«Πληροφορήθηκα», αφηγείται ο Γ. Ριόλας, «ότι σχεδιαζόταν μια αποστολή από την Κάλυμνο με το σκάφος του Λιμεναρχείου, όπου θα επέβαινε ο λιμενάρχης, ο διοικητής του Στρατού της Καλύμνου. Επίσης είχαμε πληροφορηθεί ότι θα ερχόταν ανάλογο κλιμάκιο από την Κω, από τον Στρατό, και άλλα άτομα. Λοιπόν, συζητήσαμε, ξανασυζητήσαμε, και λέμε: “Τι ώρα μπορούμε να φύγουμε όλοι, για να μαζευτούμε;” Δέκα και μισή περίπου ορίσαμε την ώρα. Εγώ το πρωί πήγα στην υπηρεσία μου. Εκείνη τη μέρα ήμουν αρκετά αδιάθετος, είχα μια ίωση, ένα κρυολόγημα.
»Πήγα κατά τις 10 η ώρα από τον δήμαρχο, να μιλήσω 5-10 λεπτά μαζί του. Γιατί έτσι μου είχε πει: “Έλα από το Δημαρχείο να μιλήσουμε, και πάμε μαζί”. Ήταν πολύ απασχολημένος, και του λέω: “Δήμαρχε, τι θα κάνουμε; Να φύγω μόνος μου;” “Όχι”, λέει. “Περίμενε, περίμενε, έρχομαι”. Τέλος πάντων… Ήρθε περίπου στις δέκα και μισή. Εντωμεταξύ, το Δημαρχείο από το Λιμεναρχείο απέχει ένα χιλιόμετρο περίπου… τον κύκλο που κάνει η ακτή. Φτάνουμε στο Λιμεναρχείο τρέχοντας, μπορώ να πω. Και βλέπουμε το σκάφος του Λιμεναρχείου να έχει φύγει μακριά, να έχει προχωρήσει. Ένας λιμενικός που ήταν εκεί μας λέει βιαστικά: “Έφυγαν. Νόμισαν ότι δεν θα έρθετε, κι έφυγαν”. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα να συνεννοηθούμε, όπως γίνεται σήμερα. Κι έτσι, λέω: “Δήμαρχε, αφού έφυγαν. Τι να κάνω; Εγώ είμαι και άρρωστος. Δεν είμαι καλά. Θα φύγω. Θα πάω στην υπηρεσία και μετά θα πάω σπίτι, να συνέλθω”. “Περίμενε καλύτερα”, λέει. “Θα δούμε… Γιατί να μην πάμε; Αφού ξεκινήσαμε να πάμε. Να δούμε κι εμείς, να ξέρουμε τι να λέμε».
Έμειναν εκεί για κάποιο διάστημα, ώσπου σκέφτηκαν έναν φίλο του δημάρχου Δ. Διακομιχάλη, τον Θεόφιλο Μιλάτο, ο οποίος είχε ένα ταχύπλοο σκάφος. «Δεν μπορούσαν όμως, να το βάλουν σε λειτουργία», συνεχίζει την αφήγησή του ο Ριόλας, «γιατί είχε κάποια βλάβη. Μου λέει [ο δήμαρχος]: “Περίμενε! Περίμενε! Θα βρω λύση. Έχει τόσα σκάφη η Κάλυμνος. Θα βρούμε κάποιο”. Πραγματικά, μετά από μισή ώρα περίπου αναμονής, με ειδοποιεί το Λιμεναρχείο και μου λέει: “Πήγαινε απέναντι στην ιχθυόσκαλα. Εκεί σε περιμένει ο δήμαρχος με την παρέα του. Πήγα εκεί, και μετά από λίγο μπήκα κι εγώ στο σκάφος που είχαν βρει, ένα ταχύπλοο, για να πάμε, στα Ίμια, να δούμε και εμείς, έστω καθυστερημένοι».
Καθώς γίνονταν οι τελευταίες προετοιμασίες πριν τον απόπλου, «είδα τον Θεόφιλο Μιλάτο να φέρνει δύο σημαίες από ένα μαγαζί παραδίπλα. Συμπτωματικά ήταν του Βεζυρόπουλου. Εκεί ήταν η κόρη του Βεζυρόπουλου του Αντώνη, που είχε γίδια –όχι πρόβατα, γίδια– επάνω στα Ίμια, και είχε μαγαζί με ναυτιλιακά είδη. Λοιπόν έφερε δύο σημαίες απ’ αυτές που βάζουν στα καΐκια. Μετά από αυτό εγώ δεν ήξερα αν είχα καταλάβει τι θα γίνει. Ούτε είχαμε σχεδιάσει τέτοιο πράμα… για σημαίες».
Όταν ξεκίνησαν, είδε τον Μιλάτο που είχε βρει και δύο μικρά κοντάρια και τα έδενε. «Μετά κατάλαβα για ποιο λόγο τα δένει», συνεχίζει ο Ριόλας. «Είδα που έδενε τη σημαία επάνω. Την έφτιαξε. Φτάσαμε μετά από αρκετή διαδρομή και σχετικά κακό καιρό στα Ίμια. Βλέπουμε δεξιά-αριστερά… Δεν υπήρχε κανείς, τίποτα, όταν πήγαμε. Εντωμεταξύ, πριν φθάσουμε στα Ίμια, βρήκαμε στη διαδρομή μας το σκάφος του Λιμεναρχείου. Έκοψαν ταχύτητα, φτάσαμε δίπλα δίπλα, μιλήσαμε, κι ο δήμαρχος μαζί τους. Με το πλήρωμα, με τον λιμενάρχη και τον διοικητή του Στρατού, τον κύριο Μούρτο. “Λοιπόν”, τους λέει, “τι έγινε;” “Πήγαμε εκεί”, του απαντούν, “βρεθήκαμε, κάναμε έναν γύρο στα νησιά, δεν είδε καμία τουρκική παρουσία, και φύγαμε”. “Λοιπόν”, λέει αυτός, “επειδή φτάσαμε τόσο κοντά, να πάμε, να πάμε!” Συνεχίζουμε κι εμείς να πάμε. Και πράγματι, μετά από λίγη ώρα φτάσαμε».
Καθώς υπήρχε κυματισμός, δεν ήταν εύκολη η αποβίβαση. «Τέλος πάντων, πήδηξα εγώ πρώτος, που ήμουν πιο σβέλτος, πιο ευκίνητος. Μου δώσανε το σχοινί, κράτησα το σκάφος, και ακολούθως πήδησαν όλοι. Έδεσε το σκάφος ο Αρβύθης, ο ιδιοκτήτης του, και ανεβήκαμε όλοι πάνω στην Ανατολική Ίμια, που ήταν και πιο μικρή… πιο χαμηλού ύψους. Εκεί ήταν, τα είδαμε, τα γίδια του Βεζυρόπουλου, που έτρεχαν στο απέναντι νησί. Είδαμε κι άλλα γίδια γύρω στα 20… Και ανεβήκαμε πάνω. Είχε ήδη τις σημαίες στα χέρια του ο Μιλάτος. “Λοιπόν”, λέει ο δήμαρχος, “να τη βάλουμε τη σημαία εδώ πέρα, μιας και ήρθαμε. Να φαίνεται η ελληνική παρουσία και κυριαρχία.” Και προσπάθησαν να τη βάλουν σε κάποια σημεία… Ήταν βραχώδες μέρος, όμως, και δεν έμπαινε το κοντάρι, δεν μπορούσε να στηριχτεί. Εγώ, επειδή είμαι από ορεινά μέρη και ξέρω από βράχια, βρήκα μια τρύπα, έβαλα το κοντάρι μέσα και με κάποιες σφήνες πέτρινες το στερέωσα. Εντωμεταξύ, είχα τη συνήθεια να βγάζω φωτογραφίες όπου πάω. Ειδικά όταν ήμουν διοικητής, έβγαζα πολλές φωτογραφίες για να ξέρω πού πήγα, τι είδα… σαν πειστήρια. Και είχα μια φωτογραφική μηχανή κοντά μου, η οποία ήταν αυτόματη. Και έβγαλα μερικές φωτογραφίες… αλλά είχαμε κάνει λάθος, κι ο Μιλάτος, από απροσεξία του, είχε βάλει τη σημαία ανάποδα, την είχε δέσει με τον σταυρό ανάποδα. Και όταν, φεύγοντας, το πρόσεξα, γυρίσαμε πίσω, αλλάξαμε τη σημαία και βγάλαμε πάλι φωτογραφίες. Και είναι αυτές οι φωτογραφίες που έχουν δημοσιευθεί. Ε, μετά γυρίσαμε πίσω στην Κάλυμνο», καταλήγει.

