Από το υποθετικό σενάριο στην κρίση
«Ήταν μια περίοδος συγκρατημένα τεταμένη. Ήταν τρεις υποψήφιοι για την πρωθυπουργία της χώρας και είναι πολύ φυσικό ότι υπήρχε αντιπαλότητα και ισχυρός ανταγωνισμός. Έγινε μια προσπάθεια από τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, να ενσωματωθούν στο κυβερνητικό σχήμα και οι άλλοι δύο υποψήφιοι [σ.σ. Γερ. Αρσένης, Ά. Τσοχατζόπουλος] ώστε να μπορέσει να δουλέψει το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση και να εμφανίσει μια συγκροτημένη και συνεκτική εικόνα. Ο κ. Αρσένης είχε αναλάβει υπουργός Άμυνας και υπήρχε συνεργασία. Προφανώς, υπήρχαν και υπόγειες διαστάσεις, αλλά γενικά η συνεργασία λειτούργησε και στα δύο πόστα.
»Επιστρέφοντας τον χρόνο πίσω, θυμάμαι ότι το καλοκαίρι του 1995 είχε κυκλοφορήσει σε ελληνική εφημερίδα ένα υποθετικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο η Τουρκία θα επιδίωκε να δημιουργήσει ένα τεχνητό επεισόδιο στο Αιγαίο με βλάβη κάποιου πλοίου, το οποίο η Ελλάδα θα προσπαθούσε να συνδράμει. Κι εκεί θα παρενέβαινε η Τουρκία δημιουργώντας θέμα και λέγοντας ότι δεν είναι ζήτημα της Ελλάδας, αλλά δικό της. Δημιουργώντας, δηλαδή, επεισόδιο που θα σήμαινε μια κρίση».
«Αξίζει να αναφέρω», εξιστορεί, «ότι στις 24 Ιανουαρίου, μία ημέρα πριν από την τοποθέτηση της ελληνικής σημαίας στα Ίμια, πραγματοποιήθηκε μια πολύ μεγάλη σύσκεψη στο γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή, υπό την προεδρία του, με τη συμμετοχή των αρμόδιων υπουργών, της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και ορισμένων προσώπων που συμμετείχαν λόγω ιδιότητας. Παρόντες ήμασταν και δύο-τρεις σύμβουλοι του πρωθυπουργού: ο οικονομικός σύμβουλος, ο διπλωματικός σύμβουλος, ο N. Θέμελης, διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού, καθώς και ένα-δύο ακόμη άτομα.
»Το βασικό ζήτημα ήταν ότι η κρίση είχε ξεκινήσει. Υπήρχε ήδη η κρίση στα Ίμια. Όχι ακόμη με τα ελικόπτερα, τις αποβάσεις και τις σημαίες, αλλά ως μια κατάσταση που απαιτούσε άμεση και σε βάθος ανάλυση, ανασκόπηση κι “ακτινογράφηση”. Η σύσκεψη διήρκεσε αρκετή ώρα, μεταξύ δύο ή δυόμισι ωρών.
Το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός συγκάλεσε μια τέτοια σύσκεψη δείχνει πως έβλεπε ότι η κατάσταση μπορούσε να κλιμακωθεί. Άλλωστε, ήταν προφανές ότι μια τέτοια εξέλιξη δεν προέκυψε τυχαία. Φαινόταν από τις αντιδράσεις και τις τοποθετήσεις της Τουρκίας ότι εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για περαιτέρω ένταση ή κλιμάκωση.
»Αφού μελετήθηκε και αξιολογήθηκε διεξοδικά η κατάσταση, η σύσκεψη έκλεισε με την εξής παραίνεση του πρωθυπουργού: “Τα πράγματα είναι πολύ κρίσιμα και πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αποφευχθούν προβοκάτσιες που θα μπορούσαν να δώσουν αφορμή στην απέναντι πλευρά να κλιμακώσει την ένταση προς ανεπιθύμητες και επικίνδυνες κατευθύνσεις”».
Σε ερώτηση αν υπήρχε αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το θέμα, δεδομένου ότι είχε μόλις αναλάβει, η απάντηση είναι σαφής: «Δεν θα μπορούσα ποτέ να πω ότι υπήρχε τέτοια αδυναμία. Αντιθέτως, η εξέλιξη των γεγονότων έδειξε ότι η κυβέρνηση αντιμετώπισε την κρίση με τρόπο που έβγαλε την Ελλάδα από τον κίνδυνο να εμπλακεί σε περιπέτειες με απρόβλεπτες συνέπειες».
«Η Τουρκία πέτυχε τον στόχο που ήθελε»
Την επόμενη μέρα της σύσκεψης, ο δήμαρχος Καλύμνου Δημήτρης Διακομιχάλης τοποθετεί την ελληνική σημαία στην Ανατολική Ίμια. Η πράξη του δημιούργησε διπλωματικές αντιδράσεις και τριγμούς στο εσωτερικό της κυβέρνησης. «Η ουσία είναι ότι [η πράξη του δημάρχου] δημιούργησε θέμα», τονίζει ο Τ. Γιαννίτσης. «Από εκεί και πέρα η Τουρκία πέτυχε τον στόχο που ήθελε. Δηλαδή να δημιουργήσει ένα θέμα το οποίο οδήγησε παρ’ ολίγον σε πολεμική σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών και στη συνέχεια να οδηγήσει στις “γκρίζες ζώνες”».
Δύο ημέρες αργότερα, Τούρκοι δημοσιογράφοι της Χουριέτ κατεβάζουν την ελληνική σημαία και υψώνουν την τουρκική. Ποιο ήταν το κλίμα που επικράτησε στο γραφείο του πρωθυπουργού; «Επικράτησε πρώτον οργή, δεύτερον έκπληξη και τρίτον αναζήτηση τρόπου αντιμετώπισης της κατάστασης. Έβλεπα ότι υπήρχε μια τεράστια ένταση, αλλά και μια εξίσου μεγάλη προσπάθεια να αποτραπούν τα χειρότερα και να διαπιστωθεί πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.
»Αν υπήρχε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ανεξαρτήτως του ποιος θα μπορούσε να επικρατήσει στρατιωτικά, οι πολιτικές συνέπειες θα ήταν τεράστιες. Θα επηρέαζαν καθοριστικά τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη… Και αμφιβάλλω αν θα ήταν δυνατόν η χώρα να ενταχθεί στην ΟΝΕ τρία ή τρεισήμισι χρόνια αργότερα και, κατ’ επέκταση, να μπορέσει να στηρίξει την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση λίγα χρόνια μετά. Επίσης, θα διαταρασσόταν σοβαρά η πορεία της οικονομίας και η υλοποίηση του κυβερνητικού προγράμματος. Θα επρόκειτο για μια τεράστια αναστάτωση, της οποίας όχι μόνο οι ειδικότερες αλλά ούτε καν οι γενικές συνέπειες θα μπορούσαν να προβλεφθούν ή να εκτιμηθούν με ασφάλεια.
»Η βασική επιδίωξη του πρωθυπουργού ήταν να μη φτάσουμε σε περαιτέρω κλιμάκωση. Και δεν επρόκειτο μόνο για επιλογή του K. Σημίτη. Νομίζω ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι επεδίωκαν το ίδιο. Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα ήταν πώς αντιμετωπίζεις μια τόσο “καυτή” και κρίσιμη στιγμή: με ποια ψυχραιμία, με ποιες συνεννοήσεις και με ποιες συμμαχίες, ώστε η κρίση να κλείσει με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Και εδώ θέλω να είμαι απολύτως σαφής: οι απώλειες δεν ήταν “παράπλευρες”. Ήταν εξαιρετικά κρίσιμες και τραγικές απώλειες, με τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν στο ελικόπτερο που κατέπεσε. Θέλω αυτή η διάκριση να αποτυπωθεί ξεκάθαρα».
Στην ερώτηση πώς ένιωσε όταν πληροφορήθηκε ότι κατέπεσε ελληνικό ελικόπτερο, απαντά: «Ήταν ένα τεράστιο, οδυνηρό σοκ. Αναρωτιόμουν ποια θα ήταν η συνέχεια και τι μπορούσε να συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη. Όπως καταλαβαίνετε, δεν βρισκόμουν στον πυρήνα των αποφάσεων και των εξελίξεων, τις οποίες όμως παρακολουθούσα από κοντά, και αυτό κάνει μια ουσιαστική διαφορά. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι κατέπεσε ένα ελληνικό ελικόπτερο με τρεις ανθρώπους μέσα συνιστούσε μια τραγωδία – πολιτική, στρατιωτική και, πάνω απ’ όλα, ανθρώπινη».
Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συζήτηση, τον ρωτάμε αν μετάνιωσε ο Κώστας Σημίτης για το “ευχαριστώ” στους Αμερικανούς ή αν αυτό ήταν μια συνειδητή δημόσια επιλογή. Ο πρώην σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού ανακαλεί την ομιλία του στην ολομέλεια της Βουλής: «Οφείλω να πω ότι αρχικά με προβλημάτισε. Δεν περίμενα να το ακούσω. Πολύ γρήγορα, όμως, το επεξεργάστηκα και κατέληξα σε μια σταθερή άποψη: ο Κώστας Σημίτης ήταν ένας “statesman”, ένας ηγέτης. Η χώρα μόλις είχε αποφύγει τον κίνδυνο μιας πολεμικής εμπλοκής, με ό,τι αυτό θα μπορούσε να σημαίνει. Ένας ηγέτης μιλάει καθαρά και οφείλει να εκφράζει δημόσια, στον διεθνή χώρο που συνέβαλε στην αποτροπή του κινδύνου –στη συγκεκριμένη περίπτωση στις Ηνωμένες Πολιτείες, ή και στην Ευρωπαϊκή Ένωση αν υπήρχε ανάλογη συμβολή– αυτά που πιστεύει. Και αυτό που πίστευε ήταν ότι έπρεπε να εκφράσει τις ευχαριστίες του, γιατί αποφεύχθηκε ένα πολύ χειρότερο σενάριο. Κατά τη γνώμη μου, καλώς το έκανε. Πιστεύω ότι κάθε μεγάλος ηγέτης, θα είχε πράξει το ίδιο».
«Επομένως», τονίζει, «θεωρώ απίθανο να το μετάνιωσε και πιστεύω ότι οποιοσδήποτε ηγέτης θα ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο. Η εικόνα, άλλωστε, είναι ξεκάθαρη: αποφεύχθηκε μια πολεμική εμπλοκή με απρόβλεπτες προεκτάσεις. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας βγήκε και δήλωσε ότι η χώρα ευχαριστεί όσους συνέβαλαν στο να ξεφύγουμε από εκείνη την παγίδα και από μια εξαιρετικά κρίσιμη απειλή. Και, κατά τη γνώμη μου, καλώς το έκανε».

