουριέτ δημοσιεύει τις εικόνες με τους Τούρκους δημοσιογράφους στη βραχονησίδα. Σήμερα, ο πρώην διευθυντής της Χουριέτ, Ερτουγρούλ Οζκιόκ, περιγράφει πώς ελήφθη η απόφαση για την κάλυψη του περιστατικού.
«Είναι μια βαρετή είδηση»
«Στην πρωινή συνάντηση του προσωπικού υπήρχαν ειδήσεις για ένα ναυάγιο σε ένα βραχώδες νησί, το όνομα του οποίου δεν είχαμε ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Θυμάμαι ότι βρισκόταν πολύ κοντά στο Μπόντρουμ [Αλικαρνασσός], αλλά προσωπικά δεν το είχα ακούσει ποτέ. Πρέπει να σας πω ότι, όταν ήμουν αρχισυντάκτης της Χουριέτ, μία από τις πρώτες δηλώσεις μου προς το προσωπικό της εφημερίδας ήταν ότι δεν μου αρέσουν πολύ τα νέα που έρχονται από την Αθήνα σχετικά με τις τουρκο-ελληνικές σχέσεις, επειδή είναι πολύ βαρετά. Επομένως, όταν άκουσα για πρώτη φορά ότι είχε συμβεί ένα ναυάγιο σε ένα νησί, του οποίου μόλις έμαθα το όνομα, είπα: “Εντάξει, είναι μια βαρετή είδηση. Ξέχνα το”.
»Κατά τη διάρκεια 10-15 ημερών δεν δημοσιεύσαμε καμία είδηση. Προσωπικά, ως αρχισυντάκτης, δεν άκουσα καμία είδηση για το πλοίο. Μια μέρα διαβάσαμε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Μιλιέτ (Milliyet), ενός ανταγωνιστή μας, το εξής: “Εδώ είναι το νησί όπου υπάρχει διαμάχη μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας”. Στην πρωινή συνάντηση του προσωπικού μίλησα με τον συντάκτη ειδήσεων και του είπα: “Τι είναι αυτό; Η Μιλιέτ πήγε στο νησί και εσείς δεν κάνατε τίποτα;” και μου απάντησε: “Είπατε ότι δεν σας ενδιέφερε”. Είχαν δίκιο, αλλά μου είπαν ότι η Μιλιέτ πήγε σε άλλο νησί, ότι αυτό δεν ήταν το Καρντάκ [Ίμια] και ότι ο άνθρωπός μας ήταν καθ’ οδόν προς τα κει. Νοίκιασαν ένα ελικόπτερο, πήγαν στο νησί και το απόγευμα είχαμε μια φωτογραφία».
«Πρέπει να σας πω ότι δεν ήξερα ότι υπήρχε ελληνική σημαία εκεί», ομολογεί, «αλλά οι άνδρες μου έβγαλαν την ελληνική σημαία και έβαλαν την τουρκική. Ωστόσο δεν δώσαμε καμία τέτοια εντολή. Έτσι, βάλαμε τη φωτογραφία και γράψαμε: “Εδώ είναι το νησί Καρντάκ και είναι τουρκικό”».
«Ο τίτλος ήταν υπέροχος»
Σύμφωνα με παλαιότερες δηλώσεις του Τούρκου δημοσιογράφου της Χουριέτ, που τοποθέτησε την τουρκική σημαία, Τζεσούρ Σερτ, ο διευθυντής της εφημερίδας, Ερτουγρούλ Οζκιόκ, τον κάλεσε το πρωί της 27ης Ιανουαρίου και του ανέθεσε μια δημοσιογραφική αποστολή που θα τον «έκανε γνωστό σε όλη τη χώρα». Ωστόσο, ο Οζκιόκ διαφωνεί πως εκείνος έδωσε εντολή για την τοποθέτηση της τουρκικής σημαίας.
«Πιθανόν έλαβε εντολή από το γραφείο του αρχισυντάκτη μας», τονίζει. «Όχι από μένα. Εγώ δεν έδωσα καμία εντολή να πάρουν μια σημαία και να την τοποθετήσουν εκεί. Επειδή δεν πήρα στα σοβαρά την είδηση. Ανέλαβα όλες τις ευθύνες για τα 20 χρόνια της εφημερίδας και είμαι υπεύθυνος για τα πρωτοσέλιδά της. Οπότε, αν είχα δώσει αυτήν την εντολή, θα το έλεγα πολύ εύκολα, αλλά δεν το έκανα. Πιθανόν, ένας από τους δημοσιογράφους μου το έκανε και δεν μου είπε τίποτα, γι’ αυτό και δεν ρώτησα. H φωτογραφία ήταν ωραία, και για εμάς ο τίτλος ήταν υπέροχος».
Ο έτερος Τούρκος δημοσιογράφος που ανέβηκε στη βραχονησίδα, ο Φατίχ Αλταϊλί, έχει αφηγηθεί ότι, κατά τη διάρκεια της σύνταξης της πρώτης σελίδας, είπε: «Αδερφέ, τι κάνουμε; Αυτός ο τίτλος θα προκαλέσει πόλεμο». «Γιατί, λοιπόν, αποφασίσατε αυτόν τον τίτλο;» τον ρωτάμε. «Μετά τα γεγονότα ο καθένας μπορεί να πει μια ιστορία, τη δική του ιστορία», απαντάει. «Ο Φατίχ δεν ήταν στη συνάντηση του προσωπικού του τμήματος ειδήσεων. Του είπαμε να πάει στο Μπόντρουμ για να καλύψει την ιστορία από εκεί, και έκανε καλή δουλειά».
«Αλλά, ξέρετε», λέει, «μπορούμε να σας κάνουμε τις ίδιες ερωτήσεις. Ποια ήταν η στάση του ελληνικού Τύπου; Παρακολούθησα τον ελληνικό Τύπο. Η στάση του δεν ήταν διαφορετική από τη στάση του τουρκικού Τύπου. Και στις δύο πλευρές εκείνη την εποχή υπήρχαν εθνικιστικά συναισθήματα και οι εφημερίδες τα αποτύπωναν. Έτσι, μετά από 30 χρόνια, είναι πολύ εύκολο να κάνεις ερωτήσεις. Μετά από τόσα χρόνια, ακόμα δεν ξέρω σε ποιον ανήκει το νησί [σ.σ. τα Ίμια], γιατί δεν έκανα ερωτήσεις».
«Είχατε απευθείας γραμμή επικοινωνίας με την Τσιλέρ ή το Υπουργείο Εξωτερικών;» τον ρωτάμε. «Όταν το αεροπλάνο της πρωθυπουργού Τσιλέρ προσγειώθηκε στην Άγκυρα, έμαθε την κατάσταση [ναυάγιο] μετά από ερώτηση του ανταποκριτή μας. Δεν το ήξερε γιατί κανείς δεν έδωσε σημασία. Αλλά ας είμαστε σοβαροί, υπήρχε μια ανόητη διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για να σωθεί ένα ανόητο ναυάγιο σε δύο μικρούς βράχους. Στο νησί υπήρχαν μόνο μερικές κατσίκες και ξαφνικά είδαμε ότι ξέσπασε κρίση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας».
«Δύο κράτη, σοβαροί άνθρωποι, δεν μπορούσαν να βρουν λύση», υπογραμμίζει ο Οζκιόκ και συνεχίζει: «Μια εφημερίδα είπε ότι αυτό είναι τουρκικό νησί, και την επόμενη μέρα είδαμε το αντίθετο αυτής της εικόνας στα ελληνικά μέσα, καθώς από την Κάλυμνο υπήρχε μια ομάδα με έναν ιερέα επικεφαλής, που πήγαν εκεί [29 Ιανουαρίου]. Όταν το είδα αυτό, είπα μέσα μου: “Τα πράγματα σοβαρεύουν. Δεν πρόκειται πια για αστείο”.
»Έτσι, από εκείνη τη στιγμή αλλάξαμε τη στάση μας. Τότε, η πρωθυπουργός μάς είπε ότι “αν δεν την κατεβάσετε εσείς [τη σημαία], θα την κατεβάσουμε εμείς”. Αυτός ήταν ο τίτλος· αυτό που ακολούθησε ήταν μια χιονοστιβάδα».
«Ως διευθυντής μίας από τις μεγαλύτερες τουρκικές εφημερίδες, της Χουριέτ, ανησυχούσατε ότι η κρίση θα μπορούσε να κλιμακωθεί ή και να οδηγήσει σε πόλεμο;» τον ρωτάμε. «Κατηγορούμε τη στάση του Τύπου και σε έναν βαθμό είναι φυσιολογικό», λέει. «Μπορείτε να με κατηγορήσετε για τα πάντα και να κριτικάρετε τη στάση μου, αλλά ήταν πάνω από 25 ημέρες μετά το ναυάγιο. Για έναν μήνα και οι δύο πλευρές, οι ανώτατοι αξιωματούχοι των Υπουργείων Εξωτερικών δεν μπόρεσαν να βρουν μια λύση για ένα ανόητο ναυάγιο. Γιατί λοιπόν να κατηγορούμε τον Τύπο; Περισσότερες από 25 ημέρες μετά, οι δημοσιογράφοι κάλυψαν τα γεγονότα. Ας ρωτήσουμε τους αρμόδιους γιατί δεν έλυσαν το πρόβλημα».
Η ελληνική σημαία
Τριάντα χρόνια αργότερα, ένα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι τι απέγινε η ελληνική σημαία που υπέστειλαν οι Τούρκοι δημοσιογράφοι. Ο Οζκιόκ θυμάται την ιστορία και την κατάληξή της: «Όταν όλα τελείωσαν, είπα ότι έπρεπε να παραδώσουμε την ελληνική σημαία στο ελληνικό προξενείο στη Σμύρνη. Και είπα στους άντρες μου: “Πλύντε τη σημαία, καθαρίστε την πολύ καλά, βάλτε την σε ένα πολύ ωραίο κουτί και πηγαίνετε στο ελληνικό προξενείο στη Σμύρνη· πείτε τους ότι σας δίνουμε τη σημαία σας και, σας παρακαλούμε, δώστε μας και εσείς την τουρκική σημαία που πήρατε από το νησί”. Το προξενείο σας εκείνη την εποχή είπε ότι δεν μπορεί να αποφασίσει και ότι έπρεπε να ρωτήσει την πρεσβεία σας στην Άγκυρα. Ρώτησαν την πρεσβεία στην Άγκυρα και η πρεσβεία τούς είπε ότι δεν μπορούσε να αποφασίσει και ότι έπρεπε να ρωτήσει το Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα. Στην Αθήνα είπαν ότι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν και ότι έπρεπε να ρωτήσουν το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, και, τελικά, μας απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να δεχτούν αυτή τη σημαία, γιατί αν τη δεχτούν, αυτό σημαίνει ότι ηττηθήκατε στον πόλεμο. Ως εκ τούτου, δεν ξέρω πού είναι σήμερα η σημαία. Πιθανόν να βρίσκεται αποθηκευμένη στο καινούργιο κτίριο της Χουριέτ».
«Τριάντα χρόνια μετά το περιστατικό, αισθάνεστε ένοχος για το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας σας;» τον ρωτάμε. «Για μένα το συμβάν δεν ήταν πρόβλημα μεταξύ των μέσων ενημέρωσης των δύο χωρών», απαντάει ενοχλημένος, «αλλά ήταν το πρόβλημα που δημιούργησαν το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, ο ελληνικός στρατός και ο τουρκικός στρατός. Και εμείς καλύψαμε τα γεγονότα αρκετές ημέρες αργότερα. Ξέρετε γιατί δεν αισθάνομαι ένοχος; Γιατί όλες αυτές τις ημέρες, μετά το συμβάν με το πλοίο, δεν έβαλα καμία μικρή είδηση. Μετά από 25 μέρες, ξαφνικά, μία από τις εφημερίδες της χώρας μας πήγε εκεί [Μιλιέτ], και λόγω του ανταγωνισμού, μιας και είμαστε η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα, πήραμε την πρωτοβουλία και το κάναμε. Αν με ρωτάτε σήμερα αν θα έκανα το ίδιο ως αρχισυντάκτης; Όχι, δεν θα το έκανα…»

