«Eχει σημασία να εξηγήσεις γιατί ο Τούρκος έχει άδικο»

«Eχει σημασία να εξηγήσεις γιατί ο Τούρκος έχει άδικο»

Ο Δημήτρης Νεζερίτης υπηρετούσε στη νευραλγική θέση του πρέσβη της Ελλάδας στην Τουρκία το διάστημα 1995-1999

7' 19" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο Δημήτρης Νεζερίτης υπηρετούσε στη νευραλγική θέση του πρέσβη της Ελλάδας στην Τουρκία το διάστημα 1995-1999. Μια-δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα του 1995, φτάνει ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα, το οποίο τον πληροφορεί ότι το τουρκικό φορτηγό πλοίο “Figen Akat” έχει προσαράξει στα Ίμια και ότι ο κυβερνήτης αρνείται να δεχθεί να ρυμουλκηθεί από ελληνικό σκάφος, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για τουρκικά χωρικά ύδατα. 

Η ρηματική διακοίνωση

«Το πρώτο που κάναμε, ήταν να εντοπίσουμε πού είναι αυτά τα Ίμια, γιατί κανείς μας δεν είχε ακουστά τι είναι τα Ίμια. Ο ναυτικός ακόλουθος άνοιξε τους χάρτες του, μας έδειξε πού ήταν τα Ίμια και κατόπιν έστειλε έναν νεαρό συνάδελφο στο Υπουργείο Εξωτερικών. Εκείνη την εποχή αυτό αντιμετωπιζόταν σαν μια υπόθεση πολύ απλής ρουτίνας. Είπε στο Υπουργείο Εξωτερικών ότι έχουμε αυτή την περίπτωση. “Ναι”, απάντησαν, “το έχουμε υπόψη μας. Όντως πρόκειται και για τουρκικό έδαφος, αλλά θα του πούμε να δεχτεί τη βοήθεια”.

»Η συνέχεια έχει σημασία. Γιατί εάν το πράγμα είχε μείνει σε αυτήν τη συζήτηση, θα μπορούσαμε απλώς να κάνουμε την αναφορά στο υπουργείο. Δεν υπήρχε λαβή για τίποτα το σοβαρότερο. Αλλά μετά από λίγες μέρες ήρθε στην πρεσβεία από το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών μια ρηματική διακοίνωση. Η ρηματική διακοίνωση είναι ο σοβαρότερος και πλέον επίσημος τρόπος διπλωματικής αλληλογραφίας. Ό,τι γράφεται σε μια ρηματική διακοίνωση είναι ό,τι πιο επίσημο μπορεί να ειπωθεί. 

»Και η ρηματική διακοίνωση έλεγε ότι επιθυμούμε να επιβεβαιώσουμε πως οι νησίδες Καρντάκ, όπως τις έλεγαν, είναι όντως τουρκικό έδαφος και είναι εγγεγραμμένες στο κτηματολόγιο του νομού με αριθμό τάδε και τάδε. Αυτό είναι κάτι το οποίο σε υποχρεώνει αμέσως να απαντήσεις. Διότι αν το αφήσεις αναπάντητο, σημαίνει ότι αποδέχεσαι όσα γράφονται. Κατόπιν αυτού τη στείλαμε στην Αθήνα και ζητήσαμε στοιχεία για την απάντηση».

«Εμείς αυτό το ετοιμάζαμε από τον Οκτώβριο»

Η Τουρκία έθετε για πρώτη φορά ζήτημα εδαφικών διεκδικήσεων: «Ήταν, πραγματικά, η πρώτη φορά κατά την οποία υπήρξε τέτοιο θέμα. Διότι οι μέχρι τότε τουρκικές διεκδικήσεις δεν αφορούσαν συγκεκριμένο έδαφος. Εκεί, όμως, δεν επρόκειτο για άυλο πράγμα. Επρόκειτο για πολύ συγκεκριμένο έδαφος».

Όλη αυτή η κινητικότητα δεν ερχόταν σε μια τυχαία στιγμή, σύμφωνα με τον πρώην πρέσβη. «Πρώτα απ’ όλα η κίνηση αυτή έγινε όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ήδη ολοκληρωθεί η διαδικασία της συμφωνίας για Τελωνειακή Ένωση με την Τουρκία και είχε εγκριθεί και από το Ευρωκοινοβούλιο. Πράγμα που δεν θα ήταν καθόλου σίγουρο εάν είχε προκύψει, εν τω μεταξύ, κάποια ελληνοτουρκική κρίση». Δεύτερον, το κενό εξουσίας, εξαιτίας της ασθένειας και της παραίτησης του Ανδρέα Παπανδρέου, και ο σχηματισμός της κυβέρνησης Σημίτη, στις 22 Ιανουαρίου 1996, «έδωσε στους Τούρκους την ώθηση να επιταχύνουν τις εξελίξεις πριν η κυβέρνηση αυτή οργανωθεί καλά-καλά». Μάλιστα, θυμάται ο Δημήτρης Νεζερίτης, «ένας Τούρκος συνάδελφος, κάποια στιγμή αργά το βράδυ, έχοντας πιει και κάποια ποτηράκια παραπάνω, μου είπε: “Μα εμείς αυτό το ετοιμάζαμε, όχι από το καλοκαίρι, από τον Οκτώβριο!”. Οι Τούρκοι εργάζονται πάντοτε μεθοδικά και προσχεδιασμένα».

Στις 25 Ιανουαρίου, μετά τη δημοσιοποίηση των λεπτομερειών της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στα Ίμια, ο δήμαρχος της Καλύμνου, Δημήτρης Διακομιχάλης υψώνει την ελληνική σημαία στη βραχονησίδα. «Ο άνθρωπος είναι θερμός πατριώτης. Το έκανε αυτό επειδή πίστευε ότι έτσι υπογράμμιζε την ελληνικότητα της περιοχής. Είναι εύκολο να είναι κανείς επικριτικός όταν βρίσκεται στην Αθήνα. Όταν όμως ζεις σε μια ακριτική περιοχή κι έχεις τον αντίπαλο πλάι σου, βλέπεις τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Οπότε, παρόλο που πολλοί έχουν επικρίνει τον δήμαρχο, εγώ δεν το κάνω. Δεν νομίζω, όπως έλεγαν τότε ορισμένοι, ότι είχε υποκινηθεί από κάποιο πολιτικό πρόσωπο».

Την ίδια ώρα, η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ έκανε προκλητικές δηλώσεις περί κατάληψης και του τελευταίου βράχου στο Αιγαίο, οι οποίες ερμηνεύτηκαν από την ελληνική πλευρά ως casus belli. Ο Δημήτρης Νεζερίτης πήγε να διαμαρτυρηθεί στο τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών. «Τους λέω: “Τι πράγματα είναι αυτά;” Η απάντηση που πήρα, ήταν: “Ξέρετε, οι πολιτικοί τα λένε αυτά τα πράγματα”. Αλλά οι πολιτικοί στην Τουρκία δεν τα λένε αυτά τα πράγματα. Οι πολιτικοί στην Τουρκία έχουν πολύ μετρημένη γλώσσα και πρέπει κανείς να πιστεύει πάντα αυτά που του λένε. Μπορεί να πουν ψέματα, αλλά δεν θα πουν πράγματα τα οποία δεν πρόκειται να κάνουν».

Στις 31 Ιανουαρίου, Τούρκοι κομάντος αποβιβάζονται στη Δυτική Ίμια. Ο Έλληνας πρέσβης μαθαίνει την είδηση με ανορθόδοξο τρόπο. «Περασμένα μεσάνυχτα μου τηλεφώνησε ο διευθυντής του γραφείου Τύπου, ο κύριος Σταθουλόπουλος, ο οποίος είχε την ενημέρωση αυτή από τα τουρκικά δελτία ειδήσεων. Οπότε εμείς σημάναμε συναγερμό. Ενημερώσαμε την Αθήνα, η οποία δεν το ήξερε εκείνη τη στιγμή». 

«Οι Τούρκοι ήθελαν να γίνει μια περιορισμένη σύγκρουση»

Στο μεταξύ, ο Έλληνας πρέσβης έρχεται σε επαφή με τον υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Πάγκαλο. «Ο Πάγκαλος μού είχε πει αρχικά ότι ο ίδιος δεν είχε πειστεί πως η υπόθεση ήταν τόσο σοβαρή. Θυμάμαι ότι μου είχε πει πως είχε καλέσει και τον Τούρκο πρέσβη και του είχε πει: “Τι είναι αυτά τα πράγματα; Γιατί δημιουργείτε αυτό το πρόβλημα;” Και του είχε απαντήσει ο Τούρκος πρέσβης: “Μα τα νησάκια αυτά είναι δικά μας”. Ο Πάγκαλος τότε του είπε: “Αν νομίζετε ότι είναι δικά σας, να καθίσουμε να το συζητήσουμε, να μας πείτε ποια είναι τα επιχειρήματά σας, να σας πούμε ποια είναι τα επιχειρήματά μας, να ξεμπερδέψουμε το θέμα”. Από τη δική μας πλευρά δεν υπήρχε καμία απολύτως διάθεση για κλιμάκωση. Το αίτημά μας ήταν να γίνει αποκλιμάκωση και να φύγουν οι στρατιωτικές δυνάμεις από την περιοχή, διότι, όταν υπάρχουν συγκεντρωμένες σε μια μικρή περιοχή πολλές δυνάμεις, είναι πολύ εύκολο να υπάρξει κάποια εξέλιξη, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη σύγκρουση. 

»Και πήγα και τα είπα αυτά στον υφυπουργό Εξωτερικών, τον Οϊμέν, ο οποίος ήταν και ο κύριος αφέντης, αν θέλετε να σας το πω έτσι, του Υπουργείου Εξωτερικών. Θυμάμαι ότι όταν του μετέφερα αυτά που μου είχε πει ο Πάγκαλος, ο Οϊμέν μού είπε: “Αυτό το οποίο πρέπει να γίνει, είναι να φύγουν τα σκάφη, να φύγουν τα στρατεύματα, να φύγουν οι σημαίες”. Και ότι ήθελε μια απάντηση έως τις τέσσερις το απόγευμα. Αυτό το αποδέχτηκε και ο Πάγκαλος, και θυμάμαι ότι μου είχε πει: “Δεν κάνουμε πολιτική με υψώσεις της σημαίας, αλλά η σημαία μπορεί να φύγει και από τον αέρα και από την κακοκαιρία”. Δηλαδή, ουσιαστικώς, ο Πάγκαλος δεν δεχόταν την ενεργή αποχώρηση της ελληνικής σημαίας από τα Ίμια».

Ποιος ήταν, όμως, ο απώτερος στόχος των Τούρκων; «Δεν περίμενα ότι θα έφταναν σε στρατιωτική επέμβαση. Είχα ίσως μια δόση αισιοδοξίας, αλλά δεν θεωρούσα λογικό –κι αυτό ήταν ενδεχομένως το σφάλμα μου– να πιστεύω ότι μια χώρα θα ήθελε να κάνει τέτοιες ακροβασίες στο θέμα ειρήνη-πόλεμος. Βεβαίως, συνειδητοποιεί κανείς πως ακριβώς αυτό ήθελαν οι Τούρκοι: να γίνει μια περιορισμένη σύγκρουση. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία».

«Η κρίση άλλαξε τελείως το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων»

Τριάντα χρόνια μετά, είναι εφικτή μια νηφάλια αποτίμηση των ελληνικών κινήσεων: «Πιστεύω ότι, παρόλο που υπάρχουν πολλές επικρίσεις για τους ελληνικούς χειρισμούς στην κρίση των Ιμίων, κατά βάση ήταν μια εξέλιξη η οποία δεν βοήθησε τα σχέδια της Τουρκίας. Δηλαδή δεν μπόρεσε η Τουρκία να πετύχει αυτό που ήθελε. Από εκεί κι έπειτα συνέχισε την ίδια πολιτική, ασκώντας αυξανόμενη πίεση σε διάφορα σημεία, είτε με τις “γκρίζες ζώνες” είτε με άλλα.

»Εν προκειμένω, εάν δεχθούμε αυτό που πιστεύω εγώ, ότι απώτερος στόχος της Τουρκίας ήταν να πετύχει τη διαπραγμάτευση επί πολιτικής βάσεως του καθεστώτος του Αιγαίου, τότε πιστεύω ότι όχι, δεν το πέτυχε. Τι πέτυχε; Πέτυχε να δημιουργήσει ένα μείζον πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Για μένα, η κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ξεκινάει από την κρίση των Ιμίων.

»Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που δίνει το έναυσμα για όλα τα υπόλοιπα, τα οποία ακολουθούν από το 1995-1996 έως σήμερα. Έως τότε υπήρχαν θεωρητικές διεκδικήσεις, θεωρητικές απόψεις, αλλά δεν υπήρχε ενεργώς βίαιη προσπάθεια αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας επί ελληνικού εδάφους. Αυτό άλλαξε τελείως όλο το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

»Έχω ακούσει πάρα πολλούς να λένε: “Έπρεπε να χτυπήσουμε, είχαμε δύναμη”. Ίσως είχαμε δύναμη… δεν το ξέρω. Και μετά τι θα γινόταν; Μετά θα είχαμε όλα τα επακόλουθα τα οποία φοβάμαι. Δεν θα μπορούσαν οι ελληνικοί χειρισμοί να ήσαν διαφορετικοί. Πάντα όταν έχεις μπροστά σου ένα πρόβλημα το οποίο σου εμφανίζεται για πρώτη φορά, έχεις ορισμένα ερωτηματικά: Πώς πρέπει να το χειριστώ; Μήπως έτσι, μήπως αλλιώς…

»Θέλω να τονίσω ότι αυτό που προσπαθούσαμε να κάνουμε, κυρίως, ήταν να εξηγήσουμε στους τρίτους την ουσία της υπόθεσης. Διότι στα ελληνοτουρκικά δεν πρόκειται να πείσεις τον Τούρκο ότι έχει άδικο. Αλλά έχει μεγάλη σημασία να εξηγήσεις στους τρίτους γιατί ο Τούρκος έχει άδικο. Είναι ένας αγώνας ο οποίος διεξάγεται κυρίως για να κερδίσεις υποστηρικτές. Κι εκεί νομίζω τα πήγαμε καλά.

»Διαπραγματευόμαστε με τους Τούρκους, μιλάμε με τους Τούρκους, αλλά είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί στο τι λένε, στο τι λέμε και, κυρίως, πρέπει να είμαστε πάντοτε πάρα πολύ καλά προετοιμασμένοι για κάθε ενδεχόμενο. Να ξέρουμε ότι για κάθε κίνηση που θα κάνουμε εμείς, οι Τούρκοι μπορεί να έχουν ετοιμάσει κάποια άλλη κίνηση που να είναι προς όφελός τους. Πάντα με πολύ μεγάλη προσοχή και πολύ μεγάλη δυσπιστία». 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT