«Η κρίση κλιμακώθηκε από άναρχους χειρισμούς αναρμόδιων παραγόντων»

«Η κρίση κλιμακώθηκε από άναρχους χειρισμούς αναρμόδιων παραγόντων»

Ανάμεσα στους στενούς συνεργάτες του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη συγκαταλεγόταν ο Δημήτρης Ρέππας, υπουργός Τύπου και ΜΜΕ και κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο οποίος ενημερώθηκε από τον επικεφαλής του Γραφείου Τύπου στην Άγκυρα, Σταύρο Σταθουλόπουλο

6' 4" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η ενημέρωση

«Η πρώτη ενημέρωση έγινε το πρωί της 30ής Ιανουαρίου 1996, ενώ το ίδιο κιόλας βράδυ, σε νέα επικοινωνία μαζί μου, ο επικεφαλής του Γραφείου Τύπου με ενημέρωσε ότι στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης γινόταν λόγος για επικείμενες επίσημες ανακοινώσεις από την τουρκική κυβέρνηση σχετικά με επιχείρηση που είχαν πραγματοποιήσει οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις σε μία βραχονησίδα, χωρίς να δίνονται περαιτέρω λεπτομέρειες.

»Αμέσως μετά την ενημέρωση αυτή, επικοινώνησα με τον πρωθυπουργό, ο οποίος συμμετείχε σε σύσκεψη στη Βουλή. Παράλληλα, συμμετείχα και εγώ στη σύσκεψη που πραγματοποιούνταν στο γραφείο του πρωθυπουργού μαζί με άλλους αρμόδιους παράγοντες, ενώ ταυτόχρονα βρισκόμουν σε συνεχή επικοινωνία από το γραφείο μου με τα Γραφεία Τύπου δύο ή τριών σημαντικών χωρών, καθώς και με δημοσιογράφους που ζητούσαν διαρκή ενημέρωση».

«Η είδηση του Μπαϊκάλ [σ.σ. για Τούρκους βατραχανθρώπους στη βραχονησίδα] προκάλεσε έκπληξη σε όλους», τονίζει. «Ο πρωθυπουργός ζήτησε αμέσως από τις Ένοπλες Δυνάμεις να επιβεβαιώσουν αν πράγματι ισχύει. Δεν υπήρξε επιβεβαίωση. Αντίθετα, η πληροφορία αξιολογήθηκε αρχικά ως πιθανώς ανακριβής. Όταν ενημέρωσα τον πρωθυπουργό για την κατάληψη, ομολογώ ότι ήμουν ο ίδιος έκπληκτος, όπως εξίσου έκπληκτος ήταν και ο πρωθυπουργός όταν τα άκουσε από εμένα. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι, ενώ είχε δοθεί ρητή εντολή να φυλαχθεί η Ανατολική (Μικρή) Ίμια, αυτό δεν κατέστη δυνατόν, ούτε ότι η φύλαξη δεν ήταν αποτελεσματική.

»Πέρασαν τέσσερις ή και πέντε ώρες μέχρι να αποκτήσουμε πλήρη εικόνα της κατάστασης. Ως αποτέλεσμα, οι συζητήσεις που διεξήχθησαν με τον ξένο παράγοντα κατά το διάστημα αυτό βασίζονταν σε στοιχεία που δεν ήταν απολύτως ακριβή, αφού αγνοούσαμε τι ακριβώς ίσχυε στη Δυτική Ίμια».

«Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ενεργειών παρατηρήθηκε έντονη πύκνωση της παρουσίας ελληνικών και τουρκικών πλοίων και, γενικότερα, στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή», εξηγεί. «Σε έναν ιδιαίτερα περιορισμένο θαλάσσιο χώρο συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός πλοίων και έμψυχου δυναμικού, γεγονός που από μόνο του εγκυμονούσε σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης πολεμικής ανάφλεξης, ακόμη και από μια ελάχιστη αφορμή».

Τίθεται, ωστόσο, ένα κρίσιμο ερώτημα: Γνώριζε η ελληνική κυβέρνηση ότι οι Έλληνες βατραχάνθρωποι θα αποβιβάζονταν μόνο στη μία βραχονησίδα, αφήνοντας την άλλη αφύλακτη; «Ο πρωθυπουργός έδωσε εντολή να φυλαχθεί και η άλλη Ίμια, δηλαδή η Δυτική Ίμια», απαντάει ο πρώην υπουργός. «Ήταν φανερό ότι, αν οι Τούρκοι επιχειρούσαν να αντιδράσουν στις ελληνικές κινήσεις, θα επέλεγαν ως πεδίο δράσης τη λεγόμενη “Δυτική Ίμια”. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτράπηκε. Όταν ερωτήθηκε τότε η στρατιωτική ηγεσία αν η Δυτική Ίμια φυλασσόταν, η απάντηση ήταν ότι φρουρούνταν “επαρκέστατα”. Σύμφωνα με την αναφορά, η Μικρή Ίμια είχε αποκλειστεί από επτά ελληνικά πλοία, γεγονός που καθιστούσε, κατά την εκτίμηση της ηγεσίας, αδύνατη την προσέγγιση από οποιονδήποτε τρίτο. Υποτίθεται, δηλαδή, ότι το νησί ήταν πλήρως φυλαγμένο και προστατευμένο από κάθε επιβουλή. Όπως αποδείχθηκε, αυτό δεν ίσχυε. Τούρκοι κομάντος κατόρθωσαν να αποβιβαστούν στη Δυτική Ίμια.

»Το δεύτερο, και ιδιαίτερα κρίσιμο, ζήτημα ήταν ότι, ενώ η κατάληψη της μικρής αυτής βραχονησίδας από Τούρκους κομάντος διήρκεσε αρκετές ώρες, δεν ήταν εύκολη η άμεση επιβεβαίωση του γεγονότος. Αυτό είναι, επιτρέψτε μου να πω, τραγικό για τις αποφάσεις που οφείλει να λαμβάνει μια υπεύθυνη πολιτική ηγεσία. Να μη γνωρίζει με ακρίβεια ποια είναι τα πραγματικά δεδομένα, την ώρα που καλείται να αποφασίσει πώς θα απεμπλακεί από μια κρίση».

«Την ίδια στιγμή», τονίζει ο Ρέππας, «η στρατιωτική ηγεσία διατύπωσε τη θεωρία του “στρατηγικού πρώτου πλήγματος”, δηλαδή της κλιμάκωσης: Να πλήξουμε πρώτοι, να οδηγηθούμε σε μια στρατιωτική αναμέτρηση, αναγνωρίζοντας, βεβαίως, ότι κάτι τέτοιο θα είχε κόστος και για τη δική μας πλευρά. Ο Κώστας Σημίτης, ακούγοντας τις εισηγήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας, θεωρούσε ότι αυτές οδηγούσαν, ουσιαστικά, σε πόλεμο. Ο πρωθυπουργός, ωστόσο, ήταν απολύτως σαφής. Τόνισε ότι, ακόμη κι αν οδηγηθούμε σε πολεμική σύγκρουση, αυτή δεν κλείνει τον κύκλο της κρίσης. Αντιθέτως, ακολουθεί αναπόφευκτα πολιτικός διάλογος, τον οποίο, όπως και την ίδια την πολεμική σύγκρουση, έπρεπε να αποφύγουμε, καθώς δεν οδηγεί πουθενά».

Ο ρόλος των ξένων δυνάμεων

«Πρέπει να σημειωθεί ότι, σε εκείνη τη δύσκολη συγκυρία, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κράτησαν αποστάσεις. Δεν ανέλαβαν πρωτοβουλία και δεν ανταποκρίθηκαν σε καμία κίνηση της ελληνικής πλευράς, προκειμένου να εμπλακούν στο ζήτημα. Αντιθέτως, ο Κλίντον επικοινώνησε με τον Κώστα Σημίτη.

»Επίσης, όπως προέκυψε από την επικοινωνία Κλίντον-Σημίτη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αφού εκτονώθηκε η κρίση των Ιμίων, πρότειναν στις δύο χώρες να αναζητήσουν τρόπο υπογραφής συνυποσχετικού και να οδηγήσουν το ζήτημα σε διεθνή δικαιοδοσία. Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά υιοθέτησαν την ελληνική θέση.

»Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ότι η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν σε κάποιον βαθμό υπερβολικά χαλαρή. Μεταφερόταν η εντύπωση ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι, ακόμη και ο ίδιος ο πρόεδρος, αντιμετώπιζαν με δυσπιστία το ενδεχόμενο πολέμου Ελλάδας και Τουρκίας για τις συγκεκριμένες νησίδες. Φαινόταν ότι δεν είχαν κατανοήσει πλήρως τη σοβαρότητα της κατάστασης. Δεν μπορούσαν να φανταστούν πως μια τέτοια διένεξη, και μάλιστα με τον τρόπο που ξεκίνησε, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο χωρών που είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ».

Σε ερώτηση γιατί ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ναύαρχος Λυμπέρης, κυκλοφορούσε στη Βουλή με χάρτες, προσπαθώντας να υποδείξει τη θέση των Ιμίων και γιατί οι συσκέψεις γίνονταν στη Βουλή και όχι στον θάλαμο επιχειρήσεων, ο Δημήτρης Ρέππας σημειώνει: «Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκαν από τη ραγδαία εξέλιξη της κρίσης, η οποία κλιμακώθηκε από παράλογους και άναρχους χειρισμούς αναρμόδιων παραγόντων. Επιπλέον, δεν ήθελαν να δοθεί η εντύπωση ότι η χώρα βρισκόταν πλέον στα πρόθυρα πολεμικής σύγκρουσης. Η μεταφορά των συσκέψεων στο Πεντάγωνο ή σε χώρους καθαρά πολεμικών επιχειρήσεων θα αύξανε το “θερμόμετρο” στην κοινή γνώμη και θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα πολέμου. Αυτό έπρεπε να αποφευχθεί, καθώς ακόμη και μια μικρή ή αδικαιολόγητη αφορμή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση».

Η απώλεια του ελικοπτέρου

«Όταν ενημερωθήκαμε για την απώλεια του ελληνικού ελικοπτέρου, το μάθαμε σχετικά αργά. Ήμουν μαζί με τον πρωθυπουργό στο γραφείο του στη Βουλή, όταν ενημερώθηκε από τον αρμόδιο υπουργό. Ήμασταν οι δυο μας. Η πίκρα που ένιωσε ήταν μεγάλη. Έχω ζήσει αρκετές στιγμές μαζί του, σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις για κρίσιμα ζητήματα, και μπορώ να πω ότι έφτασε στα όρια της αντοχής του. Όχι ακριβώς με την αίσθηση της προδοσίας, αλλά με ένα βαθύ αίσθημα αδικίας».

Τον ρωτάμε αν στα πρώτα λεπτά πέρασε από το μυαλό τους η σκέψη ότι το ελικόπτερο μπορούσε να είχε καταρριφθεί. «Ασφαλώς», εξηγεί. «Αυτό ήταν το πρώτο που σκεφτήκαμε, γιατί οι συνθήκες εκείνης της περιόδου ήταν τέτοιες που εύκολα οδηγούσαν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Πιστέψαμε ότι επρόκειτο για εχθρική ενέργεια. Ότι το ελικόπτερο είχε καταρριφθεί από τουρκικές δυνάμεις. Αποδείχθηκε, όμως, ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο».

Φοβήθηκε ο Σημίτης ότι θα «έπεφτε» εκείνο το βράδυ; «Οι πληροφορίες εξελίσσονταν τόσο γρήγορα και ήταν τόσο συγκεκριμένες, που ακόμη και οι βουλευτές δεν γνώριζαν πλήρως τι ακριβώς συνέβαινε», υπογραμμίζει. «Όλα έγιναν με εξαιρετική ταχύτητα και, παρά τους ψιθύρους που προκλήθηκαν, αυτή η κατάσταση βοήθησε, τελικά, στη συσπείρωση. Όταν η αντιπολίτευση άρχισε να επιτίθεται στην κυβέρνηση με επιπολαιότητα, αυτό λειτούργησε υπέρ της κυβέρνησης, ενισχύοντας τη συνοχή της. Και καθώς περάσαμε το κρίσιμο διήμερο-τριήμερο, αποδείχθηκε ότι αποφύγαμε αυτό που δεν θέλαμε να συμβεί. Εκ του αποτελέσματος, οι χειρισμοί της πολιτικής ηγεσίας κρίνονται επιτυχείς».

Σκέφτηκε ο πρωθυπουργός να παραιτηθεί μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν; «Ούτε στιγμή. Ο Κώστας Σημίτης, όταν έθετε έναν στόχο, σχεδίαζε την προσπάθειά του με τέτοια ακρίβεια, ώστε ήταν σχεδόν αδύνατο να μην τον πετύχει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αντίθετα, αισθάνθηκε ότι αναβαθμίστηκε το καθήκον του. Μεγάλωσε η ευθύνη του απέναντι στον λαό και στη χώρα. Σε μια τέτοια κρίσιμη στιγμή, η παραίτηση δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει από το μυαλό ενός υπεύθυνου ηγέτη».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT